Αιχμές για «παρεμβατισμό» στην αγορά και αναφορές για στοχοποίηση της βιομηχανίας τροφίμων και «δαιμονοποίησή» της για την ακρίβεια διατύπωσε ο πρόεδρος του ΣΕΒΤ, Ιωάννης Γιώτης, από το βήμα της φετινής ανοικτής εκδήλωσης του Συνδέσμου, που πραγματοποιείται αυτή την ώρα.
Παρουσία του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη, του υφυπουργού Ανάπτυξης Ιωάννη Ανδριανού και του ευρωβουλευτή Δημήτρη Τσιόδρ, με την αισθητή απουσία, ωστόσο, του υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου, ο πρόεδρος του ΣΕΒΤ Ιωάννης Γιώτης απέρριψε τις αιτιάσεις περί ευθύνης της βιομηχανίας τροφίμων για τις πληθωριστικές πιέσεις.
«Πριν από δύο χρόνια, ο κλάδος μας βρέθηκε αδίκως στο στόχαστρο για τις αυξήσεις τιμών που προκαλούσε το ελαιόλαδο», είπε. «Σήμερα, η βιομηχανία τυποποιημένων τροφίμων δαιμονοποιείται ξανά για ανατιμήσεις που προέρχονται από άλλες κατηγορίες, τα φρέσκα φρούτα και λαχανικά, το κρέας και τα ψάρια. Οι πιέσεις αυτές δεν συνδέονται με τα τυποποιημένα προϊόντα τροφίμων και ποτών» ανέφερε.
Ο κ. Γιώτης για μια ακόμη φορά επανέλαβε ότι «η ακρίβεια είναι ο χειρότερος εχθρός της βιομηχανίας μας. Δεν τη θέλουμε, δεν την επιδιώκουμε», ενώ υπογράμμισε ότι «χωρίς σταθερότητα δεν μπορούν να υπάρξουν επενδύσεις, δεν μπορεί να αυξηθεί η παραγωγικότητα και δεν μπορεί καμία χώρα να έχει μακροπρόθεσμη ανάπτυξη».
Ο πρόεδρος του ΣΕΒΤ εστίασε στην ανάγκη σταθερού επιχειρηματικού περιβάλλοντος, αναφέροντας πως: «Το ρυθμιστικό πλαίσιο, τόσο σε Ελλάδα όσο και Ευρώπη, μεταβάλλει συνεχώς τα δεδομένα». Ενώ σημείωσε πως οι ελλείψεις πρώτων υλών, συσκευασίας και λιπασμάτων ενδέχεται να επηρεάσουν μελλοντικά τη διαθεσιμότητα πρώτων υλών και συνεπώς την παραγωγή συγκεκριμένων αγαθών.
Όπως είπε ο δείκτης εξέλιξης τιμών στην κατηγορία είναι μηδενικός ή ακόμη και αρνητικός τους τελευταίους 16 μήνες, υποστηρίζοντας ότι τα επώνυμα τυποποιημένα τρόφιμα λειτουργούν ως ανάχωμα στις πληθωριστικές πιέσεις.
Παράλληλα τόνισε ότι η βιομηχανία τροφίμων και ποτών αποτελεί τον μεγαλύτερο κλάδο της μεταποίησης, με κύκλο εργασιών άνω των 26 δισ. ευρώ, περισσότερες από 160.000 άμεσες θέσεις εργασίας και εξαγωγές που φτάνουν τα 7,4 δισ. ευρώ. Σημείωσε επίσης ότι η βιομηχανία τροφίμων στήριξε την αγορά και τα νοικοκυριά στις διαδοχικές κρίσεις, σημειώνοντας πως «φροντίσαμε να μη λείψει τίποτα από κανένα ελληνικό τραπέζι» και ότι η Ελλάδα ήταν από τις λίγες χώρες, ίσως και η μοναδική, που δεν κατέγραψε καμία έλλειψη σε προϊόντα διατροφής.