ΤτΕ: Μειώστε εισφορές για να κρατηθεί η ανάπτυξη

Στενότητα στο εργατικό δυναμικό «βλέπει» η Τράπεζα της Ελλάδος. Ο ρόλος της γήρανσης του πληθυσμού, οι πιέσεις στο κόστος και τα όρια στις μισθολογικές αυξήσεις.

Δημοσιεύθηκε: 10 Απριλίου 2026 - 08:09

Load more

Η Τράπεζα της Ελλάδος αναδεικνύει το μη μισθολογικό κόστος ως κρίσιμο παράγοντα για την ανταγωνιστικότητα, σε μια αγορά εργασίας που ήδη αντιμετωπίζει ελλείψεις και δημογραφικές πιέσεις. Και επισημαίνει ότι η διατηρήσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας περνά μέσα από τη συστηματική μείωση των βαρών στην εργασία.

Στην πράξη, η κεντρική τράπεζα στην ετήσια Έκθεση για την ελληνική οικονομία καταδεικνύει ότι, σε μια περίοδο κατά την οποία η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί βασικό περιοριστικό παράγοντα, η ελάφρυνση του κόστους εργασίας μέσα από την περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, είναι  προϋπόθεση για την επόμενη φάση της ανάπτυξης.

Πέρα από τις αναφορές για ενίσχυση της απασχόλησης και αποκλιμάκωση της ανεργίας, η Έκθεση εστιάζει σε ένα διαρθρωτικό πρόβλημα: τη στενότητα στην αγορά εργασίας. Η μείωση της ανεργίας έχει περιορίσει τη διαθέσιμη προσφορά εργατικού δυναμικού, οδηγώντας σε ελλείψεις προσωπικού, ιδιαίτερα σε ειδικότητες μεσαίας και υψηλής εξειδίκευσης. Το πρόβλημα επιτείνεται από τη δημογραφική γήρανση, η οποία περιορίζει περαιτέρω τη δυνητική προσφορά εργασίας.

Η απάντηση είναι πολυεπίπεδη: αύξηση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, ιδίως από γυναίκες και νέους, ενίσχυση της τεχνικής εκπαίδευσης, προσέλκυση μεταναστών και επιστροφή εξειδικευμένων εργαζομένων που μετανάστευσαν τα προηγούμενα χρόνια.

Ωστόσο, κάτω από αυτή τη δέσμη πολιτικών, αναδεικνύεται μια κρίσιμη παράμετρος: το κόστος της εργασίας ως καθοριστικός παράγοντας για την ισορροπία της αγοράς.

Τα στοιχεία της Έκθεσης δείχνουν ότι το 2025 καταγράφεται επιβράδυνση της αύξησης των ονομαστικών αμοιβών, ενώ σε πραγματικούς όρους οι αυξήσεις είναι οριακές. Παρά ταύτα, οι καθαρές αποδοχές των εργαζομένων ενισχύθηκαν περισσότερο, όχι λόγω δυναμικής μισθολογικής ανόδου, αλλά εξαιτίας της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες από την 1η Ιανουαρίου 2025, καθώς και της μείωσης των κρατήσεων στις υπερωρίες.

Πρόκειται για μια σαφή ένδειξη της κατεύθυνσης πολιτικής: ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος χωρίς επιβάρυνση του συνολικού κόστους για τις επιχειρήσεις.

Σε μια οικονομία όπου η παραγωγικότητα αυξάνεται με αργούς ρυθμούς, η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον έλεγχο του κόστους εργασίας. Η Έκθεση δείχνει ότι η επιβράδυνση των μισθολογικών αυξήσεων, σε συνδυασμό με τις παρεμβάσεις στις εισφορές, συνέβαλε ακριβώς σε αυτή την ισορροπία. Με άλλα λόγια, η αύξηση των μισθών δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις αντοχές της παραγωγικής βάσης.

Ταυτόχρονα, η εικόνα των συλλογικών διαπραγματεύσεων αποτυπώνει μια συγκρατημένη μισθολογική δυναμική. Από τις 208 επιχειρησιακές συμβάσεις που υπογράφηκαν το 2025, λιγότερες από τις μισές περιλαμβάνουν αυξήσεις μισθών.

Την ίδια στιγμή, οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό –6% το 2025 και 4,55% το 2026– κινούνται σύμφωνα με την Έκθεση σε ελεγχόμενα επίπεδα, επιβεβαιώνοντας την προσπάθεια ισορροπίας μεταξύ ενίσχυσης των εισοδημάτων και αποφυγής πληθωριστικών πιέσεων.

Ειδικότερα, στον επιχειρηματικό τομέα το δωδεκάμηνο Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου 2025 υπογράφηκαν 208 νέες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις, οι οποίες αφορούν 130.669 μισθωτούς. Από αυτές, 80 συμβάσεις προβλέπουν αυξήσεις μισθών, ενώ οι υπόλοιπες δεν περιλαμβάνουν μισθολογικές ρυθμίσεις.

Σύμφωνα με κάποια στοιχεία, η ετήσια ηλεκτρονική καταγραφή του συνόλου των επιχειρήσεων και των μισθωτών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου δείχνει ότι το 2025 οι κατά κεφαλήν μεικτές μηνιαίες αποδοχές πλήρους και μερικής απασχόλησης αυξήθηκαν κατά 1,53%, ενώ οι αντίστοιχες πλήρους απασχόλησης αυξήθηκαν κατά 2,57%.

Να σημειωθεί τέλος, πως στο σύνολό τους οι εκπρόσωποι των εργοδοτών ζητούν μείωση των ασφαλιστικών εισφορών καθώς αποτελεί ένα «καθαρό» εργαλείο πολιτικής. Επιτρέπει την αύξηση των πραγματικών αποδοχών, ενισχύει τα κίνητρα για εργασία και ταυτόχρονα περιορίζει το μη μισθολογικό κόστος για τις επιχειρήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι η Έκθεση συνδέει ευθέως τα κίνητρα για εργασία με παρεμβάσεις τόσο στο φορολογικό σύστημα όσο και στο σύστημα κοινωνικών παροχών.

Η αιχμή, επομένως, είναι σαφής: η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε μια φάση όπου το βασικό ζητούμενο δεν είναι απλώς η ανάπτυξη, αλλά η ποιότητα και η αντοχή της. Και σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική για την εργασία μετατοπίζεται από τη διαχείριση της ανεργίας στη διαχείριση της σπανιότητας εργατικού δυναμικού και του κόστους του.

* Δείτε την έκθεση στη στήλη Συνοδευτικό Υλικό

ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων