Αυξημένη είναι η παραγωγικότητα στον κλάδο της Πληροφορικής και Επικοινωνιών στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, παρουσιάζοντας σαφή βελτίωση από τα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την νέα μελέτη του ΙΟΒΕ η απόσταση της χώρας μας από την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει να είναι σημαντική.
Συγκεκριμένα, με βάση τα στοιχεία της μελέτης «Παραγωγικότητα και Ανάπτυξη» που εκπονήθηκε από το ΙΟΒΕ για λογαριασμό του ΣΕΒ, την περίοδο 2009–2016 η παραγωγικότητα στον τομέα της Πληροφορικής και Επικοινωνιών υποχώρησε αρκετά (-3,3%), ενώ οι μισθοί παρέμειναν σχεδόν στάσιμοι (+0,1%).
Η απόσταση από την ΕΕ
Τα επόμενα χρόνια όμως (2017–2024) ο κλάδος άρχισε να ανακάμπτει με την παραγωγικότητα να αυξάνεται κατά 1,5% σε ετήσια βάση και τον μέσο μισθό να ενισχύεται κατά 1,9%. Μάλιστα, το 2024 ο τομέας κατέγραψε παραγωγικότητα 59,7 χιλ. ευρώ ανά εργαζόμενο, επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της οικονομίας (39,6 χιλ. ευρώ).
Παρόλα αυτά, η παραγωγικότητα στον κλάδο της Πληροφορικής και Επικοινωνιών στην Ελλάδα υπολείπεται σημαντικά σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, καθώς το 2024 αντιστοιχούσε μόλις στο 51% του μέσου επιπέδου της ΕΕ, με τη χώρα να κατατάσσεται στην 22η θέση μεταξύ των κρατών-μελών.
Διαρθρωτικό πρόβλημα παραγωγικότητας για την ελληνική οικονομία
Σε γενικές γραμμές σύμφωνα με την μελέτη του ΙΟΒΕ η ελληνική οικονομία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με ένα διαρθρωτικό πρόβλημα παραγωγικότητας που περιορίζει τις δυνατότητες βιώσιμης ανάπτυξης και σύγκλισης με την Ευρώπη. Παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών, η παραγωγικότητα της εργασίας το 2024 παρέμεινε περίπου στο επίπεδο του 2000, ενώ η απόσταση από τον μέσο όρο της ΕΕ διευρύνθηκε.
Σε τρέχουσες τιμές 2024, η Ελλάδα κατατάσσεται 23η στην ΕΕ των 27 ως προς την παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο.
Με εξαίρεση τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, η Βιομηχανία αναδεικνύεται ως ο πιο παραγωγικός τομέας της οικονομίας και με την μικρότερη απόσταση σε επίπεδο τομέων από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, με την παραγωγικότητα της Βιομηχανίας να κατατάσσεται στην 14η θέση στην ΕΕ.
Επίσης, η παραγωγικότητα της Βιομηχανίας, με 62,9 χιλ. ευρώ ανά εργαζόμενο (ΑΠΑ σε τρέχουσες τιμές 2024) ήταν 60% μεγαλύτερη του μέσου όρου της οικονομίας (39,6 χιλ. ευρώ), και 2,5 έως 3 φορές μεγαλύτερη των τομέων Εμπορίου (25,2 χιλ. ευρώ), Κατασκευών (22,9 χιλ. ευρώ) και των Καταλυμάτων & Εστίασης (20,4 χιλ. ευρώ).
Από την άλλη, η παραγωγικότητα της Μεταποίησης βελτιώθηκε (+2,7% την περίοδο 2017-2024), ενώ στο σύνολο της οικονομίας επιδεινώθηκε (-0,7% την ίδια περίοδο). Την ίδια στιγμή στις μεγάλες Μεταποιητικές επιχειρήσεις καταγράφηκε η μικρότερη απόσταση παραγωγικότητας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, φτάνοντας μόλις στο 17%.