Η τελευταία ανάλυση της S&P Global Ratings για την Ελλάδα και την Κύπρο σκιαγραφεί μια εικόνα ουσιαστικής βελτίωσης σε σχέση με το παρελθόν, αλλά και σαφών ορίων ως προς το πόσο γρήγορα μπορούν να κινηθούν οι δύο χώρες σε υψηλότερες βαθμίδες αξιολόγησης.
Στο σκέλος των θετικών παραγόντων, η S&P καταγράφει ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης που υπερβαίνουν συστηματικά τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Τα στοιχεία δείχνουν ότι την περίοδο 2024-2026 η Ελλάδα και η Κύπρος αναπτύσσονται με ρυθμούς κοντά στο 2%-3%, όταν η ευρωζώνη κινείται χαμηλότερα, γεγονός που ενισχύει τη δυναμική των δημοσίων οικονομικών. Η υπεραπόδοση αυτή είναι πιο έντονη στο εγγύς διάστημα και συνδέεται άμεσα με τους ευρωπαϊκούς πόρους, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Ελλάδας, όπου η απορρόφηση κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης λειτουργεί ως βασικός μοχλός ζήτησης.
Oι ακριβείς εκτιμήσεις του οίκου για την Ελλάδα είναι 2,1% για το 2025, 2,3% φέτος και μικρή πτώση σε 2% και 1,9% τα επόμενα δύο έτη. Για την Κύπρο, οι ρυθμοί είναι σαφώς υψηλότεροι με 3,3% πέρυσι, 2,8% φέτος και 2,9% για τα επόμενα δύο έτη.
Η δημοσιονομική εικόνα αποτελεί δεύτερο σαφές πλεονέκτημα. Τα διαγράμματα της S&P δείχνουν ότι τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος επιτυγχάνουν ταχύτερη δημοσιονομική προσαρμογή σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης, με τα ελλείμματα να περιορίζονται και τα ισοζύγια να βελτιώνονται σταθερά έως το 2028.
Παράλληλα, η δυναμική του δημόσιου χρέους εμφανίζεται σαφώς βελτιωμένη σε σχέση με πριν από πέντε χρόνια. Στην Ελλάδα, το χρέος παραμένει υψηλό ως ποσοστό του ΑΕΠ, ωστόσο τα διαγράμματα καταγράφουν σταθερή αποκλιμάκωση και, κυρίως, τη διατήρηση σημαντικού ταμειακού αποθέματος, το οποίο η S&P αντιμετωπίζει ως ουσιαστικό «μαξιλάρι» έναντι εξωτερικών σοκ.
Η εικόνα αυτή αντιπαραβάλλεται με μια σειρά από αδυναμίες που επαναλαμβάνονται με συνέπεια σε όλα τα σχετικά γραφήματα. Πρώτη και σημαντικότερη είναι ο εξωτερικός τομέας. Ελλάδα και Κύπρος καταγράφουν από τα υψηλότερα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών στην ευρωζώνη, όχι ως συγκυριακό φαινόμενο, αλλά ως διαρθρωτικό χαρακτηριστικό. Τα διαγράμματα για την περίοδο 2017-2028 δείχνουν ότι τα ελλείμματα παραμένουν επίμονα, με την Ελλάδα να εμφανίζει υψηλή καθαρή εξωτερική θέση χρέους και την Κύπρο να εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από εισροές κεφαλαίων.
Σημαντική αδυναμία αποτελεί και η σύνθεση αυτών των εξωτερικών ροών. Στην Ελλάδα, μέρος του ελλείμματος καλύπτεται από κεφάλαια του NextGenerationEU, γεγονός που βελτιώνει βραχυπρόθεσμα την εικόνα αλλά δεν εξαλείφει τον διαρθρωτικό χαρακτήρα του προβλήματος. Στην Κύπρο, αντίθετα, τα διαγράμματα δείχνουν μετατόπιση προς άμεσες ξένες επενδύσεις ως βασική πηγή χρηματοδότησης, εξέλιξη που θεωρείται ποιοτικά καλύτερη, αλλά παραμένει ευάλωτη σε αλλαγές του διεθνούς κλίματος.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η S&P και στο ενεργειακό προφίλ των δύο οικονομιών. Τα διαγράμματα για την εξάρτηση από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες τοποθετούν την Ελλάδα και την Κύπρο στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης, με εξαιρετικά υψηλή συμμετοχή πετρελαϊκών προϊόντων στο ενεργειακό μείγμα. Παρά τη σταδιακή αύξηση των ανανεώσιμων πηγών, η εικόνα αυτή εξακολουθεί να επιβαρύνει το εξωτερικό ισοζύγιο και να αυξάνει την ευαισθησία σε διακυμάνσεις των διεθνών τιμών ενέργειας.
Τέλος, η S&P ενσωματώνει στις αδυναμίες και μακροπρόθεσμους παράγοντες, όπως οι δημογραφικές πιέσεις και η κλιματική αλλαγή, οι οποίοι δεν αποτυπώνονται άμεσα στους βραχυπρόθεσμους δείκτες, αλλά λειτουργούν ως σταθερό φρένο στις πιστοληπτικές προοπτικές. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι οι δυνάμεις Ελλάδας και Κύπρου βρίσκονται στην ανάπτυξη και στη δημοσιονομική προσαρμογή, ενώ οι αδυναμίες εντοπίζονται στον εξωτερικό τομέα και στην ενεργειακή εξάρτηση. Όσο το ισοζύγιο αυτό παραμένει αμετάβλητο, οι αξιολογήσεις μπορούν να συγκλίνουν με την ευρωζώνη, αλλά δύσκολα θα ξεφύγουν από τα τρέχοντα όριά τους.