Σημαντικές πιέσεις στις ευρωπαϊκές αερομεταφορές προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή, με βασικό κανάλι μετάδοσης το αυξημένο κόστος των καυσίμων, τις αναδρομολογήσεις και τους περιορισμούς στον εναέριο χώρο.
Σύμφωνα με ανάλυση της Αlpha Βank Economic Research, ο κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με τις σοβαρότερες διαταραχές μετά την περίοδο της πανδημίας, σε μια περίοδο κατά την οποία η ζήτηση για αεροπορικά ταξίδια ενισχύεται λόγω της θερινής τουριστικής σεζόν.
Η ανάλυση επισημαίνει ότι το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, μέσω των οποίων διακινείται περίπου το ένα τέταρτο του παγκόσμιου εφοδιασμού σε πετρέλαιο και καύσιμα αεροσκαφών, οδήγησε σε απότομη αύξηση των τιμών των καυσίμων. Στις 27 Μαρτίου 2026, οι τιμές των καυσίμων αεροσκαφών έφθασαν τα 4,4 δολάρια ανά γαλόνι, από 2,4 δολάρια έναν μήνα νωρίτερα.
Το πλήγμα είναι άμεσο για τις αεροπορικές εταιρείες, καθώς τα καύσιμα αντιπροσωπεύουν περίπου το 20%-30% των λειτουργικών εξόδων τους. Παράλληλα, περίπου 1.100 πτήσεις την ημέρα άλλαξαν διαδρομή λόγω του κλεισίματος εναέριου χώρου, με αποτέλεσμα πρόσθετη κατανάλωση περίπου 600 τόνων καυσίμων ημερησίως.
Αν και οι τιμές των καυσίμων έχουν πλέον υποχωρήσει, παραμένουν σχεδόν διπλάσιες σε σχέση με τα επίπεδα πριν από τη σύγκρουση. Αυτό αναγκάζει τις αεροπορικές να επανεξετάσουν δρομολόγια, χωρητικότητα και τιμολογιακή πολιτική, με τις εταιρείες χαμηλών περιθωρίων και αυξημένης εξάρτησης από καύσιμα της περιοχής να θεωρούνται πιο ευάλωτες.
Πιέσεις στα εισιτήρια
Η αύξηση του λειτουργικού κόστους περνά σταδιακά και στις τιμές των αεροπορικών εισιτηρίων. Σύμφωνα με την ανάλυση, μια σύγκρουση διάρκειας δύο μηνών στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξήσεις 5%-10% στα αεροπορικά εισιτήρια, με το τελικό μέγεθος της επίπτωσης να εξαρτάται από τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης.
Η εξέλιξη αυτή μπορεί να διευρύνει τις διαφορές ανταγωνιστικότητας μεταξύ των αεροπορικών εταιρειών. Όσες διαθέτουν ισχυρή ρευστότητα και διαφοροποιημένες πηγές προμήθειας καυσίμων έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα απορρόφησης του κόστους, ενώ οι πιο αδύναμοι παίκτες ενδέχεται να πιεστούν δυσανάλογα.
Η εικόνα στην Ευρώπη και η Ελλάδα
Η κρίση συμπίπτει με την περίοδο αυξημένης ζήτησης για αερομεταφορές στην Ευρώπη. Με βάση τα στοιχεία που παραθέτει η Αlpha Βank για το διάστημα 1 Ιανουαρίου έως 10 Μαΐου 2026, μείωση πτήσεων καταγράφηκε στη Γερμανία (-2%), στη Γαλλία (-1%) και στην Ολλανδία (-4%), ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν υπήρξε μεταβολή.
Αντίθετα, η Ελλάδα εμφανίζει αύξηση 7% στον αριθμό των πτήσεων, επίδοση που τη φέρνει μεταξύ των χωρών με τις μεγαλύτερες αυξήσεις, μαζί με την Πολωνία, την Ιρλανδία και τη Δανία. Σε άλλες μεγάλες μεσογειακές αγορές, οι ρυθμοί ήταν χαμηλότεροι, με 4% στην Ιταλία και 3% σε Ισπανία και Πορτογαλία.
Οι επιπτώσεις, πάντως, δεν περιορίζονται στο κόστος. Οι αναδρομολογήσεις, οι ακυρώσεις και οι περιορισμοί χωρητικότητας μπορούν να επηρεάσουν τις αφίξεις από μακρινές αγορές, κυρίως από την Ασία, καθώς και τις διεθνείς ροές transit μέσω των κόμβων του Κόλπου.
Κατά την Αlpha Βank, η τελική επίπτωση στον αριθμό των επιβατών, στις τιμές των εισιτηρίων και στα τουριστικά έσοδα των ευρωπαϊκών οικονομιών θα εξαρτηθεί από το πόσο θα διαρκέσουν και πόσο θα ενταθούν οι γεωπολιτικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή.