Πώς είδαν την αύξηση του κατώτατου μισθού οι εργοδοτικοί φορείς

Πώς σχολίασαν οι ηγεσίες των ΕΣΕΕ, ΕΒΕΠ, ΒΕΑ και ΕΕΑ την κίνηση αύξησης του κατώτατου μισθού. ΓΣΕΕ: Θέλουμε πραγματικές αυξήσεις.
Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ Στ. Καφούνης

Δημοσιεύθηκε: 26 Μαρτίου 2026 - 12:19

Τελ. Ενημ.: 26 Μαρτίου 2026 - 14:02

Load more

Με αφορμή την απόφαση της κυβέρνησης για τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, ο Πρόεδρος της ΕΣΕΕ κ. Σταύρος Καφούνης δήλωσε:

«Η κυβερνητική απόφαση για αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ κινείται στη σωστή κατεύθυνση, καθώς καλύπτει πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων και μέρος της αναμένεται να κατευθυνθεί στην εγχώρια κατανάλωση. Για την αντιστάθμιση όμως της νέας επιβάρυνσης σε μία δύσκολη όπως εξελίσσεται χρονιά, οι επιχειρήσεις αναμένουν ρυθμίσεις για περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους, ελαφρύνσεις φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών αλλά και αποσύνδεση του εμπορίου, του πλέον διασυνδεδεμένου με τη φορολογική διοίκηση κλάδου, από τον τεκμαρτό τρόπο φορολόγησης.

Στόχος της ΕΣΕΕ και σταθερή επιδίωξη του εμπορικού κόσμου είναι ένα πλαίσιο αναπτυξιακών κινήτρων για μια ισχυρή, παραγωγική οικονομία που θα μπορεί να αμείβει σωστά τους εργαζόμενους της και να δημιουργεί νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας».

Μετά την ανακοίνωση της αύξησης του κατώτατου μισθού από τον Πρωθυπουργό στο Υπουργικό Συμβούλιο της 26ης Μαρτίου 2026, ο πρόεδρος του Ε.Β.Ε.Π., Βασίλης Κορκίδης, δήλωσε:

«Η αύξηση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα δεν είναι απλώς “λίγα ευρώ παραπάνω”. Έχει πολλαπλές θετικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις που επηρεάζουν εργαζόμενους, επιχειρήσεις και, συνολικά, την οικονομία. Στην πράξη σημαίνει άμεση αύξηση του καθαρού εισοδήματος για πάνω από 575.000 εργαζόμενους ή το 23% των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα που αμείβονται με κατώτατο μισθό. Σημαίνει περισσότερα “χρήματα στην τσέπη” και ενίσχυση των όρων της αγοραστικής δύναμης PPS, ιδίως στα χαμηλά εισοδήματα, σε συνδυασμό και με τη μειωμένη φορολογία.

Ο κατώτατος μισθός λειτουργεί σαν βάση για όλο το μισθολογικό σύστημα και συμπαρασύρει όλη την αγορά μισθών, αφού η αύξηση δεν μένει μόνο στον κατώτατο, αλλά ανεβάζει όλους τους μισθούς που επηρεάζονται από τριετίες, επιδόματα και υπερωρίες. Η αύξηση των 22 επιδομάτων και, κυρίως, των βασικών, που αφορούν στους περισσότερους εργαζόμενους, όπως άδειας, γάμου, μητρότητας, κοινωνικών παροχών, καθώς ανεργίας και προγραμμάτων της ΔΥΠΑ, υπολογίζονται με βάση τον κατώτατο μισθό. Παράλληλα, έχει έμμεσο αντίκτυπο και στο Δημόσιο, όπου ο κατώτατος λειτουργεί ως βάση για τον εισαγωγικό μισθό.

Εκτιμάται ότι περίπου 600.000 δημόσιοι υπάλληλοι θα δουν μηνιαία αύξηση, με διαφοροποιήσεις ανάλογα με τα μισθολογικά κλιμάκια. Ωστόσο, χρειάζεται ισορροπία για να μη χαθεί η ανταγωνιστικότητα, για αυτό και οι προτάσεις των κοινωνικών εταίρων πρέπει να κινούνται με γνώμονα το κόστος εργασίας για τις επιχειρήσεις και, ιδιαίτερα, τις μικρές, καθώς και τους κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας προς αποφυγή των αρνητικών επιπτώσεων από την αύξηση του “μοναδιαίου κόστους εργασίας” και των πληθωριστικών πιέσεων. Ο στρατηγικός στόχος της διετίας 2026-2027, παρά τις αντίξοες συνθήκες που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική επιχειρηματικότητα, είναι η σταδιακή σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά επίπεδα. Η αύξηση του κατώτατου μισθού προσθέτει ετησίως πάνω από μισό δις ευρώ στη μισθοδοσία του ιδιωτικού τομέα.

Επισημαίνεται, μάλιστα, ότι, από την 1η Απριλίου 2026, που θα τεθεί σε ισχύ ο νέος αυξημένος κατώτατος μισθός των 920 ευρώ, η αύξηση του 4,5% θα φανεί πρώτα στο Δώρο Πάσχα, το οποίο θα πρέπει να αναπροσαρμοσθεί και να καταβληθεί έως τη Μεγάλη Τετάρτη, 8 Απριλίου. Ουσιαστικά, παρά το μεγαλύτερο κόστος για τις επιχειρήσεις, η αύξηση του κατώτατου μισθού σημαίνει μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα για εργαζόμενους, μείωση των ανισοτήτων αμοιβών, τόνωση της κατανάλωσης, στήριξη της ανάπτυξης και συνολικά της οικονομίας. Τέλος, η αύξηση του κατώτατου μισθού σημαίνει άμεσα, περισσότερα χρήματα από τις επιχειρήσεις στους εργαζόμενους τους και έμμεσα, σημαίνει “αυτοχρηματοδότηση” της αγοράς.»

Οπως δήλωσε ο πρόεδρος του Ε.Ε.Α, κ. Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, είναι σωστή η αύξηση του κατώτατου μισθού αλλά να δούμε και πως θα στηριχθεί η επιχειρηματικότητα. 

Οπως επισημαίνει, «κάθε ενίσχυση του εισοδήματος των πολιτών βρίσκει σύμφωνο το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, οπότε τασσόμαστε υπέρ της νέας αύξησης του κατώτατου μισθού. Είναι μία σωστή κίνηση από την πλευρά της κυβέρνησης καθώς για να μπορέσουν οι πολίτες να ανταπεξέλθουν στις αυξημένες υποχρεώσεις τους αλλά και για να κινηθεί η αγορά, απαιτείται να έχουν διαθέσιμο εισόδημα. Στόχος πρέπει να είναι το εισόδημα των Ελλήνων εργαζομένων να προσεγγίζει αυτό των Ευρωπαίων. Οι εργαζόμενοι είναι και καταναλωτές, κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε.

Δεν μπορούμε όμως να μένουμε μόνο στην αύξηση του κατώτατου μισθού. Γιατί πρόκειται για μία εξέλιξη που επιβαρύνει εκ νέου τις επιχειρήσεις. Οπότε στην εξίσωση πρέπει να προστεθούν μέτρα για την τόνωση της επιχειρηματικότητας -κυρίως της μεσαίας- έτσι ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν και οι επιχειρήσεις στη νέα πραγματικότητα.

Όταν παραμένουν υποχρεώσεις όπως η προκαταβολή φόρου, το τέλος επιτηδεύματος, το υψηλό μη μισθολογικό κόστος, οι συνεχείς αυξήσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου, τα ακριβά ενοίκια, χρειάζεται ένα αντιστάθμισμα για να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις της χώρας. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει συνεχής επιβάρυνση των μικρομεσαίων, ειδικά σε μία χρονική στιγμή που οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου στη Μέση Ανατολή πλήττουν βάναυσα το εισόδημα των νοικοκυριών και μειώνουν την κατανάλωση.

Θέλω να πιστεύω ότι η κυβέρνηση έχει υπολογίσει αυτόν τον παράγοντα και αναμένω να ληφθούν στοχευμένα μέτρα για την ενίσχυση του επιχειρείν και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Τέλος, οφείλω να σημειώσω ότι η όποια μεταβολή στον κατώτατο μισθό και γενικά στις αποδοχές των εργαζομένων θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα του διαλόγου μεταξύ των εργοδοτικών οργανώσεων και των συνδικαλιστικών εκπροσώπων, χωρίς να εμπλέκεται η όποια κυβέρνηση. Έχουμε αποδείξει και στο παρελθόν ότι με καλή θέληση μπορεί να βρεθεί κοινός τόπος, χωρίς ενδιάμεσους».

ΓΣΕΕ: Θέλουμε πραγματικές αυξήσεις 

Οπως επισημαίνει σε ανακοίνωσή της η ΓΣΕΕ, «την ώρα που οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να βρίσκονται αντιμέτωποι με την ακρίβεια και το αυξημένο κόστος διαβίωσης, η κυβέρνηση ανακοίνωσε αύξηση μόλις 40 ευρώ στον κατώτατο μισθό.

Η ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι μια τέτοια περιορισμένη αύξηση δεν μπορεί να αντισταθμίσει την υποχώρηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης, καθώς οι συνεχείς ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά, ενέργεια και στέγαση εξακολουθούν να πιέζουν σοβαρά τα εισοδήματα των εργαζομένων.

Τα στοιχεία των μελετών του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ καταγράφουν ότι μεγάλο ποσοστό εργαζομένων δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές ανάγκες του μήνα, ενώ η Ελλάδα παραμένει χαμηλά στην κατάταξη της αγοραστικής δύναμης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η εκτίμηση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για το 2026 προσδιορίζει τον μηνιαίο ακαθάριστο κατώτατο μισθό αξιοπρεπούς διαβίωσης στα 1052 ευρώ μεικτά.

Η Συνομοσπονδία τονίζει για ακόμη μία φορά ότι ο καθορισμός του κατώτατου μισθού μέσω μονομερών κυβερνητικών αποφάσεων, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, δεν πρέπει να συνεχιστεί.

Η μόνη ουσιαστική θεσμική διαδικασία παραμένει η επαναφορά των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, καθώς η πρόσφατη κοινωνική συμφωνία απέδειξε ότι μπορεί να υπάρξει ουσιαστική συνεννόηση των κοινωνικών εταίρων.

Μόνο μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορεί ο καθορισμός του κατώτατου μισθού να γίνεται με τρόπο δίκαιο και βιώσιμο, εξασφαλίζοντας αξιοπρεπείς αποδοχές και όρους απασχόλησης για τους εργαζόμενους».

ΒΕΑ: «Ναι» στην αύξηση εισοδήματος, αλλά ταυτόχρονη στήριξη στις ΜμΕ

Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας με ανακοίνωσή του επισημαίνει ότι τάσσεται υπέρ της νέας αύξησης του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ από την 1η Απριλίου, καθώς ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων και στηρίζει την αγοραστική δύναμη, σε μια περίοδο έντονων πληθωριστικών πιέσεων.

Η ενίσχυση των κατώτερων αποδοχών, αποτελεί μια αναγκαία παρέμβαση για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους, οι οποίοι εξακολουθούν να δοκιμάζονται από τη συνεχιζόμενη αύξηση του κόστους ζωής, την ενεργειακή επιβάρυνση και το νέο κύμα ανατιμήσεων, που προκαλεί η γεωπολιτική αστάθεια και ο πόλεμος που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Ωστόσο, το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας επισημαίνει ότι, για ακόμη μία φορά, η προσαρμογή αυτή στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις επιχειρήσεις, χωρίς να έχουν υλοποιηθεί στον ίδιο βαθμό τα αναγκαία μέτρα στήριξης που θα εξισορροπήσουν το αυξημένο μισθολογικό κόστος.

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καλούνται να απορροφήσουν μια νέα αύξηση δαπανών σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από διαρκή άνοδο του ενεργειακού κόστους, ακριβότερες πρώτες ύλες και περιορισμένη κατανάλωση. Η συσσώρευση αυτών των πιέσεων δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες για τη βιωσιμότητά τους, ιδίως για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας.

Παράλληλα, η υψηλή φορολογική επιβάρυνση και το αυξημένο μη μισθολογικό κόστος εξακολουθούν να λειτουργούν ως «τροχοπέδη» για την ανάπτυξη και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Σημαντικό ποσοστό επιχειρήσεων, εξακολουθεί να δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, ενώ η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού εντείνει περαιτέρω τις πιέσεις.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι οι διεθνείς εξελίξεις ενισχύουν το κύμα ακρίβειας, περιορίζοντας το πραγματικό όφελος για τους εργαζόμενους και ταυτόχρονα διογκώνοντας το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων.

Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας υπογραμμίζει, ότι η ενίσχυση των εισοδημάτων θα πρέπει να συνοδεύεται από ουσιαστικά και άμεσα μέτρα στήριξης της επιχειρηματικότητας, ώστε να διασφαλιστεί η ισορροπία μεταξύ κοινωνικής πολιτικής και οικονομικής βιωσιμότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, ζητά την επίσπευση της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών, η οποία δεν μπορεί να μετατίθεται για το 2027, αλλά πρέπει να εφαρμοστεί άμεσα, προκειμένου να αντισταθμιστεί το αυξημένο μισθολογικό κόστος και να ενισχυθεί η απασχόληση.

Ταυτόχρονα, επαναφέρει την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις, όπως η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, η επανεξέταση του τεκμαρτού εισοδήματος, η μείωση του ενεργειακού κόστους και η ενεργοποίηση νέας ρύθμισης οφειλών σε έως 120 δόσεις, ώστε να δοθεί πραγματική «ανάσα» στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Όπως επισημαίνει ο Πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας, Κωνσταντίνος Δαμίγος, «Η αύξηση του κατώτατου μισθού, κινείται στη σωστή κατεύθυνση για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, όμως δεν μπορεί να είναι μονομερής. Χωρίς άμεση μείωση του μη μισθολογικού κόστους και ουσιαστική στήριξη των επιχειρήσεων, ο κίνδυνος να περιοριστεί η απασχόληση και να ενταθούν οι πιέσεις στην αγορά, είναι υπαρκτός».

Το ΒΕΑ τονίζει ότι η τρέχουσα συγκυρία, με τη διεθνή αβεβαιότητα να εντείνεται και την ακρίβεια να παραμένει, επιβάλλει άμεσες και συντονισμένες παρεμβάσεις, ώστε η αύξηση των μισθών να μεταφραστεί σε πραγματική ενίσχυση της οικονομίας και όχι σε περαιτέρω επιβάρυνση της παραγωγικής βάσης της χώρας.

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων