Με αιχμή τα νέα μέτρα, όπως είναι η επαναφορά του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους και το ενδεχόμενο αυτά να παραταθούν και να ληφθούν και νέα, οι τόνοι ανεβαίνουν, αποκαλύπτοντας ένα βαθύτερο ρήγμα εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτείας και επιχειρηματικού κόσμου.
Κάτι που αποτυπώθηκε χθες από το βήμα του 16ου Food Retail Conference, όπου κορυφαίοι εκπρόσωποι της επιχειρηματικής κοινότητας άσκησαν δριμεία κριτική στην κυβερνητική πολιτική, κατηγορώντας την ότι λειτουργεί τιμωρητικά απέναντι στην επιχειρηματικότητα και στρεβλώνει τους όρους της αγοράς.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, περιέγραψε μια πολιτεία που κατά την άποψή του «προεξοφλεί» την παραβατικότητα των επιχειρήσεων. «Η κυβέρνηση επιλέγει να μην μειώσει τον ΦΠΑ, υποστηρίζοντας ότι η μείωση δεν θα περάσει στον καταναλωτή. Με άλλα λόγια, θεωρεί ότι οι επιχειρήσεις θα τον εξαπατήσουν», σημείωσε, καταγγέλλοντας μια στρατηγική που, όπως είπε, τοποθετεί το κράτος στον ρόλο του «καλού αστυνομικού» και τις επιχειρήσεις στον ρόλο του «υπόπτου».
Ο κ. Θεοδωρόπουλος προειδοποίησε ότι τέτοιες πρακτικές ενισχύουν τη δυσπιστία των καταναλωτών και υπονομεύουν τη λειτουργία της αγοράς, την ώρα που εξωγενείς παράγοντες όπως η κλιματική κρίση και η εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες ύλες πιέζουν ήδη τις τιμές προς τα πάνω.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο πρόεδρος της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας, Αριστοτέλης Παντελιάδης και επικεφαλής του ομίλου ΜΕΤΡΟ, χαρακτήρισε το πλαφόν «καταστροφικό», επισημαίνοντας ότι επιβαρύνει τις επιχειρήσεις με υψηλό διοικητικό κόστος, το οποίο τελικά μετακυλίεται στον καταναλωτή. «Θεωρούμαστε εκ προοιμίου ένοχοι», υπογράμμισε, κάνοντας λόγο για μια αγορά που λειτουργεί υπό καθεστώς διαρκούς επιτήρησης.
Ο ίδιος έθεσε και ένα πιο θεμελιώδες ζήτημα το μοντέλο οικονομικής διακυβέρνησης. «Δεν υπάρχει μέση λύση μεταξύ κεντρικά ρυθμισμένης και ελεύθερης οικονομίας». Για να σημειώσει: «Οι μισθοί στην Ελλάδα πρέπει να αυξηθούν, διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος κοινωνικής έκρηξης. Ωστόσο, είναι απαραίτητο να δοθεί στις επιχειρήσεις ο απαραίτητος χώρος ώστε να λειτουργούν απερίσπαστα. Για να πραγματοποιηθούν επενδύσεις και να ενισχυθεί η παραγωγικότητα, απαιτείται κερδοφορία. Η κερδοφορία δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κάτι μεμπτό, ούτε οι επιχειρήσεις να αναλώνονται στην παρακολούθηση και εφαρμογή εξαιρετικά περίπλοκων νομοθετικών πλαισίων», κατέληξε ο πρόεδρος της ΕΣΕ.
Στο πεδίο της οικονομίας, οι επιπτώσεις αυτής της σύγκρουσης δεν είναι αμελητέες. Η ελληνική παραγωγική βάση παραμένει εύθραυστη, με υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές ακόμη και σε βασικά αγαθά. Όπως είπε ο πρόεδρος του ΣΕΒ, η έλλειψη επάρκειας στον πρωτογενή τομέα ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις, καθιστώντας τις παρεμβάσεις τιμών ακόμη πιο δύσκολες και ενίοτε αναποτελεσματικές.
Από την πλευρά του ο πρόεδρος του ΣΕΒΤ, Ιωάννης Γιώτης, σημείωσε ότι δεν τίθεται υπό διαπραγμάτευση ο σεβασμός προς την ελληνική βιομηχανία τροφίμων και τους ανθρώπους της, ο οποίος απορρέει από την εμπιστοσύνη των καταναλωτών.
«Η ανθεκτικότητα των επιχειρήσεών μας δεν είναι ανεξάντλητη. Η ακρίβεια είναι ο χειρότερος εχθρός μας. Χρειαζόμαστε όμως ένα κλίμα εμπιστοσύνης και ουσιαστικής στήριξης της βιομηχανίας μας. Οφείλει να πρυτανεύει η λογική και η διάθεση για συνεργασία. Θέλουμε τη συνεργασία με την πολιτεία και τους κοινωνικούς εταίρους προς όφελος των καταναλωτών», είπε.
Με τον διευθύνοντα σύμβουλο της ΑΒ Βασιλόπουλος, Νίκο Λαβίδα, και τον επικεφαλής της Unilever Hellas, Γιώργο Τζαβάρα, να αναφέρουν ότι οι τιμές δεν αποτελούν αποτέλεσμα διοικητικών αποφάσεων, αλλά διαμορφώνονται από το συνολικό κόστος σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα από την παραγωγή και τα logistics έως το ράφι.
Οι παρεμβάσεις στην αγορά, και ιδίως η επιβολή πλαφόν, περιγράφηκαν ως τροχοπέδη. Αντί να επικεντρώνονται στη βελτιστοποίηση της εμπορικής στρατηγικής ή στην επέκταση της δραστηριότητάς τους, οι εταιρείες ωθούνται σε συγκριτικές αξιολογήσεις περιθωρίων με το παρελθόν, προκειμένου να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση με το ρυθμιστικό πλαίσιο.
Με τον γενικό διευθυντή του ΙΟΒΕ, Νίκο Βέττα να λέει ότι η δημόσια παρέμβαση είναι θεμιτή όταν διακυβεύεται ο ανταγωνισμός ωστόσο, η εκτεταμένη ή βραχυπρόθεσμη ρυθμιστική παρέμβαση, με στόχο πρόσκαιρα οφέλη, ενδέχεται να παράγει αντίθετα αποτελέσματα σε βάθος χρόνου.
Στο πλαίσιο αυτό, το μέτρο του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους αξιολογήθηκε αρνητικά, τόσο ως προς την αποτελεσματικότητά του όσο και ως προς τη λειτουργικότητά του, καθώς «τιμωρεί» το κέρδος και εισάγει στρεβλώσεις στα κίνητρα των επιχειρήσεων.