Ο «εφιάλτης» του δημόσιου χρέους δεν έχει εκλείψει ακόμα για την Ελλάδα, παρά την ταχεία αποκλιμάκωσή του ως ποσοστού του ΑΕΠ, καθώς αστάθμητοι παράγοντες που σχετίζονται με τις εγγυήσεις, τα «κόκκινα» δάνεια, αλλά και εκκρεμείς δικαστικές αποφάσεις, προκαλούν αβεβαιότητα.
Η Κομισιόν κατατάσσει τη χώρα μας ανάμεσα στα κράτη με τα υψηλότερα ρίσκα ως προς την αποκλιμάκωση του χρέους, κυρίως λόγω του μεγέθους και λιγότερο λόγω των βασικών παραμέτρων του, που σήμερα δείχνουν ιδιαιτέρως ευνοϊκές.
Σύμφωνα με το Debt Monitor (ανάλυση χρέους) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η πιθανότητα αύξησης του χρέους και ο βαθμός αβεβαιότητας ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ των χωρών. Μεταξύ αυτών με τα υψηλότερα επίπεδα χρέους το 2025, η ανάλυση υποδεικνύει υψηλό κίνδυνο ακόμη μεγαλύτερου χρέους σε 5 χρόνια σε ορισμένες χώρες (ιδίως στο Βέλγιο, τη Γαλλία και τη Φινλανδία και σε μικρότερο βαθμό στην Ισπανία, την Ιταλία και την Αυστρία).
Ειδικά για την Ελλάδα, οι βασικές προβλέψεις εστιάζουν στην αβεβαιότητα, με το μέγεθος της διαφοράς να υπολογίζεται στις 40 μονάδες βάσης.
Οι προκλήσεις
Κρατικές εγγυήσεις, μη εξυπηρετούμενα δάνεια, διεθνής επενδυτική θέση και ενδεχόμενες υποχρεώσεις από εκκρεμείς δικαστικές αποφάσεις, αναδεικνύουν τα ρίσκα και τις προκλήσεις για το ελληνικό χρέος, σύμφωνα με τους τεχνοκράτες της Κομισιόν.
Όπως σημειώνουν, πέρα από το βάρος των κρατικών εγγυήσεων, το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων στον τραπεζικό τομέα, παρά τη μείωσή του τα προηγούμενα χρόνια, παραμένει πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Στους κινδύνους προστίθενται ακόμα: η αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση, οι ενδεχόμενες υποχρεώσεις που σχετίζονται με εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις κατά του κράτους, αλλά και οι πιθανές δημοσιονομικές επιπτώσεις που απορρέουν από τις εν εξελίξει έρευνες και ελέγχους σχετικά με τη διαχείριση των γεωργικών προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής Αρχής Πληρωμών της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής (ΟΠΕΚΕΠΕ).
Οι άμυνες
Από την άλλη πλευρά, αναδεικνύονται οι παράγοντες μετριασμού του κινδύνου, οι οποίοι σχετίζονται με τη δομή του χρέους.
Όπως τονίζεται, το μεγαλύτερο μέρος του χρέους εξακολουθεί να κατέχεται από επίσημους δανειστές με χαμηλά επιτόκια, τα ταμειακά διαθέσιμα βρίσκονται σε υψηλό επίπεδο, η δομή του χρέους είναι σχετικά μακροπρόθεσμη (σε σύγκριση με τα ομότιμα κράτη- μέλη), ενώ αποκλείονται και οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι καθώς είναι εξ ολοκλήρου εκφρασμένο σε ευρώ.
Στο… βάθος κίνδυνοι
Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της Ανάλυσης Βιωσιμότητας, το χρέος προβλέπεται να μειωθεί αλλά να παραμείνει υψηλό μεσοπρόθεσμα, φτάνοντας περίπου το 124 % του ΑΕΠ το 2036. Η μείωση αυτή οφείλεται στο υποθετικό διαρθρωτικό πρωτογενές πλεόνασμα 1,8% του ΑΕΠ από το 2026, εξαιρουμένων των μεταβολών στο κόστος της Γήρανσης.
Όπως σημειώνουν, όμως, οι τεχνοκράτες της Κομισιόν, το επίπεδο αυτό του διαρθρωτικού πρωτογενούς ισοζυγίου (SPB) είναι μάλλον φιλόδοξο σε σύγκριση με τις προηγούμενες δημοσιονομικές επιδόσεις.
Η μείωση του χρέους επωφελείται επίσης από ένα ακόμα ευνοϊκό (αν και φθίνον) φαινόμενο «χιονοστιβάδας» έως το 2033, ενώ συν τοις άλλοις οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες του δημοσίου αναμένεται να αυξηθούν σε περίπου 17% του ΑΕΠ έως το 2036.
Εναλλακτικά σενάρια
Σε υψηλότερα επίπεδα χρέους από τη βασική πρόβλεψη οδηγούν πάντως τρία εναλλακτικά σενάρια, που εκπόνησε η Κομισιόν.
- Το δυσμενές σενάριο επιτοκίου-ανάπτυξης, στο οποίο η διαφορά επιτοκίου-ανάπτυξης επιδεινώνεται κατά 1 ποσοστιαία μονάδα σε σύγκριση με τη βασική πρόβλεψη.
- Το σενάριο χαμηλότερου διαρθρωτικού πρωτογενούς πλεονάσματος, στο οποίο το επίπεδο SPB μειώνεται κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα.
- Το σενάριο χρηματοπιστωτικής πίεσης, στο οποίο τα επιτόκια αυξάνονται προσωρινά κατά 4,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με τη βασική πρόβλεψη.
Με βάση τα παραπάνω σενάρια, ως το 2036 ο δείκτης χρέους θα υπερβαίνει το επίπεδο της βασικής πρόβλεψης κατά περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες, 6 και 2, αντιστοίχως.
Αντίθετα, στο ιστορικό σενάριο SPB (στο οποίο το SPB επιστρέφει στο ιστορικό μέσο όρο των 15 ετών, που είναι 4,9 % του ΑΕΠ), ο δείκτης χρέους θα είναι χαμηλότερος από ό,τι στο βασικό σενάριο, κατά περίπου 26 ποσοστιαίες μονάδες το 2036.