Καθώς η κρίση στη Μέση Ανατολή κλιμακώνεται, η ελληνική αγορά διατηρεί, προς το παρόν, στάση αναμονής.
Υπάρχουν επαρκή αποθέματα, οι τιμές, εξαιρουμένης της ενέργειας και των μεταφορών, δεν έχουν «τσιμπήσει» και η τροφοδοσία της αγοράς εξελίσσεται ομαλά. Όμως, όπως λένε στελέχη της αγοράς που μίλησαν στο Euro2day.gr, «η ηρεμία αυτή δεν σημαίνει ότι οι κίνδυνοι έχουν εξαφανιστεί, αντιθέτως».
«Μπορεί μέχρι πριν από λίγες ημέρες να απολαμβάναμε καλύτερες τιμές ενέργειας έως και 20% χαμηλότερες σε σχέση με έναν χρόνο πριν, αλλά αυτό ανατρέπεται ώρα με την ώρα», σημειώνει υψηλόβαθμο στέλεχος του λιανεμπορίου.
Το ενεργειακό κόστος αντιστοιχεί στο 2,5%-3% του κύκλου εργασιών των σούπερ μάρκετ, ποσοστό που μπορεί να φαίνεται μικρό, αλλά έχει δυσανάλογη επίδραση στα περιθώρια κέρδους, υποστηρίζει άλλο στέλεχος του κλάδου. «Σε έναν κλάδο με τόσο χαμηλό περιθώριο κέρδους κάθε δεκαδικό ψηφίο μετράει», επισημαίνει.
Όμως το μείζον θέμα για τους καταναλωτές και το Μέγαρο Μαξίμου είναι το επίπεδο των τιμών και ο φόβος ενός νέου κύματος ανατιμήσεων. Όπως επισημαίνουν στελέχη του κλάδου, τα υφιστάμενα αποθέματα επαρκούν για διάστημα ενός έως ενάμιση μήνα, προσφέροντας ένα προσωρινό «μαξιλάρι» που αποτρέπει ανατιμήσεις, τονίζουν. Ωστόσο, η εμπειρία του πολέμου στην Ουκρανία είναι νωπή. Τότε, η άνοδος σε ενέργεια και πρώτες ύλες μεταφράστηκε σε χρόνο dt σε αυξήσεις σε βασικά προϊόντα.
«Με βάση τα νούμερα, την εμπειρία από τις πρόσφατες κρίσεις και τις εκτιμήσεις, ένα εύρος αυξήσεων 2% έως 10% δεν μπορεί να αποκλειστεί, αν κλιμακωθεί η ένταση. Η εμπειρία του παρελθόντος δείχνει ότι όταν ενέργεια και μεταφορικά ανεβαίνουν, δημιουργούν ένα "κοκτέιλ" πιέσεων που λειτουργεί ως ελατήριο για ανατιμήσεις σε όλη την αλυσίδα.
Η ενέργεια είναι οριζόντιος συντελεστής κόστους, αγγίζει τους πάντες. Και τα σούπερ μάρκετ, με ήδη χαμηλά περιθώρια κέρδους, δεν έχουν τη δυνατότητα να απορροφούν επ’ αόριστον τις όποιες αυξήσεις προκληθούν από την τρέχουσα κρίση, διότι κάτι τέτοιο θα είχε επίπτωση στη βιωσιμότητά τους», συμπληρώνει υψηλόβαθμο στέλεχος του κλάδου.
Ο κίνδυνος να υπάρξει κύμα ανατιμήσεων είναι ορατός. Γι’ αυτό και η έκτακτη σύσκεψη του αρμόδιου υπουργού Τάκη Θεοδωρικάκου με την επικεφαλής της Ανεξάρτητης Αρχής Προστασίας του Καταναλωτή, Δέσποινας Τσαγγάρη. Και οι δύο μάλιστα μετά το πέρας της χθεσινής συνάντησης, σε δηλώσεις τους προχώρησαν σε διαβεβαιώσεις, σε μια περίοδο όπου το μόνο βέβαιο είναι η αβεβαιότητα.
Ο υπουργός Ανάπτυξης σε δηλώσεις του ανέφερε πως: «Αυξήσεις που δεν τεκμηριώνονται από πραγματικά δεδομένα κόστους και παραπέμπουν σε αισχροκέρδεια δεν θα γίνουν αποδεκτές», προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση, σε συντονισμό με την Ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας του Καταναλωτή, εξετάζει πρόσθετα μέτρα, εφόσον οι συνθήκες το απαιτήσουν.
Και ένα από τα μέτρα όπως η αγορά εκτιμά ότι μπορεί ενεργοποιηθεί εκ νέου είναι η επιβολή του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους. Μέτρο το οποίο καταργήθηκε προ ολίγων μηνών.
Από την πλευρά της, η κυρία Τσαγγάρη σημείωσε: «Ο ελεγκτικός μηχανισμός είναι επί ποδός», επισημαίνοντας ότι «από το Σάββατο έχουν πραγματοποιηθεί πάνω από 500 έλεγχοι, οι οποίοι θα συνεχιστούν με εντατικούς ρυθμούς για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς και την προστασία του καταναλωτή».
Ο πληθωρισμός, που τον Φεβρουάριο στην Ελλάδα έφτασε στο 3% και 1,9% στην Ευρωζώνη, δεν απασχολεί μόνο την Ελλάδα. Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και μέλος του δ.σ. της ΕΚΤ Γιάννης Στουρνάρας, σε συνέντευξή του στο Reuters, είπε: «Ο αντίκτυπος στον πληθωρισμό και στην παραγωγή εξαρτάται από τη διάρκεια και το βάθος της ένοπλης σύγκρουσης».
Με τον επικεφαλής οικονομολόγο της ΕΚΤ Φίλιπ Λέιν να αναφέρει μιλώντας στους FT ότι «μια παρατεταμένη κρίση μπορεί να περιορίσει τις ενεργειακές προμήθειες και να οδηγήσει σε σημαντική άνοδο του πληθωρισμού και πτώση της παραγωγής».