Ο ελληνικός τουρισμός εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη θερινή περίοδο, σύμφωνα με τη νέα έρευνα της Data Appeal Mabrian, η οποία εξετάζει τις τάσεις της εισερχόμενης τουριστικής ζήτησης σε πέντε βασικούς ευρωπαϊκούς μεσογειακούς προορισμούς, την Ελλάδα, την Ισπανία, την Ιταλία, την Κροατία και την Πορτογαλία, εστιάζοντας σε δείκτες εποχικότητας, αεροπορικής συνδεσιμότητας, ταξιδιωτικών προφίλ, τιμολογιακών τάσεων και κινήτρων ζήτησης.
Με βάση τα ευρήματα, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, ο δείκτης «Summer Dependence Rate» διαμορφώνεται στο 72,9%, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών χωρών της Μεσογείου που βρίσκεται στο 59,1%.
Η εικόνα αυτή τοποθετεί τη χώρα μας αρκετά πίσω από πιο ώριμους προορισμούς όπως η Ισπανία, η οποία εμφανίζει τον χαμηλότερο βαθμό εξάρτησης από τη θερινή σεζόν με 52,8%, αλλά και την Πορτογαλία (54,5%) και την Ιταλία (58,7%). Μόνο η Κροατία εμφανίζει μεγαλύτερη εξάρτηση από τη θερινή σεζόν, με ποσοστό 79,1%.
Τα θετικά σημάδια
Η μελέτη καταγράφει, ωστόσο, και θετικά σημάδια για την ελληνική αγορά, καθώς διαπιστώνεται σταδιακή επέκταση της τουριστικής δραστηριότητας στις λεγόμενες «shoulder seasons», δηλαδή τις εποχές που προηγούνται και έπονται του καλοκαιριού, την άνοιξη και το φθινόπωρο.
Καθοριστικό ρόλο στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου φαίνεται ότι διαδραματίζει η αεροπορική συνδεσιμότητα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Data Appeal Mabrian, το τέταρτο τρίμηνο του 2026 η Ελλάδα καταγράφει τη μεγαλύτερη αύξηση διαθέσιμων αεροπορικών θέσεων μεταξύ των πέντε υπό εξέταση χωρών.
Συγκεκριμένα, την περίοδο Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου 2026 η διαθεσιμότητα αεροπορικών θέσεων προς την Ελλάδα αναμένεται να αυξηθεί κατά 10,7% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, επίδοση που υπερβαίνει σημαντικά εκείνες της Ισπανίας (+5,4%) και της Ιταλίας (+4,2%).
Συνολικά, στις πέντε αγορές θα διατεθούν 96,64 εκατ. αεροπορικές θέσεις στο τέλος του 2026, αυξημένες κατά 4,6% σε ετήσια βάση.
Η ενίσχυση της συνδεσιμότητας αφορά τόσο τις αεροπορικές εταιρείες χαμηλού κόστους, όσο και τους παραδοσιακούς αερομεταφορείς, οι οποίοι αυξάνουν πλέον τη δραστηριότητά τους και εκτός θερινής αιχμής.
Σε σημαντικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα αναδεικνύονται και οι καιρικές συνθήκες. Με βάση τον δείκτη Perception of Climate Index (PCI), η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που διαθέτουν δύο «παράθυρα κλιματικής ευκαιρίας», δηλαδή χρονικές περιόδους κατά τις οποίες οι πραγματικές καιρικές συνθήκες υπερβαίνουν τις προσδοκίες των ταξιδιωτών. Βάσει της έρευνας, το ένα «παράθυρο» είναι στα τέλη του χειμώνα με αρχές άνοιξης και το άλλο κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου.
Οι περίοδοι αυτές μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλός προσέλκυσης ταξιδιωτών μικρών και μεσαίων αποστάσεων, ιδιαίτερα από ώριμες ευρωπαϊκές αγορές όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία και η Γαλλία.
Τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι το 63% των ταξιδιών των Βρετανών, το 60% των Γερμανών και το 53% των Γάλλων πραγματοποιείται ήδη εκτός υψηλής τουριστικής περιόδου, στοιχείο που δημιουργεί σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης για ελληνικούς προορισμούς.
Παράλληλα, η έκθεση εντοπίζει αυξημένο ενδιαφέρον από πιο κατηγορίες ταξιδιωτών, όπως οι digital nomads, οι νέοι επαγγελματίες και οι συνταξιούχοι, οι οποίοι επιλέγουν όλο και περισσότερο ταξίδια εκτός αιχμής.
Οι χαμηλότερες τιμές ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα
Σημαντικό ρόλο στην τόνωση της ζήτησης κατά τη διάρκεια της χαμηλής περιόδου διαδραματίζει και η τιμολογιακή πολιτική. Σύμφωνα με την έρευνα, οι τιμές ξενοδοχείων τον χειμώνα του 2026 ήταν αισθητά χαμηλότερες σε σχέση με το καλοκαίρι του 2025.
Οι μειώσεις φθάνουν κατά μέσο όρο το 24,6% στα ξενοδοχεία τριών αστέρων και το 22,4% στα τετράστερα, ενώ στις μονάδες πέντε αστέρων οι τιμές εμφανίζονται χαμηλότερες σχεδόν κατά ένα τρίτο.
Τέλος, η Data Appeal Mabrian επισημαίνει ότι πολλές από τις πιο ελκυστικές τουριστικές δραστηριότητες για τους επισκέπτες στους εξεταζόμενους ευρωπαϊκούς προορισμούς, όπως πολιτιστικές εμπειρίες, δραστηριότητες στη φύση και γαστρονομία, είναι από τη φύση τους λιγότερο… εποχικές, προσφέροντας σημαντικές δυνατότητες για περαιτέρω εξισορρόπηση της ζήτησης πέρα από τις περιόδους αιχμής.