Ο νέος Πτωχευτικός Κώδικας αποτελεί ορόσημο από θεσμική και οικονομική άποψη εκτίμησε ο Τάσος Πανούσης, πρόεδρος Εταιρειών Διαχείρισης και CEO της doValue Greece μιλώντας στη Βουλή για τον προωθούμενο νόμο. Ωστόσο παράλληλα κατέθεσε τις ενστάσεις των εταιρειών διαχείρισης σε συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Όπως είπε:
Τα κρίσιμα σημεία ως προς τον Εξωδικαστικό Μηχανισμό αφορούν πρώτον το ποιες οφειλές μπορούν να υπαχθούν σε αυτόν και, δεύτερον, τις δικλείδες ασφαλείας ώστε να μην αξιοποιηθεί, παρά την πρόθεση του νομοθέτη, από τους στρατηγικούς κακοπληρωτές για την αποφυγή των υποχρεώσεών τους, όπως έχουμε δει να συμβαίνει στο παρελθόν.
Με την παρούσα διατύπωση του Κώδικα όπως εισάγεται, αίτηση υπαγωγής στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό μπορεί να υποβάλει μια ιδιαιτέρως μεγάλη περίμετρος οφειλετών – είτε φυσικά είτε νομικά πρόσωπα, είτε οι οφειλές είναι σε καθυστέρηση, είτε έχουν ρυθμιστεί, είτε εξυπηρετούνται κανονικά κι αυτό ανεξάρτητα από την οικονομική τους κατάσταση, είτε δηλαδή έχουν πραγματική αδυναμία, είτε είναι πιθανώς αφερέγγυοι, είτε μπορούν να εξυπηρετήσουν την οφειλή. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι με μια τέτοια περίμετρο, θα γίνει ευρεία χρήση με αποτέλεσμα να μπουν σε αχρείαστη ρύθμιση ενήμεροι οφειλέτες και να ξεκινήσει ξανά η διαδικασία ρύθμισης για ήδη ρυθμισμένες οφειλές.
Επιπλέον, η υποβολή αίτησης δύναται να οδηγήσει σε αναστολή συγκεκριμένων ενεργειών αναγκαστικής εκτέλεσης, μια ρύθμιση που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι στρατηγικοί κακοπληρωτές για να μεταθέσουν για άλλη μια φορά στο μέλλον την εκπλήρωση υποχρεώσεων που μπορούν αλλά αρνούνται να εκπληρώσουν. Τα παραπάνω ενδέχεται να σημάνουν πιθανή υποτροπή των σχετικών οφειλών ως προς την εποπτική τους αντιμετώπιση, δηλαδή πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις για τα τραπεζικά ιδρύματα – χωρίς, επαναλαμβάνω, να συντρέχει απολύτως κανείς λόγος.
Προτείνουμε, επομένως, την θέσπιση πρόσθετων κριτηρίων υπαγωγής στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό. Θα βρείτε στο Υπόμνημα της ΕΕΔΑΔΠ τις σχετικές προτάσεις μας που κατατείνουν στην λειτουργία του, υπέρ όσων εμφανίζουν πράγματι πιθανή αφερεγγυότητα και τεκμηριώνεται ότι αδυνατούν να εκπληρώσουν σημαντικό μέρος των υποχρεώσεών τους. Η δε εστίαση των κριτηρίων ώστε να καταλαμβάνουν αποκλειστικά όσους ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα θα υπογραμμίσει την πρόθεση του νομοθέτη και θα διαφυλάξει τον ουσιαστικό στόχο του Εξωδικαστικού Μηχανισμού, που είναι προστασία βιώσιμων επιχειρήσεων και θέσεων εργασίας και όχι η αντιμετώπιση της υπερχρέωσης των καταναλωτών.
Ένα ειδικότερο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό ζήτημα, αποτελεί ο προβλεπόμενος αλγόριθμος (το λεγόμενο «υπολογιστικό εργαλείο») για την αυτόματη πρόταση ρύθμισης των οφειλών στο πλαίσιο του Εξωδικαστικού Μηχανισμού. Ακόμη κι αν είναι εφικτός ένας τέτοιος αλγόριθμος, ο στόχος του είναι η διευκόλυνση ρύθμισης για πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι μεγάλες οφειλές απαιτούν ad hoc λύσεις ρύθμισης. Προτείνουμε για το λόγο αυτό τη θέσπιση πλαφόν για το ύψος των οφειλών στις οποίες θα εφαρμόζεται η αυτοματοποιημένη διαδικασία.
Ως προς το σκέλος του χρόνου που απαιτείται για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του, η ρύθμιση προηγούμενων νομοθετημάτων για 3ετή χρόνο απαλλαγής (όπως προβλέπει σήμερα ο Νόμος Κατσέλη) αποτελεί μια ισορροπημένη προσέγγιση που μπορεί να υιοθετηθεί από το νέο Κώδικα. Αυτή είναι κρατούσα πρακτική και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου κατά κανόνα η απαλλαγή του οφειλέτη προϋποθέτει την παρέλευση τουλάχιστον 3τίας από την κήρυξη της πτώχευσης.
Στο Υπόμνημά μας θα βρείτε και ορισμένες άλλες προτάσεις για τη βελτίωση του Κώδικα ενόψει της συζήτησης και ψήφισής του από την Ολομέλεια της Βουλής.
Όλα τα παραπάνω αφορούν τον Κώδικα, όπως τελικά η Βουλή θα κρίνει και θα ψηφίσει. Η τελική επιτυχία, όμως, μιας νομοθετικής παρέμβασης δεν κρίνεται αποκλειστικά από το περιεχόμενό της αλλά εξίσου και καθοριστικά από την αποτελεσματική εφαρμογή της. Επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω ότι ο νόμος 3869/2010, ο λεγόμενος «νόμος Κατσέλη», δεν έπασχε στις προθέσεις ούτε στη στόχευση. Στην πράξη, όμως, δημιούργησε τεράστια προβλήματα στο τραπεζικό σύστημα, υπονόμευσε σε βάθος δεκαετίας την κουλτούρα πληρωμών στη χώρα μας, κλόνισε τα συναλλακτικά ήθη και αποτέλεσε ασφαλές καταφύγιο όχι μόνο σε εκείνους που επεδίωκε να προστατεύσει, αλλά και σε πλήθος κακόβουλων και αντικοινωνικών συμπεριφορών, διογκώνοντας τον αριθμό των στρατηγικών κακοπληρωτών σε βαθμό ώστε να τορπιλλίζουν την υγιή οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα.
Όσο κρίσιμη, επομένως, είναι η ψήφιση του Κώδικα με τις κατάλληλες προσαρμογές, στις οποίες αναφέρθηκε, άλλο τόσο είναι και η ύπαρξη των απαραίτητων προϋποθέσεων για την εφαρμογή του. Πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε να εξασφαλιστεί η επάρκεια των αρμόδιων δικαστηρίων, τόσο από πλευράς ανθρώπινου δυναμικού όσο και υποδομών, να υπάρξει ειδική επιμόρφωση των λειτουργών και στελεχών που θα κληθούν να εφαρμόσουν τη νέα νομοθεσία, να υλοποιηθούν άμεσα οι προβλεπόμενες και απαραίτητες ψηφιακές υπηρεσίες, και κατεξοχήν οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες για την υποστήριξη των διαδικασιών του νέου πλαισίου, και να εκδοθούν χωρίς χρονοτριβή οι εφαρμοστικές υπουργικές αποφάσεις, εγκύκλιοι και όποια άλλη θεσμική πρωτοβουλία προβλέπεται ώστε να είμαστε το ταχύτερο πλήρως έτοιμοι θεσμικά και λειτουργικά για την εφαρμογή του νέου Κώδικα. Η έναρξη εφαρμογής του νέου Κώδικα χωρίς να είναι έτοιμες οι αναγκαίες ψηφιακές υποδομές θα υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα των νέων διαδικασιών και είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσει σε καθυστερήσεις και δυσλειτουργίες. Γι’ αυτό πρέπει να διασφαλιστεί ότι όλη η τεχνολογική προετοιμασία θα έχει ολοκληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του νέου νομοθετήματος.