Επιτροπή Ανταγωνισμού: Πώς προστατεύονται οι μικρομεσαίοι από αθέμιτες πρακτικές

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ΜμΕ. Τι πρέπει να προσέχουν και πώς να αντιδρούν σε περίπτωση που θίγονται. Οι κυρώσεις στις περιπτώσεις παραβίασης του νόμου. Ο οδηγός της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Δημοσιεύθηκε: 1 Μαΐου 2021 - 08:22

Load more

Αν και στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και παγκοσμίως, πέφτουν «θύματα» των αθέμιτων πρακτικών των μεγάλων επιχειρήσεων, δεν λείπουν, ωστόσο και οι περιπτώσεις όπου μικρού μεγέθους οντότητες,  συνασπίζονται για να διατηρήσουν ή και να επεκτείνουν τα συμφέροντά τους, παραβιάζοντας τους κανόνες ανταγωνισμού. Στις περιπτώσεις αυτές, οι διοικητικές αλλά και οι νομικές κυρώσεις, δεν είναι αμελητέες και για αυτό, θα πρέπει να αποφεύγεται κάθε αντιανταγωνιστική  πρακτική.

Αυτές, εν ολίγοις είναι οι βασικές επισημάνσεις της ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΕΑ), η οποία με έναν κατατοπιστικό οδηγό, εξηγεί τους κανόνες του ανταγωνισμού, το πως μπορούν να προστατευθούν  οι ΜμΕ από αθέμιτες πρακτικές, αλλά και τι επακολουθεί ότι κάποια ΜμΕ συμμετέχει σε παιχνίδια νόθευσης του ανταγωνισμού.

Όπως αναφέρει η ΕΑ, οι ΜμΕ έρχονται συνήθως αντιμέτωπες με μεγάλες εταιρείες που κυριαρχούν στην αγορά και ενδέχεται να γίνονται θύματα αντι-ανταγωνιστικών πρακτικών με σκοπό την εκμετάλλευσή ή την εκδίωξή τους από την αγορά.

Συνεπώς, οι ΜμΕ πρέπει να κατανοούν τη νομοθεσία για την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης ώστε να εντοπίσουν τις πρακτικές που εφαρμόζονται εις βάρος τους με σκοπό την εκμετάλλευση ή τον αποκλεισμό τους.

Ο ορισμός της δεσπόζουσας θέσης

Το άρθρο 2 του ν.3959/2011 απαγορεύει την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στην ελληνική αγορά, ιδίως:

α) στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη εύλογων τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής (π.χ. στην υπερβολική τιμολόγηση προϊόντων/υπηρεσιών ή στην τιμολόγηση κάτω του κόστους),

β) στον περιορισμό της παραγωγής, της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης με ζημία των καταναλωτών (π.χ. στον περιορισμό της δυνατότητας χρήσης νέων τεχνολογικών μέσων),

γ) στην εφαρμογή στο εμπόριο άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, ιδίως στην αδικαιολόγητη άρνηση πώλησης, αγοράς ή άλλης συναλλαγής, με αποτέλεσμα να περιέρχονται ορισμένες επιχειρήσεις σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό (π.χ. στη διακριτική μεταχείριση κλπ.),

δ) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσόμενων, πρόσθετων παροχών, οι οποίες από τη φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών (π.χ. στη δεσμοποίηση 2 διαφορετικών προϊόντων μαζί για την πώληση τους κλπ.).

Η λίστα των παραπάνω πρακτικών δεν είναι περιοριστική, καθώς και άλλες πρακτικές μπορεί να είναι καταχρηστικές.

Πότε υπάρχει η δεσπόζουσα θέση

Μία εταιρεία κατέχει δεσπόζουσα θέση συνήθως όταν έχει υψηλό μερίδιο αγοράς π.χ. μερίδιο αγοράς άνω του 40%, στη «σχετική αγορά» όπου δραστηριοποιείται, συνυπολογίζοντας και άλλα κριτήρια (π.χ. μερίδια ανταγωνιστών).

Η σχετική αγορά περιλαμβάνει το σύνολο των προϊόντων/υπηρεσιών που θεωρούνται από τον καταναλωτή εναλλάξιμα ή δυνάμενα να υποκατασταθούν μεταξύ τους, λόγω των χαρακτηριστικών τους, των τιμών τους και της χρήσης για την οποία προορίζονται.Τις αναλύσεις πραγματοποιεί η ΕΑ βάσει στοιχείων που συλλέγονται από την αγορά.

Τι πρέπει να παρατηρούν οι ΜμΕ

Οι ΜμΕ πρέπει να είναι προσεκτικές και να αντιδρούν σε περιπτώσεις όπου στην αγορά εμφανίζονται κάποιες από τις παρακάτω τιμολογιακές ή άλλες πρακτικές (χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλες αυτές οι πρακτικές απαγορεύονται, αλλά ότι πρέπει να εξεταστούν οι επιπτώσεις τους στον αποκλεισμό των ανταγωνιστών ή και αντι-ανταγωνιστικές επιπτώσεις στην αγορά).

Οι τιμολογιακές  πρακτικές

Οι μη-τιμολογιακές πρακτικές

Πώς μπορεί να αντιδράσει μια ΜμΕ σε τέτοιες πρακτικές

Σε κάποιες περιπτώσεις οι παραπάνω πρακτικές μπορεί να δικαιολογούνται (π.χ. άρνηση πώλησης σε όσους δεν πληρώνουν). Ωστόσο, σε άλλες περιπτώσεις οι πρακτικές εφαρμόζονται με σκοπό την εκδίωξη των ανταγωνιστών από την αγορά, περιορίζοντας έτσι τον ανταγωνισμό και ζημιώνοντας τους καταναλωτές.

Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή καλεί τις επιχειρήσεις, εάν έχουν πληροφορίες για την εφαρμογή τέτοιων πρακτικών στην αγορά από κάποια ισχυρή εταιρεία, να ενημερώσουν  την ΕΑ επώνυμα ή ανώνυμα χρησιμοποιώντας τις ψηφιακές της υπηρεσίες.

Απαγορευμένες συμπράξεις

Το άρθρο 1 του ν.3959/2011 για τον ελεύθερο ανταγωνισμό απαγορεύει τις συμπράξεις, εναρμονισμένες πρακτικές ή και αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού στην Ελληνική Επικράτεια, και ιδίως:

α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής (π.χ. οι έμποροι Α και Β συμφωνούν να πουλάνε τα ανταγωνιστικά τους προϊόντα στην ίδια τιμή),

β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων (π.χ. οι παραγωγοί Α και Β συμφωνούν να μειώσουν την παραγωγή και τη διάθεση των προϊόντων ώστε να αυξηθεί η τιμή τους λόγω τεχνητής έλλειψης),

γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού (π.χ. οι έμποροι Α και Β συμφωνούν να μοιράσουν τις περιοχές που θα πουλάνε τα προϊόντα τους, καθώς και από που θα αγοράζουν τα εμπορεύματά τους).

Σύμφωνα με την ΕΑ, είναι αυτονόητο ότι απαγορεύονται στους ανταγωνιστές που λειτουργούν σε μία «σχετική αγορά» (δηλαδή παρέχουν τα ίδια ή μεταξύ τους εναλλάξιμα προϊόντα/υπηρεσίες) όλων των ειδών οι συμφωνίες (προφορικές ή γραπτές, με συγκεκριμένο τύπο ή χωρίς) ή εναρμονισμένες πρακτικές (μοτίβο συντονισμού κινήσεων/πρακτικών ανταγωνιστών χωρίς να υπάρχει συμφωνία) που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα κάποια από τις παραπάνω πρακτικές. 

Η απαγόρευση ισχύει και για αποφάσεις συνδέσμου/ένωσης προς τα μέλη του με τέτοιο περιεχόμενο, δηλαδή εάν τέτοιου είδους αποφάσεις προέρχονται από σύνδεσμο/ένωση επιχειρήσεων όπου ανήκει η ΜμΕ, τότε οι αποφάσεις αυτές είναι παράνομες. 

Επίσης, ενδέχεται να είναι αντι-ανταγωνιστικές,  συμπράξεις, εναρμονισμένες πρακτικές ή/και αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων με σκοπό ή αποτέλεσμα:

α) την εφαρμογή στο εμπόριο άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, ιδίως στην αδικαιολόγητη άρνηση πώλησης, αγοράς ή άλλης συναλλαγής, κατά τρόπο που δυσχεραίνει τη λειτουργία του ανταγωνισμού (π.χ. οι παραγωγοί Α και Β συμφωνούν να μην εφοδιάζουν μια συγκεκριμένη ομάδα λιανοπωλητών),

β) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσόμενων, πρόσθετων παροχών, οι οποίες από τη φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών (π.χ. οι έμποροι Α και Β συμφωνούν να πωλούν τα νέα προϊόντα μόνο μαζί με παλιό στοκ).

Τι πρέπει να κάνουν οι ΜμΕ 

Γενική αρχή για κάθε επιχείρηση, είναι να εφαρμόζει μόνο τη δική της αυτόνομη εμπορική πολιτική, ιδιαίτερα αναφορικά με την τιμολόγηση και τις πωλήσεις της, την παραγωγή και εμπορία και τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς. 

Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να συντονίζει τις εμπορικές τις ενέργειες με άλλες επιχειρήσεις (π.χ. είτε αφορούν τιμές αγοράς ή πώλησης προϊόντων, σε ποιους πελάτες και σε ποιες περιοχές θα πουλάνε προϊόντα, εάν θα μειώσουν την παραγωγή, εάν θα γίνει μποϋκοτάζ άλλων επιχειρήσεων, εάν θα μοιράσουν διαγωνισμούς προμήθειας, τι είδους και πόσο έκπτωση θα κάνουν κλπ.).  Ούτε πρέπει να δίνει πληροφορίες σε ανταγωνιστές (άμεσα ή έμμεσα) για αποφάσεις ή ποιοτικούς/ποσοτικούς παράγοντες που διαμορφώνουν την εμπορική και τιμολογιακή πολιτική τώρα ή στο μέλλον (π.χ. κόστος, τζίρους, πωλήσεις, θέματα παραγωγής, σχέδια επενδύσεων, εκπτώσεις, προωθητικές ενέργειες κλπ.). 

Πότε επιτρέπονται οι συμφωνίες

Μία ΜμΕ μπορεί να έρθει σε συνεννόηση με ανταγωνιστές της για θέματα που δεν έχουν αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού ή δεν επηρεάζουν σημαντικά τον ανταγωνισμό, εφόσον το συνολικό μερίδιο που κατέχουν στη συγκεκριμένη αγορά που δραστηριοποιούνται είναι <10% (εάν αφορά συμφωνία μεταξύ μη-ανταγωνιστών τότε το ποσοστό είναι <15%).

Οι ειδικές κατηγορίες συμφωνιών

Στο πλαίσιο συμφωνιών κοινής προμήθειας (π.χ. ένας όμιλος αγορών μεταξύ ανταγωνιστών για κοινές προμήθειες), τα μέρη μπορούν να συμφωνούν ως προς την τιμή της κοινής προμήθειας/αγοράς από τους προμηθευτές τους.

Ειδικές κατηγορίες συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων (π.χ. συμφωνίες εξειδίκευσης και κοινής παραγωγής, συμφωνίες Έρευνας & Ανάπτυξης (R&D), συμφωνίες μεταφοράς τεχνολογίας) ενδέχεται να διαφέρουν ως προς την αντιμετώπιση ορισμένων πρακτικών.

Οι ΜμΕ ως μέλη δικτύου

Σε πολλές περιπτώσεις οι ΜμΕ λειτουργούν ως μεταπωλητές προϊόντων που αγοράζουν από μεγαλύτερες επιχειρήσεις ή ως διανομείς για προϊόντα/υπηρεσίες εντός κάποιου δικτύου, το οποίο έχει δημιουργηθεί από μεγαλύτερη επιχείρηση με μια συγκεκριμένη μορφή, π.χ. δίκτυο «αποκλειστικής διανομής», δίκτυο «επιλεκτικής διανομής», δίκτυο «franchise» κλπ.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχουν κανόνες για το τι απαγορεύεται και τι επιτρέπεται να επιβληθεί προς τις ΜμΕ (βάσει του ν.3959/2011 και του Κανονισμού (ΕΕ) 330/2010).

Για την ισχύ των κανόνων αυτών οι ΜμΕ πρέπει να αποτελούν ανεξάρτητες εταιρείες, δηλαδή να αγοράζουν και να μεταπωλούν προϊόντα ή/και να φέρουν κινδύνους ως προς τις συμβάσεις που συνάπτουν/διαπραγματεύονται ακόμα και για λογαριασμό άλλης επιχείρησης (ή ως προς τις επενδύσεις που απαιτούνται στη συγκεκριμένη αγορά ή άλλες δραστηριότητες π.χ. έξοδα διαφήμισης).

Ποιες πρακτικές απαγορεύονται

Ως προς το θέμα των τιμών των προϊόντων μεταπώλησης, ο προμηθευτής απαγορεύεται να σας καθορίσει (άμεσα ή έμμεσα μέσω κυρώσεων, απειλών και διακριτικής μεταχείρισης, μέτρα εντοπισμού και καταγγελίες):

Ως προς το θέμα των περιοχών ή/και πελατών, ο προμηθευτής δεν μπορεί να  απαγορεύσει  σε μια επιχείρηση (άμεσα ή έμμεσα):

Επίσης, ο προμηθευτής σας δεν επιτρέπεται:

Περαιτέρω, ο προμηθευτής σας δεν επιτρέπεται:

Οι κυρώσεις

Για τις παραβιάσεις του ν.3959/2011 για τον ελεύθερο ανταγωνισμό, εκτός των αποφάσεων για την παύση και παράλειψη των πρακτικών, μπορούν να επιβληθούν σημαντικές διοικητικές και ποινικές κυρώσεις.

Ενδεικτικά, για παραβίαση της σχετικής νομοθεσίας επιβάλλονται σημαντικά πρόστιμα (έως 10% του συνολικού κύκλου εργασιών ή το κέρδος που αποκομίστηκε από την παράνομη πρακτική). Επιπλέον αυτοτελή πρόστιμα μπορούν να καταλογιστούν στους υπευθύνους των εταιρειών για παραβίαση του νόμου και συγκεκριμένα έως 150.000 ευρώ για παραβίαση του άρθρου 1 ή έως 1.000.000 ευρώ σε περίπτωση καρτέλ μεταξύ ανταγωνιστών, καθώς και έως 300.000 ευρώ για παραβίαση του άρθρου 2 (δεσπόζουσα θέση). 

Άλλα πρόστιμα μπορούν να επιβληθούν για την καθυστέρηση συμμόρφωσης με απόφαση (10.000 ευρώ ανά μέρα), ενώ πρόστιμο έως το 1% του κύκλου για άρνηση/καθυστέρηση παροχής πληροφοριών.

Εκτός των προστίμων, ο νόμος προβλέπει και ποινή φυλάκισης (2 έως 5 έτη) για τις παραβάσεις του άρθρου 1 του ν.3959/2011 αλλά και για την παρεμπόδιση των ερευνών (τουλάχιστον 6 μήνες). 

Τέλος, η συμμετοχή σε καρτελικές πρακτικές μπορεί να επιφέρει τον αποκλεισμό από μελλοντικούς διαγωνισμούς.

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων