Tα πιο πρόσφατα στοιχεία αναφορικά με τους εθνικούς λογαριασμούς και την αγορά εργασίας για το έτος 2025, παρουσιάζει η Eurobank στο τελευταία της δελτίο «Επτά Ημέρες Οικονομία».Το κεντρικό συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι η ελληνική οικονομία παραμένει σε τροχιά ανάκαμψης, ωστόσο, οι χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της εξακολουθούν να χρήζουν περαιτέρω βελτίωσης.
Οι συνεχιζόμενες διεθνείς διαταραχές καθιστούν αναγκαία την εγρήγορση στα πεδία της αποτελεσματικής χρήσης των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), των μεταρρυθμίσεων και της δημοσιονομικής πειθαρχίας, προκειμένου να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα της οικονομίας στο νέο, αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.
Διάγραμμα 1: Ελλάδα και ΕΕ – Πραγματικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) και πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσης το 2025
Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ, Eurostat, Eurobank Research
Η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας συνεχίστηκε το 2025
Η ανακοίνωση των εθνικών λογαριασμών για το δ’ τρίμηνο του 2025 επιβεβαίωσε τη δυναμική της ελληνικής οικονομίας που είχαν ήδη προδιαγράψει οι δημοσιευθέντες δείκτες προσδοκιών και οικονομικής δραστηριότητας το προηγούμενο διάστημα.
Αναλυτικά, ο πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσης, με βασικούς μοχλούς τις επενδύσεις παγίων, την ιδιωτική κατανάλωση και τις εξαγωγές αγαθών, επιταχύνθηκε στο 0,8% σε τριμηνιαία βάση και στο 2,4% σε ετήσια βάση (έναντι 0,2% και 1,2% στην Ευρωζώνη), από 0,7% και 2,1% αντίστοιχα το γ’ τρίμηνο του 2025.
Επιπρόσθετα, διαμορφώθηκε σε υψηλότερο επίπεδο σε σύγκριση με τη μέση εκτίμηση της αγοράς, σύμφωνα με την οποία ο τριμηνιαίος ρυθμός μεγέθυνσης για το δ’ τρίμηνο του 2025 εκτιμούνταν στο 0,6% και ο αντίστοιχος ετήσιος στο 2,0%.[1] Τέλος, όπως παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 1.1, το πραγματικό ΑΕΠ στην Ελλάδα το δ’ τρίμηνο του 2025 υπερέβη τα προ πανδημίας επίπεδα κατά 12,2%, έναντι 6,8% στην Ευρωζώνη.[2]
Για το σύνολο του έτους 2025, η ανάπτυξη στην Ελλάδα διατηρήθηκε στα ίδια επίπεδα με εκείνα των ετών 2024 και 2023, ήτοι στο 2,1%, καταγράφοντας υπεραπόδοση έναντι της Ευρωζώνης. Υπό το πρίσμα της ζήτησης, η μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας το 2025 βασίστηκε στην άνοδο των επενδύσεων παγίων, της ιδιωτικής κατανάλωσης και των εξαγωγών αγαθών, ενώ υπό το πρίσμα της προσφοράς βασίστηκε στην ενίσχυση της παραγωγής των κλάδων της βιομηχανίας, των κατασκευών και των χρηματοπιστωτικών και επαγγελματικών υπηρεσιών (βλ. την ανάλυση στις επόμενες παραγράφους σχετικά με τη συμβολή των συνιστωσών της δαπάνης και της παραγωγής στους εθνικούς λογαριασμούς του 2025).
Διάγραμμα 2: Ελλάδα – Πραγματικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν
Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ, Eurobank Research
Σημείωση: οι γκρίζες στήλες αφορούν τα έτη κατά τα οποία ο ετήσιος πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας ήταν αρνητικός (-4,1% 2009, -5,7% 2010, -9,9% το 2011, -8,3% το 2012, -2,3% το 2013, -0,2% το 2015 και -9,2% το 2020).
Μεταξύ των χωρών της ΕΕ -εξαιρουμένων των οικονομιών της Ιρλανδίας και του Λουξεμβούργου- η Μάλτα κατέγραψε τον υψηλότερο ρυθμό μεγέθυνσης το 2025 (4%, Διάγραμμα 1.2). Ακολούθησαν η Κύπρος (3,8%), η Πολωνία (3,6%), η Κροατία (3,2%), η Βουλγαρία (3,1%), η Δανία (2,9%), η Λιθουανία (2,9%), η Ισπανία (2,8%), η Τσεχία (2,5%), η Λετονία (2,1%), η Ελλάδα (2,1%), η Πορτογαλία (1,9%), η Ολλανδία (1,9%), η Σουηδία (1,5%), η Σλοβενία (1,1%), το Βέλγιο (1%), η Γαλλία (0,8%), η Σλοβακία (0,8%), η Ρουμανία (0,7%), η Αυστρία (0,6%), η Εσθονία (0,6%), η Ιταλία (0,5%), η Ουγγαρία (0,4%), η Γερμανία (0,2%) και η Φινλανδία (0,2%). Τέλος, ο ρυθμός μεγέθυνσης στην ΕΕ-27 διαμορφώθηκε στο 1,5% και στην Ευρωζώνη στο 1,4%.
Η ελληνική οικονομία έχει ανακτήσει των 48,7% του απωλειών της κρίσης χρέους (σε όρους πραγματικού ΑΕΠ). Απαιτείται ενίσχυση της παραγωγικότητας για να διατηρηθεί η τρέχουσα αναπτυξιακή δυναμική
Αναντίρρητα, τα τελευταία τρία χρόνια η ελληνική οικονομία μεγεθύνεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς. Παρά ταύτα, όπως παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 2, το πραγματικό ΑΕΠ υπολείπεται κατά 13,9% σε σύγκριση με την κορυφή του 2008 (-27% το 2013, στον πυθμένα της κρίσης χρέους). Ως εκ τούτου, η ελληνική οικονομία έχει ανακτήσει το 48,7% του απολεσθέντος πραγματικού ΑΕΠ την πενταετία 2009-2013.
Διαχωρίζοντας τον πραγματικό ρυθμό μεγέθυνσης στις συνιστώσες της παραγωγικότητας της εργασίας, του ποσοστού απασχόλησης, του ποσοστού συμμετοχής και του πληθυσμού, εξάγουμε το παρακάτω συμπέρασμα: η απόκλιση του πραγματικού ΑΕΠ στην Ελλάδα σε σχέση με τα προ κρίσης χρέους επίπεδα αντανακλάται κατά 59,4% στην αντίστοιχη απόκλιση της παραγωγικότητας της εργασίας, κατά 31,5% του πληθυσμού, κατά 8,1% του ποσοστού απασχόλησης και κατά 1% του ποσοστού συμμετοχής του πληθυσμού στο εργατικό δυναμικό.
Συνεπώς, η ενίσχυση της παραγωγικότητας της εργασίας καθίσταται πολύ σημαντικός παράγοντας για να διατηρηθεί η τρέχουσα αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας και τα επόμενα χρόνια.
Επενδύσεις παγίων, ιδιωτική κατανάλωση και εξαγωγές αγαθών οι βασικοί πυλώνες της ανάπτυξης το 2025
Το 2025 η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 2,1% σε πραγματικούς όρους (Διάγραμμα 3.1) και αποτέλεσε για μία ακόμη χρονιά βασική κινητήρια δύναμη της οικονομικής μεγέθυνσης, συνεισφέροντας 1,4 ποσοστιαίες μονάδες (π.μ.) στην ετήσια ανάπτυξη (Διάγραμμα 3.2).
Παρά τη σωρευμένη επίδραση του πληθωρισμού των τελευταίων ετών (2,9% το 2025 ο εναρμονισμένος δείκτης, έναντι 2,1% στην Ευρωζώνη), όχι μόνο δεν δείχνει σημάδια κόπωσης, αλλά αντιθέτως έβαινε επιταχυνόμενη προς το τέλος του έτους (+2,5% σε ετήσια βάση το δ’ τρίμηνο έναντι +1,4% το γ’ τρίμηνο, ή σε τριμηνιαία βάση, +0,8% έναντι +0,4% αντίστοιχα).
Είναι πάντως ενθαρρυντικό ότι, για πρώτη φορά από το 1998, η συνιστώσα η οποία έδωσε τη μεγαλύτερη ώθηση στο ετήσιο ΑΕΠ το 2025 (+1,5 π.μ.) ήταν οι επενδύσεις παγίων, οι οποίες σημείωσαν αύξηση 8,9%. Τη μεγαλύτερη συνεισφορά στη μεταβολή αυτή είχαν οι κατασκευές, με τις κατοικίες (+€1,16 δισ.) να συνεισφέρουν το 38% της αύξησης και τις λοιπές κατασκευές (+€669 εκ.) ένα 22%. Έπονται οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό και οπλικά συστήματα (+€684 εκ., το 23% της αύξησης των επενδύσεων) και σε μεταφορικό εξοπλισμό (+€601 εκ., το 20% της αύξησης).
Τα τμήματα πλην κατοικιών επωφελήθηκαν και από την επιτάχυνση της υλοποίησης των έργων του ΤΑΑ για την μεγιστοποίηση της απορρόφησης των διαθέσιμων πόρων εν όψει της λήξης του προγράμματος φέτος: Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επενδύσεις παγίων σημείωσαν αύξηση 13,6% το β’ εξάμηνο 2025, έναντι μόλις 3,2% το α’ εξάμηνο.
Σε αντίθεση με προηγούμενα έτη, η μεταβολή των αποθεμάτων παρουσιάζεται έντονα αρνητική, γεγονός που πιθανώς σχετίζεται με την πρόοδο των συναφών επενδυτικών έργων αλλά και την υπολειμματική φύση του μεγέθους.
Διάγραμμα 3: Το ΑΕΠ 2025 ανά συνιστώσα δαπάνης
*Καθώς το ισοζύγιο αγαθών είναι ελλειμματικό, αρνητικοί ρυθμοί μεταβολής των καθαρών εξαγωγών αγαθών συνεπάγονται συρρίκνωση του ελλείμματος, με θετική συμβολή στο ρυθμό μεγέθυνσης.
Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ, Eurobank Research
Ο εξωτερικός τομέας είχε επίσης θετική συνεισφορά στην ετήσια ανάπτυξη (+1,2 π.μ.). Η ψαλίδα του ελλείμματος στο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών συνέχισε να κλείνει εκατέρωθεν, με τις εξαγωγές να αυξάνονται κατά 1,7%, και τις εισαγωγές να περιορίζονται κατά 1,3%.
Το έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών συρρικνώθηκε κατά 7,7% με βασικό καταλύτη τη μείωση των τιμών των εισαγόμενων πετρελαιοειδών αντίθετα, οι εισαγωγές των λοιπών αγαθών συνέχισαν να αυξάνονται (+3% σε ονομαστικές, +2,4% σε πραγματικές τιμές). Το πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών παρουσίασε οριακή μείωση (-0,6%) λόγω της υποχώρησης των μεταφορών, παρά την ισχυρή ονομαστική αύξηση των ταξιδιωτικών εισπράξεων (+9,4%).
Διάγραμμα 4: Η διάρθρωση του ΑΕΠ 2025 βάσει δαπάνης
Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ, Eurobank Research
Συνολικά, αν και η σύνθεση του ΑΕΠ βελτιώθηκε ελαφρά το 2025, η γενική εικόνα δεν μεταβλήθηκε ουσιαστικά, με την εξάρτηση από την κατανάλωση παραμένει υπέρμετρη: Από το ξέσπασμα της κρίσης χρέους και μετά, η Ελλάδα είναι σταθερά η χώρα με την υψηλότερη ιδιωτική κατανάλωση στην Ε.Ε. αναλογικά με το μέγεθος της οικονομίας της, μεταξύ 67% και 71% του ΑΕΠ (69% το 2025, Διάγραμμα 4).[3]
Θετικά αποτιμάται πάντως η αύξηση του μεριδίου των επενδύσεων στο 16,9% του ΑΕΠ, από το 16% το 2024 και το 11% το 2019. Εντούτοις, το μερίδιο αυτό συνεχίζει να είναι σημαντικά χαμηλότερο από αυτό όλων σχεδόν των χωρών της Ε.Ε. (μ.ο: 21,2%), ενώ προϋπόθεση για τη σύγκλιση είναι η ταχύτερη αύξηση του κεφαλαίου ανά εργαζόμενο και άρα οι υψηλότερες αναλογικά με την ΕΕ27 επενδύσεις.[4]
Επιπλέον, η μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών στο -4,5% του ΑΕΠ από -5,6% το 2024, είναι, όπως προαναφέρθηκε, πιθανότατα συγκυριακή και σε κάθε περίπτωση δεν αντισταθμίζει τη σημαντική διεύρυνση που έχει σημειωθεί μετα-πανδημικά (2019: -1,6% του ΑΕΠ). Συνολικά, λαμβάνοντας υπόψιν και τα ισοζύγια των πρωτογενών και δευτερογενών εισοδημάτων, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διαμορφώθηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025, από 7,2% το 2024.
Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία: Κλαδικές συνεισφορές και παράγοντες διαμόρφωσης της ανάπτυξης για το δ’ τρίμηνο του 2025
Σύμφωνα με τα μη εποχικά διορθωμένα στοιχεία των τριμηνιαίων εθνικών λογαριασμών της ΕΛΣΤΑΤ (προσέγγιση παραγωγής), η κλαδική διάρθρωση της οικονομικής δραστηριότητας το δ’ τρίμηνο του 2025 αναδεικνύει διαφοροποίηση μεταξύ κλάδων ως προς τη συμβολή τους στην αύξηση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ). Σε ετήσια βάση, η συνολική ΑΠΑ αυξήθηκε κατά 1,5%.
Η ισχυρότερη θετική ώθηση προήλθε από τις Κατασκευές, όπου η παραγωγή αυξήθηκε κατά 20,2% σε ετήσια βάση το δ’ τρίμηνο του 2025. Με στάθμιση 3,2% στην ΑΠΑ, ο κλάδος συνέβαλε περίπου 0,65 π.μ. στη συνολική μεταβολή, αντανακλώντας τη συνέχιση της επενδυτικής δραστηριότητας.
Η επίδοση αυτή ευθυγραμμίζεται με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την οικοδομική δραστηριότητα, καθώς τον Νοέμβριο 2025 οι εκδοθείσες άδειες αυξήθηκαν κατά 9.7% και ο όγκος κατά 14,8% σε ετήσια βάση, μετά και την προσωρινή επιβράδυνση των αρχών του έτους λόγω της εκκρεμότητας στο ΣτΕ για το επιτρεπόμενο ύψος κτηρίων. Η ανάκαμψη που ακολούθησε αποδίδεται και στην πρόοδο των δημοσίων και ιδιωτικών επενδύσεων μέσω του ΤΑΑ.[5], [6]
Θετικά κινήθηκε και ο ευρύτερος δευτερογενής τομέας (ορυχεία και λατομεία, μεταποίηση, ενέργεια, παροχή νερού, επεξεργασία λυμάτων, διαχείριση αποβλήτων, εξυγίανση), με αύξηση 4,6% σε ετήσια βάση το δ’ τρίμηνο του 2025, στάθμιση 15,8% και συνεισφορά περίπου 0,72 π.μ. στη συνολική μεταβολή της ΑΠΑ Η επίδοση αυτή συνδέεται με την σημαντική βελτίωση της μεταποιητικής δραστηριότητας – όπου ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά 4,9% τον Δεκέμβριο 2025 σε ετήσια βάση – αλλά και με τη μείωση του ενεργειακού κόστους, όπως αποτυπώνεται στη σημαντική πτώση του κύκλου εργασιών στον κλάδο παροχής ενέργειας (-1,1% σε ετήσια βάση τον Δεκέμβριο 2025).[7]
Ο κλάδος ενημέρωσης και επικοινωνίας ενισχύθηκε κατά 5,8% σε ετήσια βάση το δ’ τρίμηνο του 2025. Με στάθμιση 5,4% στην ΑΠΑ, η συνεισφορά του στη συνολική μεταβολή διαμορφώθηκε στις 0,31 π.μ.. Η επίδοση αυτή είναι συμβατή με την ενίσχυση της δραστηριότητας του κλάδου. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο δείκτης κύκλου εργασιών αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά 11,0% τον Οκτώβριο, 9,9% τον Νοέμβριο και 2,7% τον Δεκέμβριο 2025, ενώ ο δείκτης παραγωγής (όγκου) κινήθηκε αντίστοιχα στο 9,6%, 8,6% και 0,8%.
Ο κλάδος των χρηματοπιστωτικών και ασφαλιστικών δραστηριοτήτων κατέγραψε αύξηση 4,7% σε ετήσια βάση το δ’ τρίμηνο του 2025. Με στάθμιση 5,9% στην ΑΠΑ, η συνεισφορά του στη συνολική μεταβολή διαμορφώθηκε σε περίπου 0,28 π.μ.. Η θετική συμβολή του χρηματοπιστωτικού κλάδου είναι συμβατή με το ευνοϊκό λειτουργικό περιβάλλον και τη βελτίωση βασικών μεγεθών του τραπεζικού συστήματος, όπως αποτυπώνεται στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της ΤτΕ (Οκτ. 2025).[8]
Ο κλάδος της δημόσιας διοίκησης (δημόσια διοίκηση και άμυνα, υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, εκπαίδευση, δραστηριότητες σχετικές με την ανθρώπινη υγεία και την κοινωνική μέριμνα) κατέγραψε ηπιότερη αύξηση 1,1% σε ετήσια βάση το δ’ τρίμηνο του 2025, αλλά λόγω της υψηλής στάθμισης του στην ΑΠΑ (18,8%) συνεισέφερε περίπου 0,21 π.μ. στη συνολική μεταβολή. Στην πλευρά της δαπάνης, η τελική καταναλωτική δαπάνη της Γενικής Κυβέρνησης κινήθηκε πτωτικά σε ετήσια βάση τόσο στο γ’ όσο και στο δ’ τρίμηνο του 2025, υποδηλώνοντας ηπιότερη στήριξη από τη δημόσια ζήτηση σε σχέση με προηγούμενες περιόδους.
Ο κλάδος των επαγγελματικών, επιστημονικών και τεχνικών δραστηριοτήτων και οι διοικητικές/υποστηρικτικές υπηρεσίες ενισχύθηκαν κατά 1,8% σε ετήσια βάση στο δ’ τρίμηνο του 2025. Με στάθμιση 7,6% στην ΑΠΑ, η συνεισφορά του στη συνολική μεταβολή διαμορφώθηκε στις 0,14 π.μ.. Η εικόνα αυτή είναι συνεπής με τους βραχυχρόνιους δείκτες της ΕΛΣΤΑΤ για τις υπηρεσίες, οι οποίοι δείχνουν ισχυρές ετήσιες αυξήσεις στους σχετικούς κλάδους τον Οκτώβριο – Νοέμβριο και σαφή επιβράδυνση τον Δεκέμβριο, τόσο σε όρους κύκλου εργασιών όσο και σε όρους παραγωγής/όγκου. Ο κλάδος των τεχνών, διασκέδασης και ψυχαγωγίας, επισκευών ειδών νοικοκυριού και άλλων υπηρεσιών, αυξήθηκε κατά 4,9% σε ετήσια βάση. Με στάθμιση 3,5% στην ΑΠΑ, η συνεισφορά του στη συνολική μεταβολή διαμορφώθηκε στις 0,17 π.μ..
Ο κλάδος διαχείρισης ακίνητης περιουσίας κατέγραψε οριακή αύξηση 0,5% σε ετήσια βάση το δ’ τρίμηνο του 2025. Παρόλη την σημαντική του στάθμιση 16,1% στην συνολική ΑΠΑ, η συνεισφορά του στη συνολική μεταβολή διαμορφώθηκε στις 0,07 π.μ., αντανακλώντας τη συγκρατημένη μεταβολή της προστιθέμενης αξίας του κλάδου. Η εξέλιξη αυτή είναι συμβατή με σταθεροποίηση του ετήσιου ρυθμού αύξησης των τιμών διαμερισμάτων στα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της ΤτΕ (έως και το γ’ τρίμηνο του 2025), με τον συνολικό δείκτη να παραμένει πρακτικά αμετάβλητος σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο (π.χ. 7,6%, 7,7% και 7,1% το γ’, β’ και α’ τρίμηνο του 2025 αντίστοιχα).[9]
Διάγραμμα 5: Ποσοστό ανεργίας ανδρών και γυναικών και διαφορά τους (αριστερά) και αριθμός και ποσοστό μακροχρόνια ανέργων (δεξιά) την περίοδο 2001-2025
Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ
Στον αντίποδα, το χονδρικό και λιανικό εμπόριο και ο κλάδος εστίασης και τουρισμού (χονδρικό και λιανικό εμπόριο, επισκευές οχημάτων και μοτοσικλετών, μεταφορά και αποθήκευση, υπηρεσίες παροχής καταλύματος και υπηρεσίες εστίασης) εμφάνισαν μείωση -2,4% σε ετήσια βάση το δ’ τρίμηνο του 2025. Επειδή πρόκειται για κλάδο με σημαντική στάθμιση (20,2%), η εν λόγω αρνητική επίδοση μεταφράζεται σε συνεισφορά περίπου -0,49 π.μ. στη συνολική ΑΠΑ.
Η εικόνα είναι συμβατή με βραχυχρόνιους δείκτες της ΕΛΣΤΑΤ. Στο χονδρικό εμπόριο ο κύκλος εργασιών υποχώρησε σε ετήσια βάση τον Οκτώβριο και Νοέμβριο (-0,4% και -2,8%) πριν ανακάμψει τον Δεκέμβριο (3,5%), στις μεταφορές οι εποχικά διορθωμένες μεταβολές του κύκλου εργασιών παρέμειναν αρνητικές σε όλο το δ’ τρίμηνο (-1,8%, -1,1%, -1,0% για Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2025 αντίστοιχα), ενώ ο τομέας παροχής καταλύματος και εστίασης (τουρισμός) κινήθηκε μόνο ήπια ανοδικά (1,9%, 0,4%, 1,3% για Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2025 αντίστοιχα).
Στο λιανικό εμπόριο καταγράφεται ενίσχυση στο τέλος του δ’ τριμήνου, με αύξηση τόσο στον κύκλο εργασιών κατά 6,9% σε ετήσια βάση όσο και στον δείκτη όγκου 5,1% σε ετήσια βάση.[10]
Τέλος, αρνητικά κινήθηκε και ο πρωτογενής τομέας (γεωργία, δασοκομία και αλιεία) με -9,4% σε ετήσια βάση το δ’ τρίμηνο του 2025. Με στάθμιση 3,4% στην ΑΠΑ, η συνεισφορά του στη συνολική μεταβολή ήταν επίσης αρνητική στις -0,32 π.μ. Η εικόνα αυτή είναι συμβατή με το δυσμενέστερο περιβάλλον τιμών στον αγροτικό τομέα.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, τον Δεκέμβριο 2025 ο γενικός δείκτης τιμών εκροών αυξήθηκε μόλις 0,9% σε ετήσια βάση, εξέλιξη που προήλθε από αύξηση 7,7% στη ζωική παραγωγή αλλά μείωση -0,4% στη φυτική παραγωγή, ενώ ο γενικός δείκτης τιμών εισροών αυξήθηκε 0,5% (αναλώσιμα μέσα 0,4%, σχηματισμός παγίου κεφαλαίου 0,9%).[11]
Συνολικά, η εικόνα του δ’ τρίμηνο του 2025 υποδεικνύει ότι η άνοδος της ΑΠΑ στηρίχθηκε κυρίως στις Κατασκευές και στον δευτερογενή τομέα, καθώς και σε επιμέρους υπηρεσίες (πληροφόρηση/επικοινωνία, χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες), ενώ η κάμψη στον μεγάλο κλάδο εμπορίου – μεταφορών – τουρισμού και η αδυναμία της γεωργίας περιόρισαν τον συνολικό ρυθμό αύξησης.
Για το σύνολο του 2025 (Διάγραμμα 5), η ΑΠΑ αυξήθηκε κατά 1,3% σε ετήσια βάση, ενώ το ΑΕΠ ενισχύθηκε κατά 2,1% σε ετήσια βάση, εξέλιξη που υποστηρίχθηκε και από την αύξηση των φόρων στα προϊόντα (6,0% σε ετήσια βάση) σε συνδυασμό με τη μείωση των επιδοτήσεων στα προϊόντα (-4,7% σε ετήσια βάση).
Σε κλαδικό επίπεδο, η άνοδος της ΑΠΑ τροφοδοτήθηκε κυρίως από τον ευρύτερο δευτερογενή τομέα (2,6% σε ετήσια βάση) και τις κατασκευές (12,8% σε ετήσια βάση), ενώ θετική συμβολή είχαν επίσης οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες (5,0% σε ετήσια βάση) και σειρά κλάδων υπηρεσιών, όπως οι επαγγελματικές - επιστημονικές - τεχνικές - διοικητικές και υποστηρικτικές δραστηριότητες (2,7% σε ετήσια βάση) και η ενημέρωση και επικοινωνία (2,8% σε ετήσια βάση).
Ο κλάδος της δημόσιας διοίκησης – άμυνας – εκπαίδευσης – υγείας και κοινωνικής μέριμνας κατέγραψε ήπια αύξηση (0,9% σε ετήσια βάση), ενώ βασικός ανασταλτικός παράγοντας για τη συνολική ΑΠΑ ήταν ο μεγάλος κλάδος εμπορίου – μεταφορών – καταλυμάτων - εστίασης, ο οποίος υποχώρησε κατά -1,2% σε ετήσια βάση.
Έρευνα εργατικού δυναμικού 2025
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ στο σύνολο του 2025 το μη εποχικά προσαρμοσμένο ποσοστό ανεργίας κατήλθε στο 8,9% από 10,1% το 2024, ενώ ο αριθμός των ανέργων περιορίστηκε κατά 57,8 χιλ. (στους 422,0 χιλ.) (Διάγραμμα 6). Παράλληλα, ο αριθμός των απασχολουμένων αυξήθηκε κατά 63,8 χιλ. (στους 4.339,7) χιλ., αλλά υπολείπεται κατά 270,8 χιλ. από το μέγιστο αριθμό τους το 2008 (4.610,5 χιλ.).
Η αύξηση της απασχόλησης συνοδεύτηκε και από αύξηση των συνολικών αμοιβών της εξαρτημένης εργασίας. Το 2025 το ΑΕΠ με βάση την προσέγγιση του εισοδήματος παρουσιάζει ετήσια αύξηση €11,5 δισεκ. (στα €247,8 δισεκ.), με τη μισή περίπου αύξηση (€5,55 δισεκ.) να προέρχεται από την άνοδο των αμοιβών εξαρτημένης εργασίας.
Τη μεγαλύτερη συνεισφορά στην άνοδο των αμοιβών έχουν οι κλάδοι Χονδρικού-Λιανικού εμπορίου-Μεταφοράς-Αποθήκευσης-Τουρισμού (+€1,82 δις), Επαγγελματικών-Επιστημονικών-Τεχνικών-Διοικητικών-Υποστηρικτικών δραστηριοτήτων (+€792,6 εκατ.), Δημόσιας διοίκησης-Άμυνας-Κοινωνικής ασφάλισης-Εκπαίδευσης-Υγείας-Κοινωνικής μέριμνας (+€773,9 εκατ.) και Ορυχείων-Λατομείων-Μεταποίησης-Ενέργειας-Παροχής νερού-Επεξεργασίας λυμάτων-Διαχείρισης αποβλήτων-Εξυγίανσης (+€753,1 εκατ.).
Σε επίπεδο φύλων, η εικόνα στο ποσοστό ανεργίας είναι παρόμοια. Τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες περιορίστηκε, στο 7,0% (από 8,0%) και 11,2% (από 12,8%) αντίστοιχα, αλλά η πτώση του στην περίπτωση των γυναικών είναι ισχυρότερη (-1,6 π.μ. έναντι 1,0 π.μ.). Σημειώνεται ότι η διαφορά στα ποσοστά ανεργίας μεταξύ των δύο φύλων έχει περιοριστεί σημαντικά (4,2 π.μ. το 2025 από 4,8 π.μ. το 2024 και 8,9 π.μ. το 2018) (Διάγραμμα 7-αριστερά).
Διάγραμμα 6: Αριθμός ανέργων και ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα (2001-2025)
Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Επεξεργασία στοιχείων: Eurobank Research
Ωστόσο, το ποσοστό συμμετοχής στο σύνολο της αγοράς εργασίας αν και αυξήθηκε στο 52,9% το 2025 (από 52,8% το 2024) παραμένει από τα χαμηλότερα στην Ε.Ε.,[12] ενώ αυτό των γυναικών (45,8% από 45,3%) και των νέων ηλικίας 20-24 ετών (50,3% από 47,8%) αν και έχουν αυξηθεί υπολείπονται του εθνικού ποσοστού.
Στους άνδρες (60,6% το 2025 από 60,7% το 2024) παραμένει διαχρονικά υψηλότερο από το εθνικό ποσοστό. Εξάλλου, ο αριθμός των μακροχρόνια ανέργων βρίσκεται κάτω από τα επίπεδα των 300,0 χιλ. από το 2023, και το 2025 περιορίστηκε σε ετήσια βάση κατά 21,9 χιλ. στους 235,5 χιλ., αλλά το ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας αυξήθηκε στο 56,1% από 53,8% (Διάγραμμα 7-δεξιά).
Διάγραμμα 7: Ποσοστό ανεργίας ανδρών και γυναικών και διαφορά τους (αριστερά) και αριθμός και ποσοστό μακροχρόνια ανέργων (δεξιά) την περίοδο 2001-2025
Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ
Σχετικά με την απασχόληση σε επίπεδο περιφέρειας, σε 11 από τις 13 το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε και σε 2 αυξήθηκε, ενώ 7 περιφέρειες έχουν χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας από το εθνικό ποσοστό.
Το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας το 2025 παρουσιάστηκε στις περιφέρειες Δυτικής Μακεδονίας (15,3% από 12,5%) και Κεντρικής Μακεδονίας (11,7% από 12,8%) και το χαμηλότερο στις περιφέρειες Κρήτης (5,2% από 8,8%) και Θεσσαλίας (6,2% από 10,0%).
Παράλληλα, η ισχυρότερη πτώση του εντοπίζεται στα Ιόνια Νησιά (-7,6 π.μ., από 16,6% σε 9,1%) ενώ παρουσιάστηκε άνοδός του στη Δυτική Μακεδονία (+2,8 π.μ.) και στην Πελοπόννησο (+0,7 π.μ., στο 8,3%).
Η άνοδος της απασχόλησης προήλθε κυρίως από την άνοδό της στους κλάδους Χονδρικού-Λιανικού εμπορίου (+45,0 χιλ. στους 759,1 χιλ.), Επαγγελματικών-Επιστημονικών-Τεχνικών δραστηριοτήτων (+31,2 χιλ. στους 314,6 χιλ.), Τεχνών-Διασκέδασης-Ψυχαγωγίας (+17,2 χιλ. στους 72,8 χιλ.), Κατασκευών (+15,1 χιλ. στους 200,8 χιλ.) και Διοικητικών-Υποστηρικτικών δραστηριοτήτων (+12,7 χιλ. στους 113,2 χιλ.), παρά τη σημαντική μείωση της στον Πρωτογενή τομέα κατά 69,7 χιλ. (στους 399,0 χιλ.) (Διάγραμμα 8-αριστερά).
Σημειώνεται πως μεταξύ 2008 και 2025 οι κλάδοι που παρουσίασαν την υψηλότερη άνοδο στο ποσοστό συμμετοχής τους στην αγορά εργασίας είναι ο Τουρισμός (+2,2 π.μ., στο 9,2%), οι Επαγγελματικές-Επιστημονικές-Τεχνικές δραστηριότητες (+2,1 π.μ., στο 7,2%) και οι Δραστηριότητες ανθρώπινης υγείας και κοινωνικής μέριμνας (+1,8 π.μ., στο 7,0%) ενώ αυτοί με την ισχυρότερη μείωση είναι οι Κατασκευές (-4,0 π.μ., στο 4,6%), η Μεταποίηση (-2,1 π.μ., στο 9,7%) και ο Πρωτογενής τομέας (-1,9 π.μ., στο 9,2%) (Διάγραμμα 8-δεξιά).
Διάγραμμα 8: Κλάδοι με την ισχυρότερη επίδραση στην απασχόληση το 2025 (αριστερά) και οι κάδοι με την υψηλότερη και χαμηλότερη μεταβολή του μεριδίου τους στη συνολική απασχόληση την περίοδο 2008-2025 (δεξιά)
Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Επεξεργασία στοιχείων: Eurobank Research
Η ικανοποιητική πορεία της αγοράς εργασίας επιβεβαιώνεται και με τα στοιχεία του 2025 καθώς το ποσοστό ανεργίας περιορίζεται, η απασχόληση αυξάνεται, ο αριθμός των μακροχρόνια ανέργων κατέρχεται προσεγγίζοντας πλέον τα επίπεδα των 200 χιλ., ενώ το ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας μετά το 2013 αυξάνει, έστω και με χαμηλό ρυθμό. Ωστόσο, η αγορά εργασίας εξακολουθεί να παρουσιάζει χρόνιες αδυναμίες.
Σε αυτές περιλαμβάνονται η χαμηλή συγκριτικά με την Ε.Ε. συμμετοχή του πληθυσμού στην αγορά εργασίας, ιδίως των νέων και κυρίως των γυναικών, η στήριξη της απασχόλησης κυρίως από κλάδους μη διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών ή/και από κλάδους που είναι διεθνώς εμπορεύσιμοι αλλά σχετικά χαμηλής εξειδίκευσης και την επίμονη χαλαρότητα στο σύνολο της, που αντικατοπτρίζει την αναντιστοιχία μεταξύ ζήτησης και προσφοράς εργασίας.
Με δεδομένο ότι σε πραγματικούς όρους, το ελληνικό ΑΕΠ έχει ανακτήσει μόλις το 48,7% των απωλειών της κρίσης χρέους και ότι το επενδυτικό κενό θα χρειαστεί αρκετό ακόμα χρόνο για να καλυφθεί, η περαιτέρω αύξηση της απασχόλησης σε συνδυασμό με την βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας αποτελεί τον βασικότερο παράγοντα ενίσχυσης του εθνικού εισοδήματος και γενικότερα της βελτίωσης των μεσοπρόθεσμων προοπτικών της οικονομίας.
Συμπερασματικά, η αναπτυξιακή υπεραπόδοση της ελληνικής οικονομίας έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης συνεχίστηκε και το 2025, έστω και ηπιότερα σε σχέση με προηγούμενα έτη. Για το 2026, η πολεμική σύρραξη στην ευρύτερη περιοχή απειλεί με στασιμοπληθωριστικές επιδράσεις, εφόσον επεκταθεί χωρικά και χρονικά.
Το ΤΑΑ παρέχει μία αντιστάθμιση της αστάθειας του εξωτερικού περιβάλλοντος, λειτουργώντας ως αντικυκλικό εργαλείο. Επομένως, η επιτάχυνση των δράσεων για την μεγιστοποίηση της απορρόφησης του ΤΑΑ θα στηρίξει την ζήτηση κατά το τρέχον έτος. Ωστόσο, σε πιο μακροπρόθεσμο επίπεδο, η ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην αύξηση της απασχόλησης, όπως συνέβη μέχρι τώρα, αλλά απαιτείται ταχύτερη άνοδος της παραγωγικότητας.
Ως εκ τούτου, το βασικό ζητούμενο είναι η αποτελεσματικότερη διάθεση των διαθέσιμων πόρων, και όχι απλώς η απορρόφησή τους, καθώς και η προσέλκυση περισσότερων και ποιοτικότερων ιδιωτικών επενδύσεων μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στο επενδυτικό περιβάλλον, με τελικό στόχο τον αναπροσανατολισμό του παραγωγικού μας υποδείγματος προς την κατεύθυνση της ενσωμάτωσης περισσότερης γνώσης και καινοτομίας στο προϊοντικό μείγμα.
[1] Η μέση εκτίμηση της αγοράς προέρχεται από το τελευταίο τεύχος του περιοδικού Focus Economics (Μάρτιος 2026).
[2] Η στατιστική επίδραση βάσης (carry-over effect) για το 2026 -η στατιστική δυναμική που προσθέτει η επίδοση της οικονομίας το δ’ τρίμηνο του έτους t στον ρυθμό μεγέθυνσης του έτους t+1- ανέρχεται σε 1,1 ποσοστιαίες μονάδες. Αυτό το αποτέλεσμα ερμηνεύεται ως εξής: εάν το πραγματικό ΑΕΠ στα τέσσερα τρίμηνα του 2026 (α’, β’, γ’ και δ’) διατηρηθεί στο επίπεδο του δ’ τριμήνου του 2025 (€51,6 δισεκ. σε σταθερές τιμές και €62,8 δισεκ. σε τρέχουσες τιμές, βάσει εποχικά διορθωμένων στοιχείων), τότε ο ετήσιος πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσης για το 2026 θα διαμορφωθεί στο 1,1%.
[3] Εξαίρεση αποτελεί το 2014, κατά το οποίο η Ελλάδα βρέθηκε στη 2η θέση με 68,4%, οριακά πίσω από την Κύπρο (68,7%).
[4] Αυτό είναι ένα προσεγγιστικό μέτρο το οποίο δε λαμβάνει υπόψη του τεχνικές παραμέτρους όπως το ρυθμό απόσβεσης/αναπλήρωσης και τη σύνθεση των επενδύσεων παγίων. Ακόμα και έτσι όμως, παράγοντες όπως το θεσμικό και νομικό πλαίσιο, η διάρθρωση και η λειτουργία των αγορών, η ποιότητα και η σύνθεση του εργατικού δυναμικού, οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες συμβάλλουν ή δυσχεραίνουν την αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων.
[5] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους δείκτες οικοδομικής δραστηριότητας:
https://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/SOP03/-
[6] Για περισσότερες πληροφορίες για την πορεία υλοποίησης του ΤΑΑ:
https://www.eurobank.gr/el/omilos/oikonomikes-analuseis/elliniki-oikonomia/7-imeres-oikonomia-08-01-26
[7] Για περισσότερες πληροφορίες: https://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/DKT24/-
[8] Η θετική επίδοση αντανακλά τη βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών των ελληνικών τραπεζικών ομίλων. Σύμφωνα με την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της ΤτΕ (Οκτώβριος 2025), τα κέρδη μετά από φόρους και διακοπείσες δραστηριότητες ανήλθαν σε €2,5 δισ. στο α’ εξάμηνο 2025. Η κερδοφορία ενισχύθηκε κυρίως από τη σημαντική αύξηση των καθαρών εσόδων από προμήθειες και των κερδών από χρηματοοικονομικές πράξεις, ενώ αρνητικά επέδρασαν η μικρή υποχώρηση των καθαρών εσόδων από τόκους, καθώς και η άνοδος των λειτουργικών δαπανών και των απομειώσεων. Παράλληλα, η ποιότητα ενεργητικού βελτιώθηκε περαιτέρω, με τον δείκτη μη- εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) να υποχωρεί σε 3,6% τον Ιούνιο 2025 (από 3,8% τον Δεκέμβριο 2024), εξέλιξη που συνδέεται με ανακτήσεις, πωλήσεις και διαγραφές δανείων. Η ρευστότητα παρέμεινε ισχυρή (π.χ. LCR 212,3% και NSFR 136,4% τον Ιούνιο 2025). Για περισσότερες πληροφορίες:
https://www.bankofgreece.gr/en/news-and-media/press-office/news-list/news?announcement=a69ad3bd-e45a-4ff1-8a86-65d44ccf62d5
[9] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις τιμές των ακινήτων: https://www.bankofgreece.gr/statistika/agora-akinhtwn/deiktes-timwn-oikistikwn-kai-epaggelmatikwn-akinhtwnwn
[10] Για περισσότερες πληροφορίες: https://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/DKT39/-,
και https://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/DKT42/-
[11] Σε μέσα επίπεδα έτους, ο μέσος δείκτης εκροών του 2025 υποχώρησε -3,5%, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης εισροών μειώθηκε -1,1%, υποδηλώνοντας ασθενέστερη εξέλιξη τιμών παραγωγού σε σχέση με το κόστος. Για περισσότερες πληροφορίες: https://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/DKT30/-
[12]Με στοιχεία 9μηνου 2025, η Ελλάδα κατατάσσεται τρίτη από το τέλος μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27 στο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στα άτομα ηλικίας 15-74 ετών (55,8% έναντι 62,0% στην ΕΕ-27).