Όταν το Χρηματιστήριο της Ελλάδας έκλεισε για πέντε εβδομάδες το 2015, καθώς οι κεφαλαιακοί έλεγχοι έπνιγαν τη χώρα και οι τράπεζές της κατέρρεαν υπό το βάρος της κρίσης χρέους, η επιστροφή σε καθεστώς ανεπτυγμένης αγοράς έμοιαζε μακρινή.
Οι μετοχές των ελληνικών τραπεζών κατέρρευσαν κατά 94% εκείνη τη χρονιά και η ρευστότητα εξαφανίστηκε, αφήνοντας την αγορά μικρότερη από εκείνη της Αιγύπτου ή του Μαρόκου. Μια δεκαετία αργότερα, η Ελλάδα πλησιάζει εκ νέου τον ανεπτυγμένο κόσμο. Καθώς η MSCI Inc. βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ στην αναβάθμιση της χώρας από καθεστώς αναδυόμενης αγοράς, οι εταιρείες εκτιμούν ότι οι ελληνικές μετοχές είναι καλά τοποθετημένες για να ανταγωνιστούν για παγκόσμια κεφάλαια, καθώς η οικονομία αναδεικνύεται στη μεγαλύτερη ιστορία ανάκαμψης της ευρωζώνης.
«Η Ελλάδα αναπτύσσεται ταχύτερα από την Ευρώπη, ο τραπεζικός τομέας είναι πιο συγκεντρωμένος και οι ελληνικές τράπεζες έχουν ισχυρή κερδοφορία», δήλωσε ο Ιάσων Κεπαπτσόγλου, επικεφαλής σχέσεων με επενδυτές στην Alpha Bank, μία από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας. «Είσαι ένα πολύ μικρό ψάρι, κάτι που δεν είναι πολύ καλό, αλλά μέσα σε έναν τεράστιο ωκεανό».
Η MSCI εξετάζει την επαναταξινόμηση της Ελλάδας ως ανεπτυγμένης αγοράς μετοχών και θα ανακοινώσει την απόφασή της έως τις 31 Μαρτίου. Είχε υποβαθμίσει την Ελλάδα σε καθεστώς αναδυόμενης αγοράς το 2013, στο αποκορύφωμα της κρίσης δημόσιου χρέους -την πρώτη φορά που ανεπτυγμένη χώρα υποβαθμίστηκε. Σε κάποια φάση, η χώρα κινδύνευσε ακόμη και να ενταχθεί στην κατηγορία «standalone» της MSCI, που προορίζεται για μικρές ή δυσπρόσιτες αγορές όπως η Τζαμάικα ή η Μποτσουάνα.
Περίπου 18,3 τρισ. δολάρια παρακολουθούν τους δείκτες μετοχών της MSCI. Οι ταξινομήσεις χωρών της έχουν δυσανάλογη επιρροή στις παγκόσμιες κατανομές χαρτοφυλακίων και, όπως φάνηκε νωρίτερα φέτος στην Ινδονησία, μπορούν να ασκήσουν πίεση στους χρηματοπιστωτικούς ρυθμιστές. Ανταγωνιστικοί πάροχοι δεικτών, όπως οι FTSE Russell και S&P Global Ratings, ήδη κατατάσσουν την Ελλάδα ως ανεπτυγμένη αγορά.
Οι συμμετέχοντες στην αγορά είχαν έως τις 16 Μαρτίου για να υποβάλουν σχόλια στην MSCI σχετικά με την αναβάθμιση της Ελλάδας, σύμφωνα με εκπρόσωπο της MSCI, ο οποίος αρνήθηκε να σχολιάσει το περιεχόμενο αυτών των απαντήσεων.
Για τις ελληνικές εταιρείες που ήδη προσελκύουν διεθνείς επενδυτές, η κίνηση αυτή θα μπορούσε να διευρύνει το επενδυτικό κοινό. Η Lamda Development, η οποία μετατρέπει το πρώην αεροδρόμιο της πόλης στη μεγαλύτερη «έξυπνη πόλη» της Ευρώπης -έργο με την ονομασία The Ellinikon- εκτιμά ότι μια επαναταξινόμηση θα φέρει βαθύτερες δεξαμενές θεσμικών κεφαλαίων στην αγορά.
«Μεσοπρόθεσμα έως μακροπρόθεσμα θα είναι μια θετική εξέλιξη για την Ελλάδα», δήλωσε ο Απόστολος Ζαφολιάς, επικεφαλής στρατηγικής και σχέσεων με επενδυτές της Lamda. «Θα έχετε πρόσβαση σε μια πολύ μεγαλύτερη και υψηλότερης ποιότητας δεξαμενή κεφαλαίων».
Ωστόσο, υπάρχει συζήτηση σχετικά με το αν είναι προτιμότερο να είναι κανείς εξέχων σε έναν μικρότερο δείκτη ή λιγότερο σημαντικός αλλά ενταγμένος σε ευρύτερο φάσμα χαρτοφυλακίων. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες της Ελλάδας παραμένουν σχετικά μικρές, με τη μεγαλύτερη, τη Eurobank SA -αξίας περίπου 12,4 δισ. ευρώ (14,4 δισ. δολάρια)- να είναι μικρότερη από τις περισσότερες ευρωπαϊκές αντίστοιχες.
Η έξοδος από τις αναδυόμενες αγορές θα προκαλούσε αρχικά εκροές από εξειδικευμένα κεφάλαια. Αν και αυτές αναμένεται να αντισταθμιστούν με την πάροδο του χρόνου από εισροές λόγω ένταξης στις ανεπτυγμένες αγορές, οι επιπτώσεις θα είναι άνισες μεταξύ των εταιρειών, με τις μικρότερες να αναμένεται να υποστούν μεγαλύτερες απώλειες, σύμφωνα με τον Σουνίλ Κουλ, επικεφαλής στρατηγικής μετοχών αναδυόμενων αγορών στη Goldman Sachs Group Inc.
Ο Κεπαπτσόγλου της Alpha Βank περιέγραψε το δίλημμα μεταξύ μεγέθους και πρόσβασης σε παγκόσμια κεφάλαια ως εξής: «Κάποιοι θα πουν ότι τα μεγαλύτερα ψάρια θα σε φάνε και άλλοι ότι υπάρχει άφθονη τροφή».
Η Ελλάδα αντιπροσωπεύει περίπου το 0,5% του δείκτη MSCI Emerging Markets με οκτώ συμμετοχές. Εάν αναβαθμιστεί, αναλυτές της JPMorgan Chase & Co. εκτιμούν ότι η στάθμισή της στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών θα είναι σημαντικά μικρότερη και η συνολική επίδραση από παθητικά κεφάλαια αναμένεται να είναι ελαφρώς αρνητική -περίπου 300 εκατ. δολάρια εκροών.
Η αναβάθμιση του Ισραήλ το 2009 προσφέρει ένα από τα λίγα ιστορικά παραδείγματα. Ο κύριος δείκτης του υποχώρησε μετά την αρχική ανακοίνωση της MSCI, καθώς επενδυτές αναδυόμενων αγορών, που δεν επιτρέπεται να κατέχουν μετοχές ανεπτυγμένων αγορών, πούλησαν. Ωστόσο, όταν η αλλαγή τέθηκε σε ισχύ τον Μάιο του 2010, περίπου 2,2 δισ. δολάρια εκροών αντισταθμίστηκαν από περίπου 3 δισ. δολάρια εισροών, σύμφωνα με εκτίμηση της εποχής.
Πέρα από τους μηχανισμούς των δεικτών, η ελληνική αγορά μετοχών έχει ήδη καταγράψει αξιοσημείωτη ανάκαμψη.
Η συνολική χρηματιστηριακή της αξία υπερβαίνει πλέον εκείνη της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας, ενώ ο μέσος ημερήσιος όγκος συναλλαγών στον δείκτη ASE έχει αυξηθεί στα 370 εκατ. ευρώ φέτος από περίπου 84 εκατ. ευρώ πριν από μια δεκαετία. Ο βασικός δείκτης έχει επίσης ενισχυθεί κατά περίπου 330% από το χαμηλό της πανδημίας τον Μάρτιο του 2020, περισσότερο από το διπλάσιο της ανόδου του δείκτη ανεπτυγμένων αγορών της MSCI.
Αυτή η ανάκαμψη αντανακλά τη συνολική μεταστροφή της χώρας μετά από μια κρίση χρέους που εξάλειψε περίπου το ένα τέταρτο της οικονομικής παραγωγής. Η αγορά ομολόγων της Ελλάδας ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα το 2023, έπειτα από 13 χρόνια σε καθεστώς «σκουπιδιών», και η οικονομία της αναπτύσσεται πλέον ταχύτερα από πολλές ευρωπαϊκές αντίστοιχες.
Η ανάκαμψη και οι προσδοκίες για περαιτέρω ανάπτυξη έχουν προσελκύσει νέο επενδυτικό ενδιαφέρον. Η εξαγορά της Hellenic Exchanges, του διαχειριστή του χρηματιστηρίου Αθηνών, από τη Euronext NV χαιρετίστηκε από την ελληνική κυβέρνηση ως ένδειξη εξομάλυνσης και βήμα προς βαθύτερη ενσωμάτωση στις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές.
Μια δεκαετία μετά το κλείσιμο της αγοράς της Αθήνας λόγω κεφαλαιακών ελέγχων στο αποκορύφωμα της κρίσης, οι επενδυτές θα αντικρίσουν πλέον μια θεμελιωδώς διαφορετική Ελλάδα. Μια πιθανή αναβάθμιση από τη MSCI αυτόν τον μήνα θα υπογραμμίσει αυτή τη μεταβολή.
«Η Ελλάδα έχει μετακινηθεί από μια ιστορία επιβίωσης σε μια ιστορία σχετικής αξίας και δομής αγοράς, με την αναβάθμιση να λειτουργεί περισσότερο ως καταλύτης παρά ως επενδυτική υπόθεση καθαυτή», δήλωσε ο Θανάσης Δρογώσης της Pantelakis Securities SA. «Η αγορά συζητείται ξανά ως προορισμός κατανομής κεφαλαίων και όχι ως περίπτωση κρίσης».