Σε μια τυπική αγορά εργασίας, όταν η ζήτηση για εργαζόμενους αυξάνεται και η προσφορά περιορίζεται, οι μισθοί τείνουν να αυξάνονται έως ότου αποκατασταθεί η ισορροπία. Σε μια τυπική αγορά. Όχι όμως στην ελληνική, όπου οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί, ακόμη και σε επαγγέλματα με μεγάλες ελλείψεις προσωπικού. Το αποτέλεσμα είναι όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι να αναζητούν δεύτερη δουλειά ή να αυξάνουν τις ώρες εργασίας τους, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα με τη νέα έρευνα Workmonitor 2026 της Randstad, το 51% των εργαζομένων στην Ελλάδα έχει ήδη αναλάβει ή εξετάζει το ενδεχόμενο δεύτερης εργασίας, ενώ το 41% δηλώνει ότι έχει αυξήσει ή σκοπεύει να αυξήσει τις ώρες απασχόλησής του. Το εύρημα αυτό αποτυπώνει με σαφήνεια την απόσταση μεταξύ της απασχόλησης και της οικονομικής επάρκειας: η εργασία δεν αρκεί πλέον από μόνη της για να διασφαλίσει αξιοπρεπές εισόδημα.
Παρά τις επαναλαμβανόμενες διαπιστώσεις των εργοδοτών ότι δυσκολεύονται να βρουν προσωπικό σε πωλήσεις, εστίαση, ξενοδοχεία και τεχνικά επαγγέλματα, τα στοιχεία για τις αμοιβές δείχνουν μια διαφορετική εικόνα. Οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί και η άνοδός τους, σε βάθος χρόνου, είναι περιορισμένη.
Τα επίσημα δεδομένα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), που κατατέθηκαν στον ΟΜΕΔ στο πλαίσιο της διαδικασίας διαβούλευσης για τον κατώτατο μισθό, αποτυπώνουν τη διαχρονική αυτή στασιμότητα ακόμη και σε επαγγέλματα που χαρακτηρίζονται ως «δυσεύρετα».
Το 2006, πριν από την οικονομική κρίση, οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές για εργαζόμενους στην παροχή υπηρεσιών και πωλητές ανέρχονταν σε 837,4 ευρώ, ενώ οι ειδικευμένοι τεχνίτες λάμβαναν κατά μέσο όρο 906,5 ευρώ. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 2021, οι αντίστοιχες αποδοχές είχαν αυξηθεί οριακά, στα 876,7 ευρώ και 927,6 ευρώ αντίστοιχα.
Μεταξύ 2021 και 2024 καταγράφηκε μια πιο αισθητή αύξηση, με τους μισθούς να φθάνουν τα 998,6 ευρώ για υπηρεσίες και πωλήσεις και τα 1.087,3 ευρώ για τεχνίτες. Ωστόσο, η αύξηση αυτή συνέπεσε με περίοδο έντονου πληθωρισμού, γεγονός που περιόρισε την πραγματική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης.
Αντίθετα, τα ανώτερα διοικητικά στελέχη διατήρησαν σημαντικά υψηλότερες αποδοχές: από 1.404,9 ευρώ το 2006, έφθασαν τα 1.831,5 ευρώ το 2021 και τα 1.807,8 ευρώ το 2024, σχεδόν διπλάσιες από εκείνες των εργαζομένων σε υπηρεσίες και πωλήσεις.
Το παράδοξο γίνεται ακόμη πιο εμφανές αν ληφθεί υπόψη ότι πρόκειται για ειδικότητες με υψηλή ζήτηση. Στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι ο τομέας των πωλήσεων εμφανίζει από τα υψηλότερα ποσοστά κενών θέσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με 8,4% των θέσεων να παραμένουν ακάλυπτες.
Αντίστοιχα, έρευνες σε εθνικό επίπεδο κατατάσσουν τους πωλητές, τους εργαζόμενους στην εστίαση, τους υπαλλήλους εξυπηρέτησης πελατών και τους τεχνίτες μεταξύ των ειδικοτήτων που οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται περισσότερο να στελεχώσουν.
Παρά τη ζήτηση, όμως, οι μισθοί δεν αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό. Αυτό οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο: οι χαμηλές αμοιβές αποθαρρύνουν εργαζόμενους, οι επιχειρήσεις δεν βρίσκουν προσωπικό και οι ήδη απασχολούμενοι αναγκάζονται να εργαστούν περισσότερο ή να αναζητήσουν δεύτερη δουλειά.
Η εξήγηση βρίσκεται στη δομή της ελληνικής οικονομίας. Κλάδοι όπως ο τουρισμός, η εστίαση και το λιανικό εμπόριο βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, με περιορισμένα περιθώρια κερδοφορίας και έντονο ανταγωνισμό τιμών. Σε αυτό το περιβάλλον, το μισθολογικό κόστος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα βιωσιμότητας, περιορίζοντας τη δυνατότητα ουσιαστικών αυξήσεων. Παράλληλα, η αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων την περίοδο της κρίσης συνέβαλε στη συγκράτηση των αμοιβών, ιδιαίτερα στις χαμηλότερες βαθμίδες.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πολυαπασχόληση αναδεικνύεται σε βασική στρατηγική επιβίωσης. Η υψηλή ζήτηση για εργαζόμενους δεν συνδυάζεται με υψηλότερες αμοιβές. Και όσο αυτή η αντίφαση παραμένει, η δεύτερη δουλειά και οι περισσότερες ώρες εργασίας θα αποτελούν για πολλούς όχι επιλογή, αλλά αναγκαιότητα.