Είναι σαν να βρίσκεσαι στο σπίτι σου, να ανοίγεις το ψυγείο ή το ντουλάπι και να παίρνεις ότι θέλεις. Μόνο έτσι μπορεί να περιγράψει κανείς την εμπειρία, γιατί περί εμπειρίας πρόκειται, σε ένα Amazon Fresh ή Amazon Go.
Κι όμως αυτά τα χωρίς ταμείο και υπαλλήλους καταστήματα μέσω των οποίων η Amazon, θέλησε να ξαναγράψει τους όρους του λιανεμπορίου τροφίμων κλείνουν. Γιατί ωραία η τεχνολογία, αλλά δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα για την Amazon που την Τρίτη ανακοίνωσε ότι κατεβάζει ρολά σε αυτό το φιλόδοξο σχέδιο, ενώ έγινε γνωστό ότι προχωρά σε απολύσεις 16.000 εργαζομένων της.
Η Amazon δεν εγκαταλείπει τα τρόφιμα. Ο μεγαλύτερος παίκτης του παγκόσμιου ηλεκτρονικού εμπορίου περιορίζει τις επιλογές του στο φυσικό δίκτυο τροφίμων, εστιάζοντας στη Whole Foods Market και στις υπηρεσίες ταχείας παράδοσης.
Όμως για μια εταιρεία που επένδυσε όσο λίγες προ οκταετίας στην υπόσχεση ότι η τεχνολογία μπορεί να επανασχεδιάσει ριζικά την εμπειρία του σούπερ μάρκετ, η απόφαση να κλείσει αυτό το υβριδικό δίκτυο σούπερ μάρκετ έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Υποδηλώνει ότι ακόμη και για την Amazon, με το μέγεθος, τα δεδομένα και τις υποδομές που διαθέτει, το «μπακάλικο» παραμένει μια δραστηριότητα βαθιά συνδεδεμένη με τη συνήθεια, την εγγύτητα και την εμπιστοσύνη.
Μάλιστα η εμπειρία της Amazon δείχνει ότι το ηλεκτρονικό κομμάτι είναι ακριβό σπορ ακόμη και για έναν κολοσσό σαν και αυτή και ότι το πρόβλημα δεν είναι η τεχνολογία, αλλά η τελική γραμμή. Και αν αυτό ισχύει για τον μεγαλύτερο παίκτη του παγκόσμιου e-commerce, τα όρια για μια μικρή αγορά, όπως η ελληνική, που μόλις τα τελευταία χρόνια πειραματίζεται στο online κανάλι σούπερ μάρκετ φαίνεται να είναι πεπερασμένα.
Όπως δείχνουν τα τελευταία στοιχεία των Circana και Convert Group, ο κύκλος εργασιών των ηλεκτρονικών καταστημάτων των αλυσίδων ανήλθε στα 310 εκατ. ευρώ το 2025, καταγράφοντας ετήσια ανάπτυξη 3%, σημαντικά χαμηλότερη από την ανάπτυξη του κλάδου συνολικά. Ηρθε από αύξηση 4% στον αριθμό των παραγγελιών, μείωση της αξίας του μέσου «καλαθιού» και του αριθμού των τεμαχίων.
Με απλά λόγια το μερίδιο του online σούπερ μάρκετ κινείται γύρω στο 3% του συνολικού τζίρου του οργανωμένου λιανεμπορίου που ξεπέρασε πέρυσι τα 16 δισ. ευρώ. Όμως το πόσο τζίρο κάνει έχει μικρή σημασία στην μεγάλη εικόνα. Γιατί αυτό που ενδιαφέρει είναι αν το συγκεκριμένο «δίκτυο» είναι κερδοφόρο ή πόσες ακόμη επενδύσεις απαιτούνται προκειμένου να γίνει. Και αν αξίζει τελικά να γίνουν.
Σε ότι αφορά την κατανάλωση τα φρέσκα τρόφιμα αντιπροσωπεύουν πάνω από το 1/3 του τζίρου των ηλεκτρονικών σούπερ μάρκετ, καταγράφοντας αύξηση 6% σε ετήσια βάση. Τα βρεφικά είδη υποχωρούν, με νέα μείωση πωλήσεων 6% και μερίδιο μόλις 3%, ενώ τα είδη για ζώα συντροφιάς καταγράφουν τη μεγαλύτερη αύξηση, 10%.
Η πτώση στα βρεφικά και παιδικά προϊόντα έχει δύο αναγνώσεις. Είτε ότι οι γονείς προτιμούν την άμεση επαφή με το φυσικό κατάστημα για αγορές που αφορούν τα παιδιά τους, είτε (και αυτό είναι το επικρατέστερο) η πτώση αυτή σχετίζεται με το δημογραφικό και τη μείωση των γεννήσεων (σ.σ. το 2023 είχαν γεννηθεί 71.455 παιδιά ενώ το 2024 εκτιμάται ότι οι γεννήσεις υποχώρησαν κάτω από τις 70.000).
Και αν υπάρχει πτώση της κατανάλωσης για τα νήπια, αυτό δεν μπορούμε να το ισχυριστούμε για τις άλλες γενιές. Οι καταναλωτές στρέφονται επίσης σε αναψυκτικά και νερό, όπου το online κανάλι δείχνει σταθερή συμβολή, αλλά και σε προϊόντα προσωπικής φροντίδας. Τα τυποποιημένα τρόφιμα παρέμειναν ο βασικός μοχλός της αγοράς, με μερίδιο 21% και αύξηση πωλήσεων 3%. Αντίθετα, οι κατηγορίες καθαριστικών και χάρτινων ειδών, καθώς και beauty & health, κατέγραψαν υποχώρηση της τάξης του 1%.