Μια ιδιαίτερα αντιφατική εικόνα, όπου η οικονομία αναπτύσσεται μεν, αλλά η ευημερία, οι μισθοί και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων μένουν καθηλωμένα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παρουσιάζει για την Ελλάδα η ενδιάμεση έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ.
Έτσι, και παρά το γεγονός ότι οι ονομαστικοί μισθοί στην Ελλάδα, έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, όταν προσαρμοστούν στο πραγματικό κόστος ζωής (μονάδες αγοραστικής δύναμης - PPS), φέρνουν τους Έλληνες εργαζόμενους να λαμβάνουν σημαντικά χαμηλότερες αποδοχές όχι μόνο από τους Ευρωπαίους, αλλά ακόμη και από τους εργαζόμενους σε χώρες των Βαλκανίων.
Η απόκλιση αυτή μάλιστα, δεν είναι τυχαία ή αποσπασματική, αλλά συνδέεται άμεσα με δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας και αγοράς εργασίας: αδύναμη παραγωγική βάση και περιορισμένη βιομηχανική απασχόληση, ήτοι λιγότερες θέσεις υψηλής παραγωγικότητας και υψηλών αποδοχών, μεγάλη εξάρτηση από τον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών με χαμηλές αποδοχές και κατανάλωση έναντι παραγωγικών επενδύσεων με αποτέλεσμα το ΑΕΠ να αυξάνεται χωρίς να οδηγεί σε αύξηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των μισθωτών.
Η κατανάλωση των νοικοκυριών αποτελεί πολύ μεγάλο ποσοστό του ΑΕΠ σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ οι επενδύσεις — κατά κύριο λόγο σε κατοικίες και όχι σε παραγωγικά μέσα — δεν μετουσιώνονται σε αύξηση παραγωγικότητας ή σε ποιοτικές θέσεις εργασίας.
Η ενδιάμεση έκθεση της ΓΣΕΕ για την Ελληνική Οικονομία που δόθηκε χθες, στη δημοσιότητα, φωτογραφίζει μια γνώριμη κατάσταση στην Ελλάδα, αλλά και ένα από τα πλέον δυσεπίλυτα προβλήματα: η οικονομική μεγέθυνση των τελευταίων ετών δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αύξηση της ευημερίας των εργαζόμενων, παρά το γεγονός ότι η χώρα εμφανίζει ρυθμούς ανάπτυξης που σε ορισμένες περιόδους ξεπερνούν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Οι επιστημονικοί συνεργάτες των συνδικάτων, δεν κρύβουν την ανησυχία τους, επισημαίνοντας ότι «η Ελλάδα, εξαιτίας θεσμικών και αναπτυξιακών εμπλοκών που παρουσιάζει, υπολείπεται σημαντικά ακόμη και έναντι κρατών-μελών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων σε μια σειρά κρίσιμους δείκτες της αγοράς εργασίας και των συνθηκών διαβίωσης των εργαζομένων».
Είναι χαρακτηριστικό πως σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, το 2024 ο μέσος ετήσιος μισθός στην χώρα μας, σε επίπεδο αγοραστικής δύναμης περιορίστηκε στις 21.486 μονάδες ήτοι στο 59,1% του μέσου ευρωπαϊκού (36.382), όταν το 2019 βρισκόταν στο 61,2% (18.204 έναντι 29.738) και το 2009 στο 91,8% ήτοι 22.107 έναντι 24.087 στην Ε.Ε.
Οι συνθήκες υποαμοιβής των μισθωτών στη χώρα μας σε σχέση με τις υπόλοιπες οικονομίες της ΕΕ είναι οριζόντιες, καλύπτοντας σχεδόν όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας.
Η εικόνα παραμένει εξίσου προβληματική, αν σταθμίζουμε τις συνολικές αποδοχές των μισθωτών με τις ώρες εργασίας τους. Ειδικότερα, το μέσο ωρομίσθιο των Ελλήνων εργαζομένων σε όρους PPS ανερχόταν το 2024 σε 11,3, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,3, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 18,1 και στις οικονομίες της Περιφέρειας 20,4.
Σημειώνεται ότι οι συνθήκες υποαμοιβής των μισθωτών στη χώρα μας σε σχέση με τις υπόλοιπες υπό εξέταση οικονομίες της ΕΕ είναι οριζόντιες, καλύπτοντας σχεδόν όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας.
Ενδεικτικά, το 2024 στους κλάδους της Βιομηχανίας (πλην Κατασκευών) το μέσο ωρομίσθιο σε όρους PPS στην Ελλάδα διαμορφώθηκε σε 14,1, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,1, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 15,2 και στις οικονομίες της Περιφέρειας 21,4.
Επίσης, το ίδιο έτος στις υπηρεσίες οι ωριαίες αποδοχές των μισθωτών στην Ελλάδα σε όρους PPS αντιστοιχούσαν μόλις στο 72% του αντίστοιχου μέσου επιπέδου των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, στο 56,5% των κρατών-μελών των Βαλκανίων και στο 54,4% των οικονομιών της Περιφέρειας.
Παράλληλα, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από μια υψηλή εξάρτηση από την κατανάλωση και τις περιορισμένες επενδύσεις ως συνιστώσες του ΑΕΠ. Σύμφωνα με την έκθεση, η κατανάλωση των νοικοκυριών αντιστοιχούσε στο 67,7% του ΑΕΠ το 2024, έναντι 51,1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά.
Παρά την αύξηση των επενδύσεων, αυτές παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ το εμπορικό έλλειμμα διευρύνεται, αποτυπώνοντας τη συνεχιζόμενη εξάρτηση από εισαγωγές, ειδικά σε τεχνολογίας και μεσαίας τεχνολογίας προϊόντα. Η έλλειψη ισχυρού μεταποιητικού πυλώνα στην οικονομία έχει άμεσες επιπτώσεις στους μισθούς, όπως φάνηκε παραπάνω.
Οι χαμηλές επιδόσεις που καταγράφει η Ελλάδα σε σχέση με άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ όσον αφορά την εξέλιξη βασικών ποσοτικών και εισοδηματικών δεικτών της αγοράς εργασίας αντικατοπτρίζονται και σε αντίστοιχες αποκλίσεις σε μια σειρά μεγέθη που αποτυπώνουν το επίπεδο διαβίωσης πολιτών και εργαζομένων.
Αν και είναι γεγονός ότι η χώρα μας εμφανίζει πλέον βελτιωμένες επιδόσεις σε αρκετούς δείκτες συνθηκών διαβίωσης, η απόσταση που τη χωρίζει με άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ σε ορισμένους από αυτούς παραμένει μεγάλη, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η απόσταση αυτή έχει αυξηθεί, παρά το πέρας της οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του 2010, επισημαίνει η έκθεση.
Ενδεικτικά, το ποσοστό των μισθωτών που διαβιούσαν σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης ήδη από το 2024 διαμορφώθηκε στο 21%, υπερβαίνοντας κατά 12,6 ποσοστιαίες μονάδες τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μάλιστα, σε σχέση με τα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, το ποσοστό στη χώρα μας ήταν υψηλότερο κατά τουλάχιστον 16 ποσοστιαίες μονάδες.
Το 18,5% των ατόμων σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά δήλωναν αδυναμία να διατηρήσουν επαρκώς ζεστή την οικία τους, έναντι μέσου ποσοστού 10,4% στα κράτη-μέλη της Βαλκανικής. Το 46,6% του πληθυσμού σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα μέλη, δηλώνει αδυναμία να ανταποκριθεί σε πάγιες πληρωμές, όπως ενοίκιο ή δόση δανείου, λογαριασμοί νερού, ηλεκτρικού ρεύματος, δόσεις πιστωτικών καρτών κ.ά. Το ποσοστό αυτό, είναι υψηλότερο κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το αντίστοιχο μέσο ποσοστό στα κράτη-μέλη της Βαλκανικής.
Τέλος, σύμφωνα με την μελέτη, δυσβάσταχτο αποδεικνύεται το κόστος στέγασης, καθώς το ποσοστό δαπανών στέγασης στο διαθέσιμο εισόδημα έφθασε στο 35,5% , ενώ για μονοπρόσωπα νοικοκυριά, υπερέβη το 51%. Για τετραμελή νοικοκυριά που αποτελούνται από δύο ενήλικες με δύο εξαρτώμενα μέλη, η δαπάνη έφθασε το 34,8% του διαθέσιμου εισοδήματός.
Οι επιδόσεις αυτές, είναι οι χειρότερες μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Σχεδόν για το 29%, το στεγαστικό κόστος ήταν μεγαλύτερο από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός. Το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης του κόστους στέγασης ανάλογα με το καθεστώς ιδιοκτησίας της κατοικίας ανήλθε το 2024 ανερχόταν στο 37,4% (τρίτο υψηλότερο στην ΕΕ), ενώ για τα άτομα σε ιδιόκτητη κατοικία, χωρίς δάνειο ή υποθήκη σε εκκρεμότητα, ήταν 25,7% (το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ).
Για τα άτομα τέλος, που ανήκαν στην ασθενέστερη εισοδηματική κατηγορία, το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης του κόστους στέγασης ανερχόταν στο 88,6% (έναντι 27,8% στην ΕΕ), ενώ για τα πλουσιότερα άτομα στο 1,4% (συγκριτικά με 0,7% στην ΕΕ).