Με θετικό πρόσημο στους βασικούς δείκτες ξεκίνησε το 2026 για τα ξενοδοχεία των δύο μεγαλύτερων αστικών κέντρων της χώρας, την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, με την πρωτεύουσα να κερδίζει στα σημεία τη «Νύμφη του Θερμαϊκού».
Η πληρότητα στα ξενοδοχεία της Αθήνας το α’ τρίμηνο του έτους κατέγραψε άνοδο 2,4% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, τη στιγμή που το αντίστοιχο ποσοστό στα ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης είχε αρνητικό πρόσημο. Πιο συγκεκριμένα, τα ξενοδοχεία της βορειοελλαδίτικης πόλης κατέγραψαν πτώση κατά 1,1%.
Η μέση τιμή ανά διανυκτέρευση στα ξενοδοχεία της πρωτεύουσας σημείωσε αύξηση σε ποσοστό 2%, με εκείνη στη βορειοελλαδίτικη πόλη να ενισχύεται περαιτέρω κατά 3,7%.
Αυτές οι επιδόσεις είχαν ως αποτέλεσμα το μέσο έσοδο ανά διαθέσιμο δωμάτιο στην Αθήνα να διαμορφώνεται στο συν 4,5% σε ετήσια βάση, με την αντίστοιχη μεταβολή για τα ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης να ανέρχεται στο συν 2,6%. Συγκεκριμένα, το RevPAR ανήλθε στα 60 ευρώ.
Η εικόνα στην Αθήνα
Πιο «δυνατός» μήνας για τα ξενοδοχεία της ελληνικής πρωτεύουσας ήταν ο Ιανουάριος, με την πληρότητα να καταγράφει άνοδο 8% ετησίως και τη μέση τιμή ανά διανυκτέρευση να προσεγγίζει το συν 5%.
Η βελτίωση αυτή αποτελεί συνέχεια της δυναμικής που διαμορφώθηκε την προηγούμενη χρονιά, με αιχμή την ιδιαίτερα ισχυρή επίδοση των ξενοδοχείων κατά τους χειμερινούς μήνες. Το έσοδο ανά διαθέσιμο δωμάτιο αυξήθηκε κατά 13,5% το πρώτο τρίμηνο 2025/24. Αντίθετα, κατά την περίοδο Απριλίου - Οκτωβρίου 2025, η πληρότητα μειώθηκε κατά 1,2%, αν και η μέση τιμή συνέχισε να αυξάνεται κατά 2,7%.
Αυτό υποδηλώνει ότι η Αθήνα σημειώνει πρόοδο στην επέκταση της ζήτησης κατά τη χειμερινή περίοδο. Ωστόσο, τον περασμένο Μάρτιο παρατηρήθηκαν έντονες διαφοροποιήσεις στις επιδόσεις μεταξύ των ξενοδοχείων, με ορισμένα καταλύματα να καταγράφουν πολύ υψηλή αύξηση της ζήτησης σε σχέση με πέρυσι, ενώ άλλα να σημειώνουν σημαντική πτώση.
Η εικόνα στη Θεσσαλονίκη
Αντίστοιχα για τα ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης, καλύτερος μήνας ήταν ο Φεβρουάριος. Σε ό,τι αφορά την πληρότητα, η μηνιαία εικόνα ήταν μεικτή: ο Φεβρουάριος κατέγραψε αύξηση 3,6% σε ετήσια βάση, ενώ ο Ιανουάριος και ο Μάρτιος σημείωσαν πτώση κατά 5,2% και 1,7% αντίστοιχα.
Η χαμηλότερη πληρότητα του Ιανουαρίου ενδέχεται να επηρεάστηκε εν μέρει από εξωγενείς διαταραχές, συμπεριλαμβανομένων αγροτικών κινητοποιήσεων και οδικών αποκλεισμών που δυσχέραναν τα εγχώρια και διασυνοριακά ταξίδια.
Σε ό,τι αφορά τη μέση ημερήσια τιμή, αυτή κατέγραψε άνοδο και στους τρεις μήνες: +1,3% τον Ιανουάριο, +5,8% τον Φεβρουάριο και +4,1% τον Μάρτιο. Μάλιστα, η μέση τιμή ξεπέρασε επίσης το όριο των 100 ευρώ τον Ιανουάριο και τον Μάρτιο, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αγορά διατήρησε τη δυνατότητα τιμολόγησης παρά τη μικρή κάμψη της πληρότητας.
Η προοπτική του Ναυπλίου
Πέραν των δύο μεγαλύτερων αστικών κέντρων της χώρας, η GBR Consulting κάνει ιδιαίτερη μνεία και στο Ναύπλιο, έναν τουριστικό προορισμό με σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης.
Η απόδοση του ξενοδοχειακού τομέα της πόλης της Πελοποννήσου βασίζεται κυρίως στη δυναμική των τιμών παρά στην ισχυρή αύξηση της ζήτησης. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η αγορά καταφέρνει να διατηρεί τιμολογιακή ισχύ, ακόμη και σε περιβάλλον μέτριας πληρότητας.
Συγκεκριμένα, το 2025 η μέση ημερήσια τιμή (ADR) διαμορφώθηκε στα 88 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 8,9% σε σχέση με το 2024. Η άνοδος αυτή οδήγησε και σε βελτίωση του RevPAR, το οποίο έφτασε τα 40 ευρώ (+9,2%), παρά το γεγονός ότι η πληρότητα παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμη στο 45%.
Την εικόνα αυτή ακολουθεί και το 2026. Κατά το πρώτο τρίμηνο, η μέση ημερήσια τιμή κατέγραψε περαιτέρω αύξηση κατά 2,1% σε ετήσια βάση, επιβεβαιώνοντας τη δυνατότητα των ξενοδοχείων να διατηρούν υψηλότερες τιμές. Ωστόσο, η πληρότητα παραμένει σχετικά χαμηλή, ιδιαίτερα εκτός υψηλής περιόδου. Αν και σημειώθηκε βελτίωση τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο (από χαμηλή βάση), ο Μάρτιος παρουσίασε εκ νέου κάμψη.
Η βασική πρόκληση για το Ναύπλιο είναι η εποχικότητα της ζήτησης. Η χειμερινή περίοδος, από τον Νοέμβριο έως τον Μάρτιο, χαρακτηρίζεται από περιορισμένη ζήτηση, γεγονός που δεν επιτρέπει τη σταθερή ενίσχυση της πληρότητας. Παράλληλα, η ύπαρξη έντονης δραστηριότητας στη βραχυχρόνια μίσθωση δημιουργεί πρόσθετο ανταγωνισμό, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες.
Στην έρευνα, το 67% δήλωσε ότι η εμπειρία του ήταν καλύτερη ή πολύ καλύτερη από την αναμενόμενη, το 98% θα συνέστηνε το Ναύπλιο σε άλλους και το 92% θα το επισκεπτόταν ξανά. Η συνολική βαθμολογία έφτασε το 8,4 στα 10.
Σημειωτέον ότι ο δήμος Ναυπλιέων διαθέτει 55 ξενοδοχεία, εκ των οποίων το 73% ανήκει στις κατηγορίες 3 και 4 αστέρων, προσφέροντας περίπου 1.860 δωμάτια. Παράλληλα, η αγορά βραχυχρόνιας μίσθωσης είναι ιδιαίτερα ενεργή κατά τη θερινή περίοδο, με περισσότερες από 500 ενεργές μονάδες, ενώ το 56% των καταχωρίσεων είναι διαθέσιμο για 271 - 365 ημέρες τον χρόνο.