Την πρόσφατη απάντηση του Διοικητή της ΤτΕ Γ. Στουρνάρα σε ερώτηση σχετική με τα «υπερκέρδη» επικαλέστηκαν σύμφωνα με πληροφορίες οι εκπρόσωποι των τραπεζών στη συνάντησή τους με τον Νίκο Ανδρουλάκη.
«Αυτό είναι μια μεγάλη υπερβολή. Οι τράπεζες επί χρόνια ολόκληρα είχαν ζημίες. Τώρα είναι η δεύτερη, τρίτη χρονιά που έχουν κέρδη, που έχουν ποσοστό απόδοσης κεφαλαίων περίπου παρόμοιο με αυτό που υπάρχει στην υπόλοιπη Ευρώπη. Δεν έχουν υπερκέρδη. Έχουν κέρδη κανονικά σήμερα», είχε πεί ο διοικητής της ΤτΕ.
Κατά τις ίδιες πηγές οι τραπεζίτες επεσήμαναν επίσης ότι:
- Με βάση στοιχεία του SSM για το 4ο τρίμηνο του 2025, το καθαρό επιτοκιακό επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 2,69% για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Είναι χαμηλότερο από αυτό χωρών όπως η Σλοβενία και οι χώρες της Βαλτικής, και παραπλήσιο χωρών όπως η Πορτογαλία (2,63%), Ισπανία (2,60%), Αυστρία (2,35%) και Ιταλία (2,03%). Ωστόσο το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο είναι πολύ χαμηλότερο στη Γαλλία και στη Γερμανία (1,07%). Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι σε αυτές τις χώρες το ποσοστό των προμηθειών στα συνολικά οργανικά έσοδα είναι πολύ υψηλότερο από ότι στην Ελλάδα (Γαλλία 34,5%, Γερμανία 31,8%, Ιταλία 33,3%, ενώ στην Ελλάδα προμήθειες προς οργανικά έσοδα 19,9%). Eιδικά τα επιτόκια για νέα στεγαστικά δάνεια στην Ελλάδα είναι χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με σταθερό επιτόκιο για τα 5 πρώτα χρόνια 2,998% έναντι 3,37% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Όπως έχει αναφέρει ο Διοικητής της ΤτΕ « Δεν είμαστε πια η χώρα με τα υψηλότερα περιθώρια, με τα υψηλότερα σπρεντ. Είμαστε περίπου 5οι στη σειρά.»
- Το ποσοστό εσόδων από προμήθειες προς τα συνολικά έσοδα είναι 19,9% στην Ελλάδα, έναντι 30% ευρωπαϊκού μέσου όρου, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα. Άλλες χώρες ενδεικτικά: Γαλλία 34,5%, Γερμανία 31,8%, Ιταλία 33,3%.
- Ουδεμία χρέωση υφίσταται για λογαριασμούς μισθοδοσίας ή σύνταξης, σε κανένα πιστωτικό ίδρυμα. Τα πακέτα συναλλαγών αποτελούν πάγια πρακτική στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα. Στη Μ. Βρετανία εφαρμόζονται από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, ενώ στην Κεντρική Ευρώπη (Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία κ.α.) αποτελούν καθολική πρακτική εδώ και περισσότερα από 20 χρόνια. Οι δε μηνιαίες χρεώσεις σε πολλές περιπτώσεις είναι μεγάλο πολλαπλάσιο των αντίστοιχων που εφαρμόζουν οι ελληνικές τράπεζες. Επιπλέον, είναι στη διακριτική ευχέρεια των πελατών η χρήση αυτών των πακέτων. Εάν δεν το επιθυμούν με ένα απλό τηλεφώνημα στην τράπεζά τους, ή μέσω των ψηφιακών καναλιών, μπορούν να μην κάνουν χρήση.
- Με βάση τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά τη μεταπανδημική περίοδο (2022-2025) η Ελλάδα είχε μέσο ετήσιο ρυθμό πιστωτικής επέκτασης προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (ΜΧΕ) στο 10,9% – ο 3ος μεγαλύτερος στην Ευρωζώνη. Η τάση αυτή συνεχίζεται και εφέτος, όπως προκύπτει από τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η Ελλάδα κατέγραψε την τέταρτη υψηλότερη επίδοση μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης το Φεβρουάριο του 2026.
- Οι τράπεζες επενδύουν ετησίως εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ στα ψηφιακά τους συστήματα, τα οποία μεταξύ των άλλων, πρώτον, επιτρέπουν στην Πολιτεία, μέσω των ηλεκτρονικών συναλλαγών, να μειώσει τη φοροδιαφυγή. Δεύτερον, προχωρούν στην ανάπτυξη συστημάτων για τον εντοπισμό εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και συνεργαζόμαστε ενεργά με τις κρατικές αρχές για τον περιορισμό του οικονομικού εγκλήματος. Οι 4 Συστημικές Τράπεζες υλοποιούν την μεγαλύτερη πρωτοβουλία κοινωνικής ευθύνης που έχει αναληφθεί ποτέ από τον ιδιωτικό τομέα στην Ελλάδα. Στο πλαίσιό της θα διαθέσουν, ισομερώς, συνολικά 400.000.000 ευρώ για την ανακαίνιση δημόσιων σχολείων σε ολόκληρη την Ελληνική Επικράτεια, μέσω της χρηματοδότησης του κρατικού προγράμματος «Μαριέττα Γιαννάκου».
- Για τις συνήθεις συναλλαγές, όπως ανάληψη μετρητών και ερώτηση υπολοίπου (που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των συναλλαγών σε ΑΤΜ), οι πελάτες κάθε τράπεζας μπορούν να χρησιμοποιούν χωρίς καμία χρέωση το σύνολο του δικτύου ΑΤΜ των τραπεζών που συμμετέχουν στο σύστημα διατραπεζικών συναλλαγών ΔΙΑΣ, δηλαδή οποιοδήποτε ΑΤΜ ελληνικής τράπεζας. Η παραπάνω δυνατότητα έχει νομοθετηθεί από το Δεκέμβριο του 2024. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, το πρώτο τρίμηνο 2026 λειτουργούσαν στην Ελλάδα 1.584 καταστήματα και 4.690 ΑΤΜ και 843 APS.