Τη δυναμική της Αθήνας ως τουριστικού προορισμού επιβεβαιώνουν οι επιδόσεις των ξενοδοχείων της πόλης, οι οποίες διατηρήθηκαν το 2025 σε υψηλά επίπεδα και αναμετρήθηκαν επί ίσοις όροις με εκείνες άλλων μεγάλων ευρωπαϊκών αστικών κέντρων.
Σε σύγκριση με ανταγωνιστικές πόλεις της Μεσογείου (Ρώμη, Βαρκελώνη, Μαδρίτη, Κωνσταντινούπολη), η Αθήνα παρουσίασε ισχυρή επίδοση ως προς την πληρότητα, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση στο δείγμα ανταγωνιστών.
Συγκεκριμένα, τα ξενοδοχεία της ελληνικής πρωτεύουσας σημείωσαν άνοδο κατά 0,9% σε επίπεδο πληρότητας, με τη Μαδρίτη να προηγείται με αύξηση 1,1% ετησίως και τις Ρώμη και Βαρκελώνη να έπονται της ελληνικής πρωτεύουσας με οριακή άνοδο.
Σε επίπεδο τιμών, η Αθήνα, παρά το γεγονός ότι κατέγραψε αύξηση της μέσης τιμής κατά 2,5%, παραμένει σε χαμηλότερα επίπεδα έναντι των ανταγωνιστών της, με τη Μαδρίτη να είναι η μοναδική πόλη που δεν ξεπέρασε την ελληνική πρωτεύουσα.
Η Ρώμη σημείωσε άνοδο 3,1% ετησίως, ενώ η Μαδρίτη βρέθηκε στο +5,3%. Η Βαρκελώνη, παρά την υστέρηση κατά 0,8% σε σχέση με το 2024, κατέγραψε υψηλότερη μέση τιμή πέρυσι έναντι της Αθήνας.
Ως προς τα έσοδα ανά διαθέσιμο δωμάτιο, η ελληνική πρωτεύουσα βρίσκεται στη μέση του δείγματος, με άνοδο 3,4%, σε επίπεδα παρόμοια με τη Μαδρίτη, που σημείωσε αύξηση 6,4%, και τη Βαρκελώνη που κατέγραψε υστέρηση 0,8% ετησίως.
Η Ρώμη βρέθηκε στην κορυφή με υψηλότερο έσοδο ανά διαθέσιμο δωμάτιο και άνοδο 3,2% σε σχέση με το 2024, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της «Ετήσιας Έρευνας Ικανοποίησης Επισκεπτών» που παρουσίασαν η Ένωση Ξενοδόχων Αθηνών - Αττικής και Αργοσαρωνικού (ΕΞΑ) σε συνεργασία με τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών (ΔΑΑ) και την GBR Consulting.
Η σύγκριση με τη Βαρκελώνη
Ειδική αναφορά στην έρευνα έγινε στη σύγκριση της Αθήνα με τη Βαρκελώνη, δύο πόλεις που βρέθηκαν πρόσφατα στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, με αφορμή τις δηλώσεις του δημάρχου Αθηναίων Χάρη Δούκα σχετικά με την ανάγκη η Αθήνα να αποφύγει το μοντέλο της Βαρκελώνης ως προς τα φαινόμενα υπερτουρισμού και τις πιέσεις που αυτά προκαλούν στις υποδομές και στην καθημερινότητα των κατοίκων.
«Ο λόγος που μπήκε η σύγκριση με τη Βαρκελώνη είναι για να μπουν κάποια πράγματα στη θέση τους, για να βλέπουμε τα πράγματα όπως είναι και όχι να χρησιμοποιούμε νούμερα που δεν υφίστανται. Δεν έχουμε φτάσει στα νούμερα της Βαρκελώνης, είμαστε πολύ μακριά από αυτά και έχουμε περιθώριο να τα φτάσουμε, αρκεί να μην κάνουμε τα λάθη που έχουν γίνει σε άλλους προορισμούς», σχολίασε, μεταξύ άλλων, ο Ευγένιος Βασιλικός, πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Αθηνών - Αττικής - Αργοσαρωνικού (ΕΞΑ).
Τι δείχνει η ανάλυση των στοιχείων
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η Αττική (σ.σ.: στοιχεία του 2021) έχει 3,81 εκατ. κατοίκους σε 3.808 τ.χλμ. (1.002 κάτοικοι/τ.χλμ.), ενώ η επαρχία της Βαρκελώνης (σ.σ.: στοιχεία 2024) έχει 5,88 εκατ. κατοίκους σε 7.726 τ.χλμ. (761 κάτοικοι/τ.χλμ.).
Στον αστικό πυρήνα, η πόλη της Βαρκελώνης έχει 1,69 εκατ. κατοίκους σε 101,4 τ.χλμ. (16.629 κάτοικοι/τ.χλμ.), ενώ ο Κεντρικός Τομέας Αθηνών έχει 1 εκατ. κατοίκους σε 85,1 τ.χλμ. (11.773 κάτοικοι/τ.χλμ.). Σε απόλυτους αριθμούς, η πόλη της Βαρκελώνης έχει 68% περισσότερους κατοίκους από τον Κεντρικό Τομέα Αθηνών.
Ως προς το ξενοδοχειακό δυναμικό των προορισμών, η επαρχία της Βαρκελώνης αριθμεί 909 ξενοδοχεία με 147 χιλιάδες δωμάτια, έναντι 716 ξενοδοχείων της Αττικής με 36 χιλιάδες δωμάτια.
Αντίστοιχα, ο δήμος της Βαρκελώνης διαθέτει 456 ξενοδοχεία δυναμικότητας 76 χιλιάδων δωματίων, με τον Κεντρικό Τομέα της Αθήνας να αριθμεί 306 μονάδες με 19 χιλιάδες δωμάτια.
Σημειωτέον ότι η Βαρκελώνη διαθέτει πολλαπλάσια ξενοδοχειακή χωρητικότητα σε σχέση με την Αθήνα, ωστόσο, αν συνυπολογιστεί ότι έχει και 68% μεγαλύτερο πληθυσμό, η διαφορά μετριάζεται. Έτσι:
• Ανά κάτοικο: 45,5 δωμάτια/1.000 κατοίκους στη Βαρκελώνη, έναντι 18,8 στον Κεντρικό Τομέα Αθηνών, δηλαδή διαπιστώνεται 2,4 φορές μεγαλύτερη ξενοδοχειακή πυκνότητα στην ισπανική πόλη.
• Ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο: 756 δωμάτια/τ.χλμ. στη Βαρκελώνη, έναντι 222 στον Κεντρικό Τομέα Αθηνών, δηλαδή καταγράφεται 3,4 φορές μεγαλύτερη χωρική συγκέντρωση στην ισπανική πόλη.
Παρόμοια είναι η εικόνα και σε επίπεδο περιφέρειας/επαρχίας. Αναλογικά με τον πληθυσμό, η Βαρκελώνη διαθέτει 25,1 δωμάτια ανά 1.000 κατοίκους, ενώ η Αττική 9,4 ανά 1.000 κατοίκους, αριθμοί που παραπέμπουν σε αναλογία 2,7 προς 1.
Σε ό,τι αφορά την «επιβάρυνση» των δύο περιφερειών στην αιχμή της σεζόν, το 2024, η Αττική κατέγραψε τον Αύγουστο σε ημερήσια βάση περίπου 42.000 διανυκτερεύσεις ξένων τουριστών σε ξενοδοχεία, ενώ ο προορισμός Βαρκελώνη 112.000 διανυκτερεύσεις.
Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στην έρευνα, οι επισκέπτες της Αττικής συγκεντρώνονται σε μία σχετικά μικρή περιοχή, που εντοπίζεται στο ιστορικό κέντρο της πρωτεύουσας και πέριξ αυτού.
Η σύγκριση σε Airbnb
Ως προς τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, η εικόνα αντιστρέφεται, με την Αθήνα να καταγράφει υψηλότερη συγκέντρωση σε επίπεδο καταλυμάτων τύπου Airbnb.
Πιο συγκεκριμένα, ο Κεντρικός Τομέας Αθηνών αριθμεί από 16.000 έως 18.000 καταλύματα τύπου Airbnb, με την πόλη της Βαρκελώνης να διαθέτει 10.600.
Σε επίπεδο περιφέρειας, η Αττική διαθέτει 32.000-35.000 καταλύματα τύπου Airbnb, έναντι 24.000 στην ευρύτερη περιοχή της Βαρκελώνης.
Η αναλογία προς τον πληθυσμό δείχνει σαφώς αυξημένη πίεση στην Αττική:
- Αττική: 8,4 - 9,2 Airbnb ανά 1.000 κατοίκους
- Επαρχία Βαρκελώνης: 4,1 Airbnb ανά 1.000 κατοίκους
Στον αστικό πυρήνα η διαφορά είναι ακόμη πιο έντονη:
- Κεντρικός Τομέας Αθηνών: 188 - 211 Airbnb ανά τ.χλμ. και 16 - 18 ανά 1.000 κατοίκους
- Πόλη Βαρκελώνης: 105 Airbnb ανά τ.χλμ. και 6,3 ανά 1.000 κατοίκους
Όπως προκύπτει από την έρευνα, ο Κεντρικός Τομέας Αθηνών έχει σχεδόν τη διπλάσια πυκνότητα σε Airbnb σε σχέση με την πόλη της Βαρκελώνης. Σημειωτέον ότι από το 2014 στη Βαρκελώνη δεν εκδίδονται νέες άδειες για βραχυχρόνιες μισθώσεις και ο δήμος έχει εξαγγείλει την κατάργηση όλων των αδειών έως το 2028. Στον αντίποδα, αντίστοιχα μέτρα στην Αθήνα άρχισαν να εφαρμόζονται το 2025.
«Η επιτυχία της πόλης δημιουργεί ευθύνες, η ανάπτυξη του τουρισμού δεν μπορεί να μετριέται μόνο σε αφίξεις και πληρότητες, πρέπει να αξιολογείται και μέσα από την εμπειρία, την καθαριότητα, την ασφάλεια, τις μετακινήσεις τις δημόσιες υποδομές και τη σχέση του επισκέπτη με την πόλη.
Για την Αθήνα δεν μιλάμε γενικά και αόριστα για κορεσμό, αλλά για ανάγκη σωστής διαχείρισης των τοπικών και χρονικών πιέσεων με έμφαση στην φέρουσα ικανότητα, στις υποδομές και στην ποιότητα ζωής κατοίκων και επισκεπτών», τόνισε ο διευθύνων σύμβουλος του ΔΑΑ, Γιώργος Καλλιμασιάς.
H εικόνα το 2026
Σε ό,τι αφορά τις επιδόσεις των ξενοδοχείων για το α’ τρίμηνο του 2026, η Βαρκελώνη υπερέχει της Αττικής τόσο σε επίπεδο πληρότητας όσο και σε επίπεδο τιμών. Πάντως, με βάση τα στοιχεία, οι επισκέπτες δαπανούν περισσότερα στην Αθήνα σε σχέση με τη Βαρκελώνη. Πιο αναλυτικά, η μέση δαπάνη ενός τουρίστα στην Αθήνα για το 2025 ανήλθε σε 135 ευρώ την ημέρα, με το αντίστοιχο ποσό στη Βαρκελώνη να διαμορφώνεται σε 100 ευρώ.
Σημειωτέον ότι τα ξενοδοχεία της Αττικής σημείωσαν τον Μάρτιο πτώση πληρότητας κατά 0,8%, ποσοστό που διαμορφώθηκε στο -3,8% για τον Απρίλιο, αντικατοπτρίζοντας την πίεση που δέχονται εξαιτίας των γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή.