Σύνοψη
Νέα μείωση των ασφαλιστικών εισφορών για τους εργοδότες, μεταξύ 0,5% και 1%, ετοιμάζει η κυβέρνηση για τη ΔΕΘ, με εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027. Στόχος είναι η περαιτέρω αποκλιμάκωση του μη μισθολογικού κόστους και η δημιουργία χώρου για αυξήσεις μισθών στον ιδιωτικό τομέα. Το δημοσιονομικό κόστος εκτιμάται σε 220 εκατ. ευρώ για μείωση 0,5% και σε 450 εκατ. ευρώ για μείωση 1%. |
Η κυβέρνηση επαναφέρει στο τραπέζι ένα από τα βασικά εργαλεία ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας: τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους.
Στο πακέτο μέτρων που προετοιμάζει το οικονομικό επιτελείο για τη ΔΕΘ (Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης) του Σεπτεμβρίου, κεντρική θέση καταλαμβάνει μια νέα περικοπή των ασφαλιστικών εισφορών για τους εργοδότες, η οποία –σύμφωνα με τις έως τώρα εκτιμήσεις– θα κινηθεί μεταξύ 0,5% και 1% και θα τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Το μέτρο δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως μία ακόμη φορολογική ή ασφαλιστική ελάφρυνση. Στο κυβερνητικό επιτελείο θεωρείται παρέμβαση με διπλή στόχευση: αφενός να μειώσει περαιτέρω το κόστος εργασίας για τις επιχειρήσεις, αφετέρου να δημιουργήσει χώρο για αυξήσεις αποδοχών, κυρίως στον ιδιωτικό τομέα, όπου οι πιέσεις για καλύτερους μισθούς εντείνονται όσο η οικονομία αναπτύσσεται και η ανεργία υποχωρεί.
Το εύρος της μείωσης θα εξαρτηθεί σχεδόν αποκλειστικά από τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο που θα έχει διαμορφωθεί έως το καλοκαίρι του 2026.
Ποια είναι τα δεδομένα
| Βασικές αλλαγές |
| ► Μειώνονται οι εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές κατά 0,5% έως 1% από την 1η Ιανουαρίου 2027. |
| ► Υποχωρεί το συνολικό ποσοστό εισφορών στο 34,66% (από 35,16% σήμερα) σε περίπτωση μείωσης κατά μισή μονάδα. |
| ► Κοστίζει δημοσιονομικά 220 εκατ. ευρώ ετησίως η μείωση κατά 0,5% και 450 εκατ. ευρώ η μείωση κατά 1 μονάδα. |
| ► Στοχεύει κυρίως τον κλάδο ασθένειας, με εξ ολοκλήρου κατεύθυνση προς τις εργοδοτικές εισφορές. |
| ► Παραμένουν εκτός παρέμβασης οι συνταξιοδοτικές εισφορές κύριας και επικουρικής ασφάλισης, καθώς και η εισφορά υπέρ ανεργίας 1,20%. |
| ► Αθροίζει σωρευτική μείωση 5,9 μονάδων από το 2019 σε σενάριο μισής μονάδας ή 6,5% για μείωση 1%. |
Οι βασικές πηγές χρηματοδότησης που «βλέπει» το υπουργείο Οικονομικών είναι τα πρόσθετα έσοδα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής – δύο πεδία στα οποία η κυβέρνηση εκτιμά ότι τα αποτελέσματα των ψηφιακών διασταυρώσεων, της επέκτασης των ηλεκτρονικών συναλλαγών και των νέων μηχανισμών ελέγχου θα αποδώσουν μόνιμα και επαναλαμβανόμενα έσοδα.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι μειώσεις εισφορών θεωρούνται επίσης μόνιμου χαρακτήρα παρεμβάσεις και δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν από συγκυριακές ή έκτακτες εισπράξεις.
Πηγές εσόδων
Στο μικροσκόπιο έχει τεθεί και ο προϋπολογισμός του ΕΦΚΑ (Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης), με τα στοιχεία να είναι άκρως ενθαρρυντικά καθώς τρεις μεγάλες πηγές εσόδων, φαίνεται πως λειτουργούν υποστηρικτικά, όσον αφορά τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους: αύξηση της απασχόλησης, σημαντικός περιορισμός της ανασφάλιστης ή υποασφαλισμένης εργασίας μέσω της χρήσης της Ψηφιακής Κάρτας, αλλά και νέα πηγή εσόδων από την απασχόληση συνταξιούχων.
Ποια είναι η εικόνα
Αναλυτικά, σύμφωνα με τις προβλέψεις για το 2026, τα συνολικά έσοδα από εισφορές αναμένεται να φτάσουν τα 16,8 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 4,5% σε σχέση με το 2025, όταν είχαν διαμορφωθεί στα 16,2 δισ. ευρώ.
Από το σύνολο των εσόδων, τα 9,21 δισ. ευρώ θα προέλθουν από εργοδοτικές εισφορές, 5,74 δισ. ευρώ από εισφορές εργαζομένων, 1,42 δισ. ευρώ από αυτοαπασχολούμενους και περίπου 452 εκατ. ευρώ από ασφαλιστικές εισφορές αγροτών. Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν τη σημαντική διεύρυνση της απασχόλησης τα τελευταία χρόνια αλλά και την ενίσχυση των δηλωμένων αποδοχών.
Καθοριστικός παράγοντας για την αύξηση των εσόδων θεωρείται η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας, μέσω της οποίας δηλώνονται πλέον εκατοντάδες χιλιάδες ώρες υπερωριακής απασχόλησης που στο παρελθόν είτε παρέμεναν αδήλωτες είτε καταβάλλονταν χωρίς ασφαλιστικές κρατήσεις.
Ενδεικτικό είναι ότι η κατάργηση εισφορών στην προσαύξηση της υπερωριακής απασχόλησης όχι μόνο δεν μείωσε τα έσοδα του ΕΦΚΑ αλλά, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, οδήγησε σε περισσότερες δηλωμένες υπερωρίες και άρα σε υψηλότερες συνολικές εισφορές.
Παράλληλα, σημαντική ώθηση δίνουν οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι, οι οποίοι μετά τις αλλαγές στο καθεστώς απασχόλησής τους καταβάλλουν πλέον κανονικά ασφαλιστικές εισφορές. Υπολογίζεται ότι περίπου 300.000 συνταξιούχοι εργάζονται και ασφαλίζονται, ενώ μόνο μέχρι τον Οκτώβριο του 2025 είχαν δημιουργηθεί σχεδόν 200.000 νέες θέσεις εργασίας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών της κοινωνικής ασφάλισης, το 60% έως 70% των πρόσθετων εσόδων προέρχεται ακριβώς από τις νέες προσλήψεις και την αύξηση των εργαζόμενων συνταξιούχων.
Μείωση εισφορών
Το αποτέλεσμα είναι ότι, παρά τη μείωση των εισφορών κατά 5,4 μονάδες από το 2019 (το συνολικό ποσοστό ασφαλιστικών κρατήσεων από 40,56% έχει περιοριστεί σήμερα στο 35,16%) δεν έχει επηρεαστεί αρνητικά η εισπραξιμότητα του συστήματος. Με τη νέα προγραμματισμένη μείωση του 2027, το ποσοστό αναμένεται να υποχωρήσει περαιτέρω στο 34,66%, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τους μισθούς και μειώνοντας το μη μισθολογικό κόστος για τις επιχειρήσεις.
Οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι η νέα παρέμβαση θα προέλθει κυρίως από τον κλάδο ασθένειας και θα κατευθυνθεί εξ ολοκλήρου προς τις εργοδοτικές εισφορές. Το σκεπτικό είναι ότι η μείωση του κόστους για τις επιχειρήσεις θα πρέπει να λειτουργήσει ως μοχλός για καλύτερες αμοιβές και ενίσχυση της παραγωγικότητας.
Σε κυβερνητικούς κύκλους μάλιστα συζητείται ανοιχτά ένα «άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο»: χαμηλότερες εργοδοτικές επιβαρύνσεις με αντάλλαγμα υψηλότερους μισθούς και περισσότερες προσλήψεις.
Εάν τελικώς η παρέμβαση περιοριστεί στη μισή ποσοστιαία μονάδα, το πιθανότερο είναι ότι θα προέλθει αποκλειστικά από εισφορές υπέρ υγειονομικής κάλυψης. Αν όμως ο δημοσιονομικός χώρος επιτρέψει μείωση της τάξης του 1%, τότε θα εξεταστεί ευρύτερο «κούρεμα» εργοδοτικών επιβαρύνσεων, με συμμετοχή τόσο εισφορών υπέρ ΕΟΠΥΥ (Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας) όσο και επιμέρους κλάδων της ΔΥΠΑ (Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης), όπως οι εισφορές που συνδέονται με την επαγγελματική κατάρτιση.
Αντίθετα, εκτός συζήτησης παραμένουν οι αμιγώς συνταξιοδοτικές εισφορές – κύριας και επικουρικής ασφάλισης – καθώς αποτελούν τον πυρήνα της χρηματοδότησης του ασφαλιστικού συστήματος. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για την εργοδοτική εισφορά υπέρ ανεργίας, ύψους 1,20%, η οποία προς το παρόν δεν θεωρείται πιθανό να θιγεί.
Δημοσιονομικό κόστος
Το δημοσιονομικό αποτύπωμα του μέτρου δεν είναι αμελητέο. Μείωση κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα (έχει ήδη εξαγγελθεί από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη) κοστολογείται περίπου στα 220 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ για μείωση κατά 1 μονάδα η απώλεια εσόδων προσεγγίζει τα 450 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο, το οικονομικό επιτελείο υποστηρίζει ότι η εμπειρία των προηγούμενων ετών δικαιώνει τη στρατηγική των μειώσεων, καθώς όπως δείχνουν και τα στοιχεία, ένα σημαντικό μέρος της απώλειας εσόδων ανακτάται μέσω της αύξησης της απασχόλησης και της ανόδου των μισθών.
Εφόσον η νέα μείωση του 2027 κινηθεί στη μισή μονάδα, οι συνολικές ασφαλιστικές εισφορές θα έχουν περιοριστεί σωρευτικά κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες από το 2019 και μετά. Το συνολικό ποσοστό εισφορών θα υποχωρήσει κοντά στο 35,66%, φέρνοντας την Ελλάδα πιο κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αν το μέτρο φτάσει τη μία μονάδα, τότε η συνολική αποκλιμάκωση θα προσεγγίσει το 6,5%.
Watch Now
| Τι να παρακολουθήσετε |
| ► Παρακολουθήστε τις εξαγγελίες της ΔΕΘ Σεπτεμβρίου 2026, όπου θα οριστικοποιηθεί το εύρος της μείωσης (0,5% ή 1%). |
| ► Ελέγξτε την πορεία των εσόδων του ΕΦΚΑ και τη διαμόρφωση του δημοσιονομικού χώρου έως το καλοκαίρι του 2026. |