Το ασφυκτικό πρέσινγκ από τη βιομηχανία για μείωση του ενεργειακού κόστους, οι επίμονες φωνές των κυβερνήσεων για άμεσα μέτρα και η συνεχιζόμενη υποχώρηση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας στο παγκόσμιο τερέν, αναγκάζουν την Κομισιόν να βάλει στο μικροσκόπιο το ίδιο το ιερό δισκοπότηρο της πράσινης μετάβασης.
Σε μια κίνηση που υποδηλώνει αλλαγή υποδείγματος και που πριν από μερικά χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητη, η Κομισιόν ετοιμάζεται να αναθεωρήσει το μοντέλο στο οποίο στηρίχτηκαν τις τελευταίες δεκαετίες όλες οι πολιτικές της ΕΕ για το κλίμα και η ανάπτυξη των ΑΠΕ, δηλαδή το περίφημο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών, γνωστό ως ETS1.
Συνοψίζεται στην επιβάρυνση της χρήσης των ορυκτών καυσίμων με κόστη CO2, αλλά και στην υποχρέωση των ευρωπαϊκών βιομηχανιών να αγοράζουν και να πωλούν μέσω των χρηματιστηρίων ρύπων δικαιώματα εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, ως αντικίνητρο προκειμένου να στραφούν σε πιο καθαρές τεχνολογίες και να «πρασινίσουν».
Σε μια συγκυρία όπου οι κανόνες της παγκόσμιας οικονομίας ξαναγράφονται, η Κομισιόν, υπό την πίεση για αλλαγή πορείας, είναι έτοιμη να επανεκτιμήσει τις πολιτικές για τον μηχανισμό ETS1, όπως κατέστησε σαφές χθες η πρόεδρος Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν κατά τη συνέντευξη Τύπου μετά το τέλος της άτυπης Συνόδου Κορυφής.
Η επικεφαλής της ΕΕ ναι μεν υπερασπίστηκε τον υπάρχοντα μηχανισμό -μιλώντας για τη σημαντική πράσινη στροφή χωρών, επιχειρήσεων και βιομηχανιών-, ωστόσο, μπροστά και στις πιέσεις μερικών εκ των ισχυρότερων χωρών όπως η Γερμανία και η Γαλλία, δεσμεύτηκε ότι ενόψει της προγραμματισμένης αναθεώρησης του συστήματος θα φέρει τον Ιούλιο στο τραπέζι βελτιωτική πρόταση.
Είχε προηγηθεί τηνβ Τετάρτη, κατά τη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Βιομηχανίας στην Αμβέρσα, η δημόσια προειδοποίηση από τον καγκελάριο Μερτς και τον πρόεδρο Μακρόν ότι το υψηλό κόστος άνθρακα μπορεί να υπονομεύσει την ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Στην ίδια μάλιστα σύνοδο και μετά την υπεράσπιση από τη Φον ντερ Λάιεν -από το ίδιο βήμα- των πολιτικών της ΕΕ για τον άνθρακα, ο Γερμανός καγκελάριος είχε θέσει την ανάγκη επανεξέτασης ή ακόμη και αναβολής του ETS, εάν αυτό αποδειχθεί μη λειτουργικό, τασσόμενος ανοικτά με την ευρωπαϊκή βιομηχανία και φέρνοντας σε θέση άμυνας την επικεφαλής της Επιτροπής.
Καθόλου τυχαία, στη σκιά των δηλώσεων Μερτς, χθες οι τιμές των παραγώγων για τα δικαιώματα CO2 «βούτηξαν» ενδοσυνεδριακά σε χαμηλό πενταμήνου, λίγο πάνω από τα 70 ευρώ ο τόνος, έχοντας χάσει πάνω από 20 ευρώ τον τελευταίο μήνα (στις 15 Ιανουαρίου βρισκόταν στα 90 ευρώ) και ενώ τα σημάδια ότι έρχονται αλλαγές στο ευρωπαϊκό σύστημα εκπομπών πυκνώνουν, όπως προκύπτει και από πρόσφατο δημοσίευμα του Bloomberg.
Στην πραγματικότητα, αυτό που δίνει τα τελευταία 24ωρα τον τόνο των εξελίξεων δεν είναι τόσο οι δηλώσεις Φον ντερ Λάιεν όσο η τοποθέτηση Μερτς, δηλαδή το σήμα που στέλνει η Γερμανία ότι «πρέπει να ξαναδούμε ή αλλιώς να αναβάλλουμε το ETS», κάτι που συνάδει και με τις πληροφορίες του Bloomberg.
Σύμφωνα με αυτές, οι Βρυξέλλες ετοιμάζονται να επανεκτιμήσουν τις πολιτικές τους για το κλίμα, με τη φιλόδοξη πράσινη μετάβαση να υποχωρεί στην πολιτική ατζέντα, εν μέσω των συνεχώς νέων αρνητικών σημάτων για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, τον εμπορικό προστατευτισμό και το ενεργειακό κόστος.
«Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρόκειται να χαλαρώσει τους κανόνες μείωσης των εκπομπών για δεκάδες χιλιάδες εταιρείες, επαναπροσδιορίζοντας την πιο αυστηρή αγορά άνθρακα στον κόσμο, υπό την πίεση της βιομηχανίας και των κυβερνήσεων που ανησυχούν για τη βυθιζόμενη ανταγωνιστικότητα της περιοχής», σημείωνε το δημοσίευμα.
Το πουλόβερ της πράσινης μετάβασης
Αν και η έκταση της κοινοτικής αναθεώρησης στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών CO2 μένει να φανεί, το βέβαιο είναι ότι τυχόν ριζικές αλλαγές θα ισοδυναμούσαν με το «ξήλωμα» του ίδιου του πουλόβερ της πράσινης μετάβασης.
Κι αυτό καθώς ο λόγος που έχει αποκτήσει οικονομικό νόημα τα τελευταία χρόνια η επένδυση στις ΑΠΕ οφείλεται ακριβώς στο ETS και στο γεγονός ότι είναι φθηνότερες από το φυσικό αέριο, το οποίο επιβαρύνεται με δικαιώματα αγοράς ρύπων.
Μία μεγαβατώρα (MWh) ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από φυσικό αέριο εκπέμπει μέχρι και 600 κιλά CO2, ανάλογα με την τεχνολογία και την απόδοση της μονάδας παραγωγής.
Αν τα πολλαπλασιάσει κανείς με την τρέχουσα τιμή των δικαιωμάτων CO2 (72,82 €/τόνος), προκύπτει μια επιβάρυνση 42 ευρώ ανά Μεγαβατώρα. Αν δεν υπήρχε το επιπλέον αυτό κόστος, είναι προφανές ότι το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από το φυσικό αέριο θα ήταν πολύ χαμηλότερο, με ό,τι αυτό θα σήμαινε για την ανταγωνιστικότητα των επενδύσεων στις ΑΠΕ.
Στο ραντάρ και η οριακή τιμολόγηση του ρεύματος
Το γεγονός ότι η Κομισιόν προβληματίζεται για την επιτυχία των πολιτικών της, τόσο για το κλίμα όσο και για την ενέργεια, αναδεικνύει και από κάτι ακόμη. Στο ραντάρ της φαίνεται ότι μπαίνει άλλο ένα αμφιλεγόμενο μέτρο που αφορά την ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού (Target Model). Ο λόγος για τη λεγόμενη Οριακή Τιμή Συστήματος.
Το μοντέλο βάσει του οποίου η τιμή της χονδρικής στο ρεύμα καθορίζεται από την πιο ακριβή μονάδα παραγωγής που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση (συνήθως μονάδες φυσικού αερίου). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι τιμές χονδρικής και λιανικής να εκτοξευθούν κατά τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης του 2022, παρά το χαμηλότερο κόστος παραγωγής των ΑΠΕ.
Το θέμα των αλλαγών στην αρχιτεκτονική της αγοράς και του Target Model, παρότι έχει τεθεί κατ' επανάληψη στα ευρωπαϊκά όργανα, αντιμετωπιζόταν ως ένα ακόμη ιερό δισκοπότηρο και σκόνταφτε στον φορμαλισμό της κοινοτικής γραφειοκρατίας.
Από τις χθεσινές ωστόσο δηλώσεις Φον ντερ Λάιεν διαφαίνεται και εδώ μια μετατόπιση. «Σήμερα η μέση τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ είναι 34 €/MWh, από πυρηνικές μονάδες 55-60 €/MWh και από φυσικό αέριο 100 €/MWh, κι αυτό λόγω της οριακής τιμολόγησης, που υπολογίζεται με βάση την πιο ακριβή τιμή», είπε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου η πρόεδρος της Κομισιόν.
«Στην επόμενη Σύνοδο Κορυφής, αυτή του Μαρτίου, θα παρουσιαστούν κάποια σενάρια, προκειμένου να καταστεί σαφές κατά πόσο το υπάρχον σύστημα Electricity Market Design λειτουργεί σωστά ή χρειάζονται και εδώ αλλαγές και επανασχεδιασμός της αρχιτεκτονικής του», ανέφερε χαρακτηριστικά, αναγνωρίζοντας εμμέσως πλην σαφώς ότι το μοντέλο δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες απόλυτης κυριαρχίας της ευρωπαϊκής αγοράς από τις ΑΠΕ.