Την πεποίθηση ότι είναι αναγκαία πλέον η μετάβαση του ελληνικού τουρισμού σε ένα μοντέλο εναρμονισμένο με τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης, εξέφρασε η Πρόεδρος του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων, κα Χριστίνα Τετράδη, κατά την τοποθέτησή της στο Συνέδριο Local Future – Τοπική Αυτοδιοίκηση: «Καινοτόμες Πρακτικές και Έξυπνες Λύσεις».
Στη συζήτηση, που συμμετείχαν επίσης η Υπουργός Τουρισμού, κα Όλγα Κεφαλογιάννη, ο Περιφερειάρχης Πελοποννήσου, κ. Δημήτρης Πτωχός και ο Δήμαρχος Αθηναίων, κ. Χάρης Δούκας υπό τον συντονισμό του δημοσιογράφου, κ. Δημήτρη Τάκη, η κα Τετράδη σημείωσε ότι η πρόσφατη έρευνα του ΙΤΕΠ δείχνει ότι ο ελληνικός ξενοδοχειακός κλάδος σε μεγάλο ποσοστό, έχει ήδη κατανοήσει ότι η μετάβαση αυτή αποτελεί αναγκαιότητα.
«Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν αντέχουμε να επενδύσουμε στη βιωσιμότητα. Το ερώτημα είναι αν αντέχουμε να μην το κάνουμε. Η βιωσιμότητα στον ελληνικό τουρισμό, είναι επένδυση στην ανταγωνιστικότητα» υπογράμμισε η κα Τετράδη, επισημαίνοντας ότι ο διεθνής τουρισμός αλλάζει, καθώς οι αγορές, οι επενδυτές, οι μεγάλοι tour operators, ακόμη και οι ίδιοι οι ταξιδιώτες αξιολογούν πλέον όλο και περισσότερο ως κριτήριο επιλογής, τη βιωσιμότητα ενός προορισμού και ενός καταλύματος.
Ως εκ τούτου, η Πρόεδρος του ΙΤΕΠ σημείωσε ότι «σε μια ώριμη τουριστική αγορά όπως η ελληνική, η αναβάθμιση της εμπειρίας του επισκέπτη, δεν θα έρθει μόνο από τον ήλιο και τη θάλασσα, στις 5 από τις 13 Περιφέρειες, για 4 μήνες το χρόνο. Θα έρθει από την ποιότητα, την αξιοπιστία, την αυθεντικότητα και την ανθεκτικότητα του προϊόντος μας».
Επενδύσεις στη μείωση του ενεργειακού αποτυπώματος
Όπως σημείωσε η Πρόεδρος του ΙΤΕΠ, κάθε χρόνο πραγματοποιούνται επενδύσεις ανακαίνισης σε τουριστικές μονάδες, που ξεπερνούν το 1δισ. ευρώ και από τις οποίες το 20% έχουν ως επίκεντρο την Πράσινη Ανάπτυξη.
Γίνεται συνεπώς εμφανές ότι υπάρχει ισχυρό ενδιαφέρον από την πλευρά των ξενοδοχειακών μονάδων να επενδύσουν προς αυτή την κατεύθυνση, όμως εξίσου σημαντική κρίνεται και η υποστήριξη της πολιτείας, η οποία όπως σημείωσε η κα Τετράδη «οφείλει να δημιουργήσει κίνητρα, επενδυτικά χρηματοδοτικά εργαλεία και επιδοτούμενα προγράμματα, επιμόρφωση και τεχνική υποστήριξη, ώστε η μετάβαση να είναι συμπεριληπτική» υπογραμμίζοντας παράλληλα και τη σημαντική συμβολή του Υπουργείου Τουρισμού στην προσπάθεια αυτή, καθώς «αντιμετωπίζει τη βιωσιμότητα, όχι ως υποχρέωση συμμόρφωσης, αλλά ως εργαλείο αναβάθμισης ολόκληρου του ελληνικού τουριστικού προϊόντος».
Η συζήτηση για τον υπερτουρισμό και τι δείχνουν τα στοιχεία του ΙΤΕΠ
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη διάρκεια της συζήτησης στο ζήτημα του υπερτουρισμού. Η κα Τετράδη ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «η Ελλάδα δεν υποφέρει από υπερτουρισμό» επεσήμανε ωστόσο, ότι ο όρος αυτός αποτελεί χρήσιμη προειδοποίηση, καθώς τα στοιχεία του ΙΤΕΠ δείχνουν ότι τα τελευταία χρόνια η άκριτη επέκταση καταλυμάτων RbnB, δημιουργεί πρόσθετη πίεση στις υποδομές και επιδεινώνει τους δείκτες φέρουσας ικανότητας, χωρίς αυτό να αποτυπώνεται στον σχεδιασμό.
«Αν θέλουμε σοβαρό χωροταξικό σχεδιασμό, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της πραγματικής τουριστικής δυναμικότητας κάθε προορισμού» τόνισε, καθώς η βραχυχρόνια μίσθωση αποτελεί πλέον μέρος της τουριστικής οικονομίας, άρα και τουριστικό προϊόν και γι’ αυτό «πρέπει να υπόκειται σε ισότιμη και ισονομούμενη λειτουργία, με κανόνες φορολογίας, ασφάλειας, υγιεινής και χωροταξίας με τα υπόλοιπα καταλύματα».
Όπως επισημάνθηκε, το ΙΤΕΠ έχει εργαστεί πάνω στη φέρουσα ικανότητα, ειδικά για την Αθήνα, με μελέτη στοιχείων που δεν επικεντρώνονται μόνο στις αφίξεις αλλά και στην πυκνότητα των κλινών, την εποχικότητα, την πίεση στην κατοικία, στις υποδομές, τα αεροδρόμια και εν γένει τις μεταφορές, το νερό, τα απορρίμματα και τη συνολική ποιότητα ζωής κατοίκων αλλά και την ποιότητα της εμπειρίας των επισκεπτών.
«Δεν μπορούμε να μιλάμε για τουριστική ανάπτυξη, όταν εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά ζητήματα στις βασικές υποδομές, όπως η ύδρευση, η αποχέτευση, η διαχείριση απορριμμάτων, τα αεροδρόμια και όταν ένας τόπος στερείται αναπτυξιακών δυνατοτήτων» ανέφερε η Πρόεδρος του ΙΤΕΠ, τονίζοντας παράλληλα την ανάγκη για επιτάχυνση των αναγκαίων επενδύσεων σε βασικά έργα.
Κλείνοντας, η κα Τετράδη σημείωσε ότι «η βιωσιμότητα δεν είναι επικοινωνιακό σύνθημα, αλλά βασική προϋπόθεση». Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητη η ανάπτυξη κάθε προορισμού με σχέδιο, κανόνες, ισορροπία και βιώσιμο πρόσημο, που να σέβεται το περιβάλλον, να προστατεύει τον χαρακτήρα και τον πολιτισμό του τόπου και να βασίζεται στην κοινωνική ευθύνη, έχοντας πάντοτε στο επίκεντρο τον άνθρωπο και τη ποιότητα ζωής των κατοίκων.
«Ένας προορισμός είναι πραγματικά ελκυστικός όταν είναι πρωτίστως βιώσιμος για τους κατοίκους του, καθώς η ποιότητα ζωής των πολιτών συνδέεται άμεσα με την ποιότητα της τουριστικής εμπειρίας» κατέληξε η κα Τετράδη, υπογραμμίζοντας τον σημαντικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει το ΙΤΕΠ στη δημιουργία ενός μόνιμου μηχανισμού παρακολούθησης, που να περιλαμβάνει ένα δυναμικό σύστημα με ετήσιους δείκτες ανά προορισμό και το οποίο να αποτελέσει βασικό εργαλείο στρατηγικού σχεδιασμού για την είσοδο του ελληνικού τουριστικού προϊόντος στην εποχή της βιώσιμης ανάπτυξης.