Ποιος «πυροβολεί» την αγροτική παραγωγή

Η ελληνική γεωργία-κτηνοτροφία απασχολεί πολλούς, παράγει λίγα και επιμένει σε ένα αναχρονιστικό μοντέλο. Tα στοιχεία της ΤτΕ και πώς περιγράφουν παράγοντες της αγοράς τον «ελέφαντα στο δωμάτιο».

Δημοσιεύθηκε: 19 Απριλίου 2026 - 08:26

Load more

Στη σκιά του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ και υπό το βάρος δεκαετιών απαξίωσης και δημόσιου «λιθοβολισμού», ο αγροτικός τομέας φθίνει. Σταθερά.

Η συμβολή του στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της οικονομίας περιορίζεται μόλις στο 4,3%, την ώρα που η συμμετοχή του στην απασχόληση παραμένει δυσανάλογα υψηλή, στο 11,5%. Η αναντιστοιχία είναι ενδεικτική ενός βαθύτερου προβλήματος. Ένας κλάδος με υψηλή συμμετοχή στην απασχόληση αποδίδει δυσανάλογα χαμηλό οικονομικό αποτέλεσμα.

Αυτή η εικόνα δεν είναι συγκυριακή. Η Τράπεζα της Ελλάδος περιγράφει έναν τομέα εγκλωβισμένο σε ένα υπόδειγμα χαμηλής παραγωγικότητας, κατακερματισμένης γης, γηρασμένου ανθρώπινου δυναμικού και εξαιρετικά περιορισμένης εξειδίκευσης.

Η παραγωγική αυτή αδυναμία οδηγεί σχεδόν νομοτελειακά σε αυξημένη εξάρτηση από εισαγωγές, ακόμη και για βασικά αγαθά. Παράλληλα, η πίεση εντείνεται από τη σταδιακή ανακατανομή πόρων προς δραστηριότητες υψηλότερης και ταχύτερης απόδοσης, κυρίως τον τουρισμό και τη βραχυχρόνια μίσθωση. Γη, εργασία και κεφάλαιο απομακρύνονται από την πρωτογενή παραγωγή, περιορίζοντας περαιτέρω τις δυνατότητές της.

 

 

Το ζήτημα της επάρκειας ανέδειξε στο 16ο Food Retail Conference, ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος πρόεδρος του ΣΕΒ και επικεφαλής της Bespoke. Όπως σημείωσε με ελάχιστες εξαιρέσεις όπως η ελιά, το ελαιόλαδο και σε έναν βαθμό το ροδάκινο η εγχώρια παραγωγή δεν καλύπτει τις ανάγκες της χώρας.

Η εξάρτηση από εισαγωγές, όπως σημείωσε, επιβαρύνει το κόστος σε όλη την αλυσίδα. Ακόμη και στο γιαούρτι ένα από τα πλέον εξαγώγιμα ελληνικά προϊόντα σημαντικό μέρος της πρώτης ύλης προέρχεται από το εξωτερικό. «Όταν δεν παράγουμε, δεν μπορούμε να διαμαρτυρόμαστε για τις τιμές», ήταν η χαρακτηριστική του αποστροφή.

Από την πλευρά της η Χριστίνα Χαλκιαδάκη έθεσε το ζήτημα με τον πιο άμεσο τρόπο, μεταφέροντας την εμπειρία της από την Κρήτη, όπου τυροκόμος που συνεργάζεται με την αλυσίδα εξετάζει το ενδεχόμενο να κλείσει τη μονάδα του και να στραφεί στον τουρισμό και στο AirBnB.

Δεν πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση, αλλά για ένδειξη μιας βαθύτερης μετατόπισης που συντελείται στην περιφέρεια με την αναδιάταξη της οικονομίας που αφήνει την αγροτική παραγωγή σε δεύτερη μοίρα. Η δυναμική αυτή γίνεται ιδιαίτερα ορατή σε περιοχές υψηλής τουριστικής πίεσης.

Η Σαντορίνη αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι αμπελώνες συρρικνώνονται και τα σταφύλια έχουν γίνει σπάνιο είδος, όχι μόνο λόγω της κλιματικής κρίσης, αλλά γιατί η τουριστική αξιοποίηση της γης υπερισχύει της καλλιέργειας. Όμως το φαινόμενο δεν περιορίζεται εκεί. Στα Χανιά, κτηνοτρόφος αναγκάστηκε, υπό την πίεση τουριστικής επένδυσης, να εγκαταλείψει την παράκτια ζώνη και να μετακινηθεί στην ενδοχώρα.

Το πρόβλημα της πρωτογενούς παραγωγής έχει επισημάνει κατ’ επανάληψη ο δρ. Νικόλας Καραμούζης, επικεφαλής του SMERemediumCap, κάνοντας λόγο για μια μακρόχρονη στρέβλωση. Όπως έχει επισημάνει το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το μέγεθος και τον κατακερματισμό των εκμεταλλεύσεων, αλλά και μια διαχρονικά λανθασμένη παραγωγική κατεύθυνση.

Η σύγκριση με την Ολλανδία είναι αποκαλυπτική. Μια χώρα με μικρότερη έκταση κατάφερε μέσα σε δύο δεκαετίες να εξελιχθεί σε αγροτική δύναμη, επενδύοντας σε τεχνολογία, έρευνα και οργάνωση της παραγωγής.

Σήμερα, οι αγροτικές εξαγωγές της Ολλανδίας φθάνουν τα 65 δισ. ευρώ ετησίως, περίπου το 17,5% των συνολικών εξαγωγών, ενώ ο κλάδος συμβάλλει σχεδόν κατά 10% στην οικονομία και την απασχόληση. Η Ολλανδία δεν βασίζεται σε εκτεταμένες εκτάσεις, αλλά στη μέγιστη απόδοση ανά τετραγωνικό μέτρο, με θερμοκήπια υψηλής τεχνολογίας και στοχευμένη παραγωγή.

 

Η ελληνική πραγματικότητα με τα «μάτια» της ΤτE

Στην Ελλάδα, το 73% των αγροτικών ιδιοκτησιών προς εκμετάλλευση δεν ξεπερνά τα 50 στρέμματα. Στην Ε.Ε. το αντίστοιχο ποσοστό είναι 62,4%. Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η κυριαρχία του μικρού κλήρου δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της γεωγραφίας. Είναι και προϊόν της απουσίας ουσιαστικών κινήτρων για συνένωση γης και δημιουργία βιώσιμων παραγωγικών σχημάτων. Με απλά λόγια, το κράτος επί χρόνια έμαθε να διαχειρίζεται τον κατακερματισμό, όχι να τον διορθώνει.

Το δεύτερο μεγάλο αγκάθι είναι η ηλικιακή σύνθεση του κλάδου. Πάνω από τις μισές αγροτικές ιδιοκτησίες στην Ελλάδα βρίσκονται υπό τη διαχείριση ανθρώπων άνω των 55 ετών. Η γήρανση από μόνη της δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία. Όμως στην ελληνική περίπτωση συνδυάζεται και σχεδόν πλήρη υστέρηση σε επίπεδο αγροτικής εκπαίδευσης. Μόλις το 0,7% των αγροτικών διαχειριστών αγροτικών εκμεταλλεύσεων διαθέτει πλήρη αγροτική εκπαίδευση, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. φθάνει το 10%.

Όλα αυτά συνθέτουν έναν κλάδο που με βάση τα στοιχεία της ΤτΕ υποαποδίδει. Η συμμετοχή του αγροτικού τομέα στη συνολική πραγματική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της οικονομίας υποχώρησε από 6,2% το 2000 σε 3,3% το 2008, στην αρχή της κρίσης χρέους, και φθάνοντας το 4,3% το 2025.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η σύγκριση με την ευρωζώνη. Μέχρι το 2005, η προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο στην ελληνική γεωργία ακολουθούσε, έστω από απόσταση, την τάση του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ. Από εκεί και μετά, οι τροχιές χωρίζουν. Η ευρωζώνη ανεβαίνει, η Ελλάδα μένει πίσω.

Το 2023, η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο στην ελληνική γεωργία ήταν σχεδόν τρεις φορές χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Ο λόγος του ποσοστού απασχόλησης προς τη συμβολή του αγροτικού τομέα στο ΑΕΠ φθάνει στην Ελλάδα το 3,05. Στην Ιταλία είναι 1,8. Στην Ισπανία 1,3. Στην Ολλανδία 1,1. Μόνο η Ρουμανία κινείται χειρότερα, με 6,4.

Το αντίστροφο μέγεθος είναι ίσως ακόμη πιο αποκαλυπτικό. Ο δείκτης αξίας παραγόμενης ποσότητας ανά εργαζόμενο διαμορφώνεται στην Ελλάδα στο 0,33. Στην Ολλανδία ο αντίστοιχος δείκτης αγγίζει το 0,90.

Το όριο των επιδοτήσεων και η στροφή

Και κάπου εδώ καταρρέει το αφήγημα ότι το πρόβλημα του αγροτικού τομέα λύνεται με αποζημιώσεις και έκτακτες ενισχύσεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος λέει ότι αυτό το μοντέλο εξαντλήθηκε. Οι επιδοτήσεις μπορεί να απορροφούν την πίεση βραχυπρόθεσμα, αλλά δεν αλλάζουν το παραγωγικό υπόδειγμα. Δεν μεγαλώνουν τον κλήρο, δεν φέρνουν νέους αγρότες, δεν εκπαιδεύουν εργατικό δυναμικό, δεν ψηφιοποιούν την παραγωγή, δεν μειώνουν το κόστος, δεν κλείνουν το χάσμα παραγωγικότητας.

Το πρόβλημα γίνεται πιο επείγον επειδή οι πιέσεις πολλαπλασιάζονται. Η κλιματική αλλαγή, η λειψυδρία, το αυξανόμενο ενεργειακό κόστος, η δημογραφική γήρανση, ο τουρισμός και ο διεθνής ανταγωνισμός δεν αφήνουν περιθώρια.

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων