Λίγες ώρες πριν από την άτυπη Σύνοδο Κορυφής στην Κύπρο, η Ευρωπαϊκή Ένωση εισέρχεται σε ένα ακόμη κρίσιμο τεστ συνοχής, με τη δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης και του πρώην Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σ. Μισέλ να αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο το βαθύ ρήγμα στη στρατηγική της έναντι της Τουρκίας.
Η παρέμβαση του Μισέλ, ο οποίος μέσω ανάρτησής του στο Χ έσπευσε να υπενθυμίσει τον ρόλο της Άγκυρας ως «βασικού συμμάχου στο ΝΑΤΟ», «κομβικού εταίρου στο μεταναστευτικό» και «ενεργειακού διαδρόμου», δεν αποτέλεσε απλώς μια προσωπική τοποθέτηση. Αντιθέτως, επανέφερε στο προσκήνιο την πάγια γραμμή ενός σημαντικού τμήματος των Βρυξελλών που βλέπει την Τουρκία πρωτίστως μέσα από το πρίσμα της γεωπολιτικής αναγκαιότητας.
Η απάντηση του Χριστοδουλίδη ήταν άμεση και αιχμηρή. Υπενθύμισε ότι η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο το 1974 και εξακολουθεί να κατέχει ευρωπαϊκό έδαφος, θέτοντας ευθέως το ζήτημα των «δύο μέτρων και δύο σταθμών» που ο ίδιος ο Μισέλ επικαλέστηκε. Με τον τρόπο αυτό, η Λευκωσία επανέφερε στο επίκεντρο τη θεσμική διάσταση του ζητήματος, υπογραμμίζοντας ότι η ευρωπαϊκή στρατηγική δεν μπορεί να αγνοεί τις βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου.
Η σύγκρουση αυτή δεν εξελίσσεται σε κενό. Έρχεται σε μια στιγμή όπου η Προέδρος της Κομισιόν έχει ήδη υιοθετήσει πιο σκληρή ρητορική, τοποθετώντας την Τουρκία, μαζί με τη Ρωσία και την Κίνα, στο πλαίσιο των δυνάμεων από τις οποίες η Ευρώπη οφείλει να περιορίσει τις εξαρτήσεις της. Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε κινητικότητα στο εσωτερικό της Ένωσης. Σύμφωνα με Ανώτατο Αξιωματούχο της Κομισιόν, οι Βρυξέλλες έσπευσαν να «κατευνάσουν» την ένταση με την Άγκυρα, προκειμένου να αποφευχθεί η εντύπωση ότι μια χώρα-σύμμαχος στο ΝΑΤΟ αντιμετωπίζεται ως εν δυνάμει απειλή.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η άτυπη Σύνοδος αποκτά διαφορετικό βάρος από αυτό που αρχικά της αποδιδόταν. Στην επιστολή πρόσκλησης προς τους ηγέτες, ο Α.Κόστα θέτει το πλαίσιο των συζητήσεων, δίνοντας έμφαση στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, στον συντονισμό της δημοσιονομικής πολιτικής υπό συνθήκες αυξημένης αβεβαιότητας, στη διαχείριση των γεωπολιτικών κρίσεων και, κυρίως, στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας και της στρατηγικής αυτονομίας.
Η μετάβαση των Ευρωπαίων ηγετών στην Κύπρο πραγματοποιείται, ωστόσο, σε ένα ιδιαίτερα επιβαρυμένο γεωπολιτικό περιβάλλον. Οι τελευταίες προσπάθειες επανεκκίνησης των συνομιλιών μεταξύ Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν φέρεται να ναυάγησαν εκ νέου, επαναφέροντας σενάρια κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή. Το στοιχείο αυτό αποκτά αυξημένη σημασία για τη Σύνοδο, δεδομένου ότι η Κύπρος βρίσκεται σε άμεση γεωγραφική εγγύτητα με την περιοχή των εξελίξεων.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η ένταση αυτή αγγίζει άμεσα το νησί. Στο πρόσφατο παρελθόν, το Ιράν είχε επιχειρήσει — ή είχε κατηγορηθεί ότι σχεδίαζε — επιθέσεις κατά των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο, οι οποίες αποτελούν κρίσιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις και θεωρούνται μέρος της ευρύτερης δυτικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Η παράμετρος αυτή προσδίδει στη Σύνοδο ένα επιπλέον επίπεδο ευαισθησίας, πέραν των καθαρά ευρωπαϊκών ισορροπιών.
Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, η πραγματικότητα που διαμορφώνεται πριν καν ξεκινήσουν οι εργασίες της Συνόδου είναι διαφορετική από την επίσημη ατζέντα. Το ζήτημα της Τουρκίας και ο τρόπος με τον οποίο η ΕΕ ορίζει έναν «στρατηγικό εταίρο» ή μια «δυνητική απειλή» μετατρέπεται σε κεντρικό — έστω και άτυπο — θέμα.
Η διαίρεση στο εσωτερικό της Ένωσης είναι πλέον σαφής. Από τη μία πλευρά, χώρες όπως η Γερμανία, αλλά και κράτη της Βόρειας και Ανατολικής Ευρώπης, αντιμετωπίζουν την Άγκυρα ως αναγκαίο γεωπολιτικό συνομιλητή, ιδίως σε ό,τι αφορά το ΝΑΤΟ, τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών και την ενεργειακή ασφάλεια. Από την άλλη, κράτη του Νότου — με προεξάρχουσα την Κύπρο και την Ελλάδα — επιμένουν ότι η ευρωπαϊκή αξιοπιστία δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε επιλεκτική εφαρμογή αρχών.
Το ΝΑΤΟικό πλαίσιο προσθέτει μια ακόμη διάσταση. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη επιδιώκει να ενισχύσει τη δική της αμυντική ικανότητα, η εξάρτηση από μια χώρα όπως η Τουρκία δημιουργεί ένα στρατηγικό παράδοξο: η ίδια χώρα μπορεί να θεωρείται ταυτόχρονα αναγκαίος σύμμαχος και πηγή αστάθειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Σύνοδος της Κύπρου δεν θα κριθεί από τις αποφάσεις που δεν θα λάβει, αλλά από το κατά πόσο θα καταφέρει να περιορίσει — έστω και προσωρινά — τις αντιθέσεις που ήδη έχουν αναδειχθεί.
Για την ώρα, πάντως, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας Ευρώπης που επιχειρεί να ισορροπήσει μεταξύ στρατηγικής αναγκαιότητας και θεσμικής συνέπειας, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων γεωπολιτικών κινδύνων που εκτείνονται πολύ πέρα από τα σύνορά της.