Το ενεργειακό σοκ έχει ήδη περάσει στην ελληνική οικονομία, με πρώτη και καθαρότερη επίπτωση την άνοδο του πληθωρισμού. Η συνέχεια, όμως, είναι αυτή που ανησυχεί περισσότερο: η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχωρεί σε χαμηλό 42 μηνών και ο PMI μεταποίησης δείχνει επιβράδυνση, ανοίγοντας καθοδικούς κινδύνους για την ανάπτυξη το 2026.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης της Eurobank Research για τις πρώτες επιπτώσεις της ανόδου των τιμών ενέργειας στους δείκτες της ελληνικής οικονομίας. Η κρίση στον Περσικό Κόλπο δεν μένει πλέον μόνο στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Μέσω των αυξημένων τιμών, της διατάραξης της εφοδιαστικής αλυσίδας και της αβεβαιότητας, αρχίζει να αποτυπώνεται σε τιμές, νοικοκυριά και μεταποίηση.
Η Eurobank περιγράφει έναν διπλό μηχανισμό πίεσης. Από τη μία πλευρά, η άνοδος των τιμών ενέργειας και οι διαταραχές στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα αποτελούν αρνητικό σοκ στην πλευρά της προσφοράς, καθώς αυξάνουν το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων. Από την άλλη, η αβεβαιότητα μπορεί να λειτουργήσει και ως σοκ στη ζήτηση, καθώς νοικοκυριά και επιχειρήσεις αναβάλλουν ή περιορίζουν δαπάνες για κατανάλωση και επενδύσεις.
Πρώτο χτύπημα στον πληθωρισμό
Η πιο άμεση επίπτωση φαίνεται στις τιμές. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Eurostat που επικαλείται η Eurobank, ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε κατά 4,6% (5,4% o εθνικός δείκτης, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ) σε ετήσια βάση τον Απρίλιο του 2026, από 3,4% τον Μάρτιο και 3,1% τον Φεβρουάριο. Με αυτή την επίδοση, η Ελλάδα βρέθηκε στην τέταρτη θέση μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης με τον υψηλότερο πληθωρισμό.
Η ενέργεια είχε τη μεγαλύτερη συνεισφορά στην άνοδο. Ο σχετικός δείκτης αυξήθηκε κατά 21,9% τον Απρίλιο, από 7,7% τον Μάρτιο και -3,4% τον Φεβρουάριο. Αντίθετα, ο δομικός δείκτης, που δεν περιλαμβάνει ενέργεια, τρόφιμα, αλκοολούχα ποτά και καπνό, κινήθηκε στο 2,9%, από 2,7% τον Μάρτιο και 3,5% τον Φεβρουάριο.
Η ανάλυση επισημαίνει ότι ο άμεσος αντίκτυπος της αύξησης των τιμών ενέργειας είναι ήδη ορατός στον πληθωρισμό. Ο έμμεσος αντίκτυπος μπορεί να έρθει από την αύξηση του κόστους παραγωγής των επιχειρήσεων και τη μετακύλισή του στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και σε ενδιάμεσα αγαθά, όπως οι επιβατικές και εμπορευματικές μεταφορές.
Γιατί η Ελλάδα είναι εκτεθειμένη
Η ελληνική οικονομία είναι ευάλωτη σε μια τέτοια διαταραχή, καθώς πάνω από το 75% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης εξαρτάται από ορυκτά καύσιμα, τα οποία σε συντριπτικό ποσοστό εισάγονται. Η εξάρτηση από πετρέλαιο και φυσικό αέριο συνδυάζεται, κατά τη Eurobank, με θετικό παραγωγικό κενό και επίμονο πληθωρισμό πριν από την έναρξη της κρίσης στον Περσικό Κόλπο.
Η μεταβολή στις διεθνείς τιμές είναι ισχυρή. Η μέση τιμή του Brent αυξήθηκε στα 98,8 δολάρια τον Μάρτιο και στα 107,5 δολάρια τον Απρίλιο, από 69,8 δολάρια τον Φεβρουάριο. Σε ετήσια βάση, η αύξηση διαμορφώθηκε στο 35,8% τον Μάρτιο και στο 58,3% τον Απρίλιο. Παράλληλα, οι τιμές φυσικού αερίου TTF ενισχύθηκαν κατά 26,4% τον Μάρτιο και κατά 27,7% τον Απρίλιο.
Η σημασία της περιοχής εξηγεί την ένταση της αντίδρασης. Πριν από τον πόλεμο, περίπου 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου διέρχονταν καθημερινά από τα Στενά του Ορμούζ, ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η ανάλυση.
Κατανάλωση και ανάπτυξη
Η δεύτερη επίπτωση φαίνεται στην καταναλωτική εμπιστοσύνη. Ο δείκτης υποχώρησε στις -54,7 μονάδες τον Απρίλιο, από -52,5 μονάδες τον Μάρτιο και -49,2 μονάδες τον Φεβρουάριο. Η Eurobank σημειώνει ότι η καταναλωτική εμπιστοσύνη βρισκόταν ήδη σε καθοδική τροχιά και πλέον έχει πέσει σε χαμηλό 42 μηνών.
Η υποχώρηση αυτή δεν είναι απλώς ένδειξη ψυχολογίας. Σε συνδυασμό με την αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών, δημιουργεί καθοδικούς κινδύνους για την ιδιωτική κατανάλωση και, κατ’ επέκταση, για το ΑΕΠ. Το 2025, η αποταμίευση των νοικοκυριών ήταν αρνητική κατά 4,4 δισ. ευρώ ή -2,7% του διαθέσιμου εισοδήματος, στοιχείο που περιορίζει τα περιθώρια απορρόφησης νέων πιέσεων στο κόστος ζωής.
Οι κίνδυνοι αυτοί αποτυπώνονται ήδη και στις προβλέψεις για την ανάπτυξη. Οπως σημειώνει η Eurobank, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο υποβάθμισε την πρόβλεψή του για τον ρυθμό μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας το 2026 στο 1,8%, από 2,0% προηγουμένως.
Φρένο στη μεταποίηση
Η τρίτη επίπτωση καταγράφεται στη μεταποίηση. Ο PMI μεταποίησης της S&P Global μειώθηκε στις 52,4 μονάδες τον Απρίλιο, από 54,5 μονάδες τον Μάρτιο. Παραμένει πάνω από το όριο των 50 μονάδων, που διαχωρίζει τη βελτίωση από την επιδείνωση των λειτουργικών συνθηκών, ωστόσο η πτώση του δείχνει χαμηλότερη ορμή.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Eurobank, τον Απρίλιο καταγράφηκε επιβράδυνση στην αύξηση της παραγωγής, της απασχόλησης και των νέων παραγγελιών των ελληνικών επιχειρήσεων μεταποίησης, ενώ η ζήτηση από το εξωτερικό υποχώρησε. Η εικόνα συνδέεται με τον πόλεμο στον Περσικό Κόλπο και την αύξηση της αβεβαιότητας.
Το πιο βαρύ σημείο αφορά το κόστος. Η διαταραχή της εφοδιαστικής αλυσίδας οδήγησε στη μεγαλύτερη αύξηση του κόστους παραγωγής των τελευταίων τεσσάρων ετών, ενώ ο ρυθμός αύξησης των τιμών εκροών ήταν ο υψηλότερος σε διάστημα τρεισήμισι ετών.
Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν δείχνει ανατροπή της δραστηριότητας, καθώς ο PMI παραμένει σε περιοχή βελτίωσης. Δείχνει, όμως, ότι το σοκ της ενέργειας έχει ήδη περάσει πέρα από τον πληθωρισμό: πιέζει την εμπιστοσύνη των νοικοκυριών, αυξάνει το κόστος των επιχειρήσεων και δημιουργεί την πρώτη εικόνα ανοδικών κινδύνων για τις τιμές και καθοδικών κινδύνων για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2026.