Παρά τους θετικούς όγκους πωλήσεων και την ανθεκτικότητα που έχει επιδείξει η αγορά, οι επιχειρήσεις είτε πρόκειται για σούπερ μάρκετ είτε για προμηθευτές καταναλωτικών προϊόντων εμφανίζονται επιφυλακτικοί καθώς οι απρόβλεπτοι παράγοντες, οι λεγόμενοι «μαύροι κύκνοι» της οικονομίας, καθιστούν δύσκολη κάθε ασφαλή πρόβλεψη.
Το κλίμα αυτό αποτυπώθηκε και στις τοποθετήσεις στελεχών του κλάδου στο πλαίσιο της ετήσιας τακτικής γενικής συνέλευσης του ECR Hellas. «Συμβαίνουν πολλά αυτή την περίοδο και υπάρχουν αρκετά ζητήματα που πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας», ανέφερε από το βήμα της συνέλευσης του ECR ο διευθύνων σύμβουλος της Δ. Μασούτης ΑΕ και πρόεδρος του ECR Hellas από την πλευρά των λιανεμπόρων, Θοδωρής Γεροστεργιούδης.
«Ζούμε σε μια περίοδο έντονης αβεβαιότητας. Δεν μπορούμε να εφησυχάσουμε, γιατί δεν γνωρίζουμε τι θα φέρουν οι εξελίξεις στον πληθωρισμό και στα επιτόκια. Την ίδια στιγμή υπάρχει και η κυβερνητική παρέμβαση με το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετη αγωνία για το πώς θα μπορέσουν οι επιχειρήσεις να ανταποκριθούν στο νέο περιβάλλον».
Με τον Αλέξανδρο Φλώρο, Retail Vertical Leader, Mediterranean cluster NielsenIQ, να κάνει λόγο παρουσιάζοντας την έρευνα «FMCG Organized Trade: What we saw in 2025, what to expect in 2026» για μαύρους κύκνους.
«Σήμερα είμαστε αρκετά επιφυλακτικοί για το πώς θα εξελιχθεί η χρονιά. Πάντως παρά την αβεβαιότητα, τα μέχρι στιγμής στοιχεία δεν δείχνουν δραστική αλλαγή της εικόνας της αγοράς. Οι όγκοι παραμένουν θετικοί. Ο συνολικός τζίρος του οργανωμένου λιανεμπορίου στο πρώτο δίμηνο του έτους κατέγραψε αύξηση 6,1%, ενώ η συνολική αγορά FMCG εμφάνισε άνοδο της αξίας πωλήσεων κατά 4,9%, έναντι 8,3% την αντίστοιχη περίοδο του 2025».
Πέρυσι το συνολικό «καλάθι» αυξήθηκε σε αξία κατά 5,7%, με τις πωλήσεις να φτάνουν τα 19,323 δισ. ευρώ από 18,288 δισ. ευρώ το 2024. Κινητήριος δύναμη της ανάπτυξης ήταν το οργανωμένο λιανεμπόριο, το οποίο ενισχύθηκε κατά 7,1% και πλέον αντιπροσωπεύει το 82,4% της συνολικής αξίας της αγοράς, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη μετατόπιση της κατανάλωσης προς τις μεγάλες οργανωμένες αλυσίδες.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η ανάπτυξη της αγοράς προήλθε κυρίως από την αύξηση των όγκων και όχι από τις τιμές. Παράλληλα, τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας συνέχισαν την ανοδική τους πορεία με ανάπτυξη 6,1%, αυξάνοντας οριακά το μερίδιό τους από 24,3% σε 24,4%.
Παρά τη θετική πορεία της αγοράς, η καταναλωτική ψυχολογία παραμένει πιεσμένη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το 52% των καταναλωτών στην Ελλάδα δηλώνει ότι βρίσκεται σε χειρότερη οικονομική κατάσταση σε σχέση με πριν, έναντι 32% παγκοσμίως. Μόλις το 3% αναφέρει ότι μπορεί να ξοδεύει ελεύθερα, ενώ το 63% δηλώνει ότι διαθέτει εισόδημα μόνο για τα βασικά.
Η εικόνα αυτή συνδέεται και με τη σωρευτική επιβάρυνση των τιμών, καθώς η μέση πληθωριστική επίδραση στην Ελλάδα την περίοδο 2004-2025 φτάνει το 48,8%. Σημαντική πίεση συνεχίζει να ασκεί και το ενεργειακό κόστος, καθώς ο δείκτης ηλεκτρισμού, φυσικού αερίου και θερμικής ενέργειας έχει αυξηθεί περίπου κατά 120 μονάδες σε σχέση με το 2006.
Σε γεωγραφικό επίπεδο, η Αττική παραμένει η σημαντικότερη αγορά της χώρας, καθώς συγκεντρώνει το 41% της συνολικής αξίας πωλήσεων. Ωστόσο, η ανάπτυξή της (+5,9%) είναι χαμηλότερη από τον συνολικό μέσο όρο της χώρας (+7,1%) και σημαντικά μικρότερη από εκείνη των νησιωτικών περιοχών, όπου η αγορά ενισχύθηκε κατά 10%, κυρίως λόγω της ισχυρής δυναμικής του τουρισμού.
Ενδεικτική είναι και η πορεία του κλάδου της φιλοξενίας, του οποίου ο ετήσιος τζίρος αυξήθηκε από περίπου 2,4 δισ. ευρώ το 2020 σε σχεδόν 11,8 δισ. ευρώ το 2025.
Την ίδια στιγμή, αυξανόμενη σημασία αποκτά και η προσέλκυση και διατήρηση ταλέντου από τη νέα γενιά εργαζομένων. Η Gen Z εμφανίζει μεγαλύτερη κινητικότητα στα πρώτα στάδια της καριέρας της και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην επαγγελματική εξέλιξη, στις ευκαιρίες ανάπτυξης δεξιοτήτων και στο εργασιακό περιβάλλον.
Το υβριδικό μοντέλο εργασίας αναδεικνύεται ως η κυρίαρχη προτίμηση της νέας γενιάς, γεγονός που οδηγεί τις επιχειρήσεις σε επανασχεδιασμό των στρατηγικών προσέλκυσης και διατήρησης ανθρώπινου δυναμικού.
Για να προσελκύσουν και να διατηρήσουν ταλέντο της Gen Z, οι επιχειρήσεις χρειάζεται, όπως είπε ο κος Γιάννης Ήμελος, coFounder & CEO @ Lynq, να επενδύσουν σε συνεχή ροή υποψηφίων, ξεκάθαρες προοπτικές εξέλιξης, ουσιαστικό εργασιακό αποτύπωμα και ισχυρό employer brand στα κανάλια όπου κινείται η νέα γενιά.