Παρά το γεγονός ότι το κόστος εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων των επιχειρήσεων έχει αρχίσει κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα να ανεβαίνει, σε γενικές γραμμές, το ρίσκο των ελληνικών εταιρειών από μια ενδεχόμενη αυξητική πορεία των ευρωπαϊκών επιτοκίων είναι σαφώς περιορισμένο.
Αλήθεια είναι πως η εκτίναξη της αβεβαιότητας λόγω των πολεμικών συρράξεων στη Μέση Ανατολή έχει οδηγήσει σε περιορισμένη άνοδο το Euribor, με αυτό να μεταφέρεται και στο συνολικό κόστος χρηματοδότησης όσων επιχειρήσεων είναι δανεισμένες με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Επιπλέον, οι προβλέψεις των αναλυτών έχουν διαφοροποιηθεί σε σχέση με το παρελθόν, με αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς όχι μόνο να μην αναμένουν περαιτέρω χαλάρωση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), αλλά αντίθετα να προβλέπουν περιορισμένη αύξησή τους μέσα στο 2026.
Όλα αυτά βέβαια θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό και από τις εξελίξεις στο πολεμικό μέτωπο (πόσο θα διαρκέσουν, ποια έκβαση θα έχουν) αλλά και από το πόσο θα καθυστερήσει η ομαλοποίηση στην ενεργειακή αγορά μετά τη λήξη τους.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν αρκετοί λόγοι για τους οποίους μια ενδεχόμενη αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ δεν αναμένεται να προκαλέσει -αυτή καθαυτή- μεγάλο πρόβλημα στην αγορά.
- Πρώτον, η όποια ενδεχόμενη αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ δεν αναμένεται να λάβει μεγάλες διαστάσεις.
- Δεύτερον, στις εταιρείες μεγάλου μεγέθους που διαθέτουν υψηλή πιστοληπτική ικανότητα, το τρέχον κόστος δανεισμού κυμαίνεται σήμερα σε χαμηλά επίπεδα. Προς αυτή την κατεύθυνση λειτουργούν τόσο το χαμηλό περιθώριο (spread) με το οποίο επιβαρύνονται πάνω από το Euribor όσο και το γεγονός ότι η ΕΚΤ έχει προχωρήσει κατά τα τελευταία δύο χρόνια σε σειρά μειώσεων στα βασικά επιτόκια του ευρώ. Πέραν αυτών, μεγάλος αριθμός εταιρειών έχει εντάξει πολλά από τα επενδυτικά του προγράμματα στο Ταμείο Ανάκαμψης, όπου το επιτόκιο δανεισμού κυμαίνεται σε (επιδοτούμενα) πολύ χαμηλά επίπεδα και
- τρίτον, μεγάλος αριθμός ελληνικών επιχειρήσεων έχει ήδη προνοήσει και έχει εξασφαλίσει «κλειδωμένο» κόστος χρηματοδότησης για πολλά χρόνια είτε μέσα από την έκδοση εταιρικών ομολόγων είτε -σε πολύ περισσότερες περιπτώσεις- μέσα από την αγορά παραγώγων και την απόκτηση Interest Rate Swaps (Ανταλλαγές Επιτοκίων). Ειδικότερα, μέσω των IRS, μια επιχείρηση «κλειδώνει» επί σειρά ετών το Euribor -άρα και το συνολικό κόστος χρηματοδότησης- σε προκαθορισμένο επίπεδο.
Όμως, ακόμη και σήμερα, οι επιχειρήσεις προλαβαίνουν να «κλειδώσουν» το Euribor σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της χθεσινής ημέρας, μια εταιρεία μπορούσε μέσω της αγοράς παραγώγων να κλειδώσει το Euribor στο 2,58% για ένα χρόνο, στο 2,72% για δύο χρόνια, στο 2,76% για τρία χρόνια, στο 2,82% για πέντε χρόνια, στο 2,89% για επτά χρόνια, στο 3,02% για δέκα χρόνια και στο 3,09% για δεκαπέντε χρόνια.
Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα των εταιρειών που το τελευταίο εννεάμηνο κλείδωσαν για επτά χρόνια πολύ σημαντικό τμήμα των δανειακών τους υποχρεώσεων μέσα από την έκδοση εταιρικών ομολόγων που διαπραγματεύονται στο ΧΑ (π.χ. Lamda Development, Aktor, Αεροπορία Αιγαίου, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Capital Clean Energy Carriers), ή ακόμη της Trade Estates ΑΕΕΑΠ που επιβαρύνεται με μέσο κόστος χρήματος 3% (κάνει χρήση και κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης) και έχει εξασφαλίσει κλειδωμένο Euribor για το 75% των συνολικών δανειακών της υποχρεώσεων.
Σε αντίθεση με το μέτωπο των επιτοκίων, περισσότερο ανήσυχες είναι οι επιχειρήσεις για άλλες κατηγορίες κινδύνων που ελλοχεύουν λόγω των πολεμικών συρράξεων στη Μέση Ανατολή, όπως η αύξηση του κόστους των καυσίμων και η κάμψη της ζήτησης εξαιτίας της όξυνσης των πληθωριστικών πιέσεων.