Η κρυφή απειλή για τους τζίρους Νουνού, Γιώτη, ΔΕΛΤΑ, P&G, ΜΕΓΑ και Numil

Παράπλευρες απώλειες για τις παραγωγικές και εμπορικές εταιρείες, από τη μείωση των γεννήσεων. Τι δείχνουν τα στοιχεία κατανάλωσης από την IRI και τι αποκαλύπτουν οι ισολογισμοί των Γιώτης, Friesland Campina (NOYNOY), ΔΕΛΤΑ, P&G κ.ά.

Δημοσιεύθηκε: 6 Οκτωβρίου 2022 - 08:58

Load more

Το 2021 ήταν μια καλή χρονιά για τις επιχειρήσεις και την εθνική οικονομία. Μετά το σοκ της πανδημίας, του 2020, η αύξηση του τουριστικού ρεύματος και η επιστροφή σε μια μορφή κανονικότητας -επαναλειτουργία της αγοράς με περιορισμό των μέτρων προστασίας από την Covid-, βοήθησαν την οικονομία να ανακτήσει το χαμένο έδαφος και τις εταιρείες να εμφανίσουν σημαντική ανάπτυξη. Αυτό τουλάχιστον μαρτυρούν οι οικονομικές καταστάσεις των επιχειρήσεων και η πορεία του ΑΕΠ.

Πέρυσι, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η ελληνική οικονομία «έτρεξε» με ρυθμό ανάπτυξης 8,3%, στα 181 δισ. ευρώ. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 21,9%, οι εισαγωγές 16,1%, η κατανάλωση 6,8% και οι επενδύσεις 9,3%.

Ανοδική πορεία που αποτυπώνεται και στις οικονομικές καταστάσεις των επιχειρήσεων, η πλειονότητα των οποίων κατάφερε να καλύψει τις απώλειες του 2020 και κάποιες εξ αυτών να επιστρέψουν ή και να υπερβούν τα μεγέθη του 2019.

Βέβαια η επιστροφή στην κανονικότητα διεκόπη βίαια με το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, την κατακόρυφη άνοδο των τιμών των πρώτων υλών, τον πληθωρισμό και κατ’ επέκταση τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος, που κτυπά οριζόντια όλους και πολύ περισσότερο τους χαμηλόμισθους και χαμηλοσυνταξιούχους. Όμως, πέρα από την τελευταία κρίση, υπάρχει μια κρυφή απειλή, ωρολογιακή βόμβα σύμφωνα με κάποιους, που επηρεάζει ήδη και θα συνεχίσει να επηρεάζει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση στο μέλλον την εθνική οικονομία, τις επιχειρήσεις και την κατανάλωση.

Πρόκειται για τη γήρανση του πληθυσμού και τη μείωση των γεννήσεων. Σήμερα το 23% του πληθυσμού είναι άνω των 65 ετών και μόλις το 14% κάτω των 14, όταν το 1962 τα στοιχεία ήταν αντεστραμμένα. Το 1962, το 8% του πληθυσμού ήταν άνω των 65 ετών και το 26% κάτω των 14 ετών.

Την ίδια στιγμή, ο αριθμός των γεννήσεων βαίνει μειούμενος. Μέχρι και το 1998, ο αριθμός των γεννήσεων ήταν υψηλότερος από τους θανάτους. Από τις αρχές του 2000, η σχέση των δύο έχει αντιστραφεί, ενώ από το 2008 και έπειτα, οι γεννήσεις υποχώρησαν κάτω από τις 100.000 -το 2013 ήταν 94 χιλ.-, όταν το 2008 ήταν 112 χιλ. και το 1980 πάνω 140 χιλ.

Αυτή η κατάσταση δεν φαίνεται να βελτιώνεται. Αντιθέτως, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, ο πληθυσμός της Ελλάδας προβλέπεται να υποχωρήσει στα 8,1 εκατ. έως το 2100 -μια μείωση του πληθυσμού κατά 2,5 εκατ. άτομα ή 24% σε σχέση με το 2021. Ενώ το 2100 το πραγματικό ΑΕΠ αναμένεται να έχει μειωθεί κατά 58 δισ. ευρώ (ή 31%) σε σχέση με το 2019, η απασχόληση κατά 2,1 εκατ. άτομα (ή 48%), τα δημοσιονομικά έσοδα κατά 14 δισ. ευρώ (ή 19%) και το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά περίπου 1.740 ευρώ (ή 10%).

Και αν το 2100 φαντάζει και είναι κάτι πολύ μακρινό -οι περισσότεροι εξ ημών δεν θα ζούμε τότε-, η μείωση των γεννήσεων «κτυπά» το core business εταιρειών που στήριξαν και στηρίζουν μέρος των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων στα παιδιά.

Τι αποκαλύπτουν οι ισολογισμοί

Ας πάρουμε για παράδειγμα την περίπτωση της Friesland Campina (NOYNOY). Η ελληνική θυγατρική του ευρωπαϊκού γίγαντα γαλακτοκομικών προϊόντων και παιδικών τροφών κατάφερε πέρυσι να αυξήσει τις πωλήσεις της στα 273,8 εκατ. ευρώ, από 257,575 εκατ. ευρώ το 2020 και 274,9 εκατ. ευρώ το 2019.

Όμως, μια πιο ενδελεχής εξέταση των αποτελεσμάτων της αποκαλύπτει τη μείωση της αξίας των πωλήσεων παιδικών τροφών. Πέρυσι οι πωλήσεις σε αξία (η εταιρεία δεν δίνει στοιχεία για τον όγκο) της κατηγορίας των παιδικών τροφών υποχώρησαν στα 23,9 εκατ. ευρώ από 24,6 εκατ. ευρώ το 2020. Πρόκειται για τη δεύτερη χειρότερη επίδοσή της την τελευταία πενταετία.

Εξίσου ενδιαφέρον έχουν τα αποτελέσματα της ΔΕΛΤΑ. Οι πωλήσεις του γαλακτοκομικού βραχίονα του ομίλου Vivartia αυξήθηκαν πέρυσι οριακά 1,6% στα 279,6 εκατ. ευρώ, λόγω της αύξησης των εξαγωγών και της συμβολής της θυγατρικής της στη Βουλγαρία της UMC που περνά στον έλεγχο του ομίλου Σαράντη. Αν και η εταιρεία δεν δίνει ακριβή στοιχεία για το πώς κινήθηκαν οι πωλήσεις της σε επιμέρους κατηγορίες για τα παιδικά της προϊόντα, αναφέρει πως οι πωλήσεις σε όγκο του παιδικού γάλακτος μειώθηκαν πέρυσι 5,9% σε όγκο και 4,4% σε αξία, με τη συνολική αγορά του βρεφικού και παιδικού γιαουρτιού να έχει καταγράψει απώλειες 2,8% σε όγκο και 2,1% σε αξία, επηρεασμένη κυρίως από τη φθίνουσα πορεία του παιδικού γιαουρτιού, που σημείωσε πτώση 6,4% σε όγκο και -6,2% σε αξία αντίστοιχα.

Η Numil Hellas που δραστηριοποιείται στην κατηγορία των βρεφικών και παιδικών γαλάτων πέτυχε πέρυσι οριακή αύξηση 3,3% στις πωλήσεις της, που ανήλθαν στα 16,7 εκατ. ευρώ, όμως δεν δίνει στοιχεία για την πορεία του όγκου. Ενώ η βιομηχανία ΓΙΩΤΗΣ, γνωστή και για τις βρεφικές και παιδικές κρέμες, σε επίπεδο ομίλου κατάφερε να διατηρήσει τον τζίρο της πάνω από τα 103 εκατ. ευρώ (-6,5% σε σχέση με το 2020) αλλά σε επίπεδο μητρικής οι πωλήσεις της μειώθηκαν κατά 10 εκατ. ευρώ ή 11%, δηλαδή με ταχύτερο ρυθμό απ’ ό,τι σε ενοποιημένο επίπεδο.

Τι δείχνουν τα στοιχεία για την κατανάλωση από την IRI

Οι ισολογισμοί βασικών παικτών στις κατηγορίες βρεφικών και παιδικών προϊόντων δείχνει την τάση, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία της εταιρείας ερευνών IRI. Οι πωλήσεις σε όγκο της κατηγορίας παιδικά γάλατα μειώθηκαν 12,69% την περίοδο 2019-2021. Η πίεση στην κατηγορία συνεχίζεται και εφέτος. Το επτάμηνο Ιανουαρίου - Ιουλίου κατεγράφη νέα πτώση των πωλήσεων σε όγκο κατά 5,4% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2021. Αντιθέτως η αξία, λόγω των ανατιμήσεων, αυξήθηκε κατά 2,8% και η μέση τιμή διαμορφώθηκε εφέτος στο 1,73 ευρώ από 1,6 ευρώ πέρυσι και 1,49 ευρώ το 2019.

Απώλειες 5,6% σε όγκο και 1,8% σε αξία κατέγραψε στο επτάμηνο και η κατηγορία των παιδικών γιαουρτιών. Οι πωλήσεις, με βάση τα στοιχεία της IRI, υποχώρησαν στα 11,9 εκατ. ευρώ και ο όγκος στο 1,89 εκατ. τεμάχια. Με τη μέση τιμή ανά τεμάχιο να διαμορφώνεται εφέτος στα 6,3 ευρώ, από 6,06 ευρώ πέρυσι και 6,1 ευρώ το 2019.

Υπό πίεση βρίσκεται και η κατηγορία του γάλακτος 1ης βρεφικής ηλικίας. Οι πωλήσεις από 7,6 εκατ. ευρώ το 2019, υποχώρησαν πέρυσι στα 7,095 εκατ. ευρώ, ενώ σε επίπεδο επταμήνου αυξήθηκαν 5,4% λόγω των ανατιμήσεων. Σε επίπεδο όγκων η κατανάλωση μειώθηκε μεταξύ 2019-2021 κατά 12,6% και το επτάμηνο Ιανουαρίου - Ιουλίου 0,4%. Η σημαντική υποχώρηση των πωλήσεων τα προηγούμενα χρόνια οφείλεται εκτός από τη μείωση των γεννήσεων λόγω και της μείωσης των εξωσωματικών εξαιτίας της καραντίνας και στη στροφή των καταναλωτών προς τα φαρμακεία. Σε ό,τι αφορά τη μέση τιμή από 15,05 ευρώ το 2019 αυξήθηκε εφέτος στα 16,8 ευρώ ή 11,62% και από πέρυσι κατά 4,8%.

Η κατηγορία που εμφανίζει διαχρονικά τις μεγαλύτερες απώλειες -βασικοί παίκτες είναι εταιρείες όπως η ΜΕΓΑ και η P&G, που ρίχνουν πλέον το βάρος τους στις πάνες για ενήλικες- είναι οι βρεφικές και παιδικές πάνες. Ο τζίρος από 54 εκατ. ευρώ υποχώρησε πέρυσι στα 49 εκατ. ευρώ ενώ εφέτος εμφανίζει, έστω και οριακή, αύξηση 2,5% σε αξία λόγω των ανατιμήσεων.

Σε επίπεδο τεμαχίων οι απώλειες είναι μεγαλύτερες. Από 5,735 εκατ. τεμάχια που πουλήθηκαν το 2019 και 5,314 εκατ. το 2020, πέρυσι η κατανάλωση έπεσε στα 5,194 εκατ. τεμάχια. Πτωτική τάση που συνεχίζεται και τη φετινή χρονιά. Στο επτάμηνο, οι πωλήσεις σε όγκο μειώθηκαν 7,4% και 5,9% σε τεμάχια με τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας να εμφανίζουν μείωση 3,3% σε όγκο, 13,2% τεμάχια και 13,5% σε αξία. Σε ό,τι αφορά τη μέση τιμή, από 9,42 ευρώ το 2019 και 9,43 ευρώ πέρυσι, εφέτος ξεπέρασε τα 10,21 ευρώ.

Υπό πίεση βρίσκονται τα τελευταία χρόνια και οι παιδικές κρέμες. Από πωλήσεις 6,959 εκατ. ευρώ το 2019 και 6,633 εκατ. ευρώ το 2020, αυτές υποχώρησαν πέρυσι στα 6,3 εκατ. ευρώ ενώ στο φετινό επτάμηνο Ιανουαρίου - Ιουλίου, λόγω των ανατιμήσεων, αυξήθηκαν 6,8%. Σε επίπεδο τεμαχίων από το 2019 έως και πέρυσι έχουν «χαθεί» 452.668 τεμάχια, δηλαδή μείωση της κατανάλωσης κατά 17,58%. Όσο για τη μέση τιμή ανά τεμάχιο, αυτή έχει αυξηθεί από το 2019 έως σήμερα κατά 20%.

Η μοναδική κατηγορία βασικών παιδικών-βρεφικών προϊόντων που τα τελευταία χρόνια εμφανίζει ανάπτυξη σε αξία και όγκο είναι αυτή των μωρομάντηλων και δη των επώνυμων προϊόντων. Κάτι που συνδέεται, σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, με την πανδημία και την κατανάλωση των συγκεκριμένων προϊόντων και από τους ενήλικες. Οι πωλήσεις σε αξία της κατηγορίας την περίοδο 2019-2021 αυξήθηκαν 13,18%, 27,3% σε όγκο και 7,55% σε τεμάχια. Ανοδική τάση που διατηρήθηκε και στο επτάμηνο, όπου οι πωλήσεις αυξήθηκαν 3,4% σε αξία, 7,9% σε όγκο και 4% σε τεμάχια. Με τη μέση τιμή ανά τεμάχιο να έχει αυξηθεί από το 2019 κατά 4,7%.

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων