Οι Έλληνες εργάζονται περισσότερο από κάθε άλλον Ευρωπαίο, αμείβονται λιγότερο και οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να μην βρίσκουν προσωπικό με τις κατάλληλες δεξιότητες.
Αυτή είναι η εικόνα που σκιαγραφεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την ελληνική αγορά εργασίας, αναδεικνύοντας τις βαθιές διαρθρωτικές αδυναμίες που εξακολουθούν να κρατούν τη χώρα μακριά από τα επίπεδα παραγωγικότητας, εισοδημάτων και ανταγωνιστικότητας των ανεπτυγμένων οικονομιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παρά τη συνεχιζόμενη μείωση της ανεργίας και την αύξηση της απασχόλησης, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει από τους χαμηλότερους μέσους μισθούς στην Ε.Ε., ενώ οι εργαζόμενοι καταγράφουν τις υψηλότερες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας, φθάνοντας κατά μέσο όρο τις 41 ώρες.
Ταυτόχρονα, η ποιότητα της απασχόλησης παραμένει προβληματική: πάνω από το 40% των εργαζομένων εργάζεται τα Σαββατοκύριακα, περισσότεροι από ένας στους τρεις απασχολούνται και τις βραδινές ώρες, ενώ η προσωρινή και η μερική απασχόληση εξακολουθούν σε μεγάλο βαθμό να μην αποτελούν επιλογή των εργαζομένων αλλά αναγκαστική λύση.
Σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν αυτή τη μορφή εργασίας, ενώ η επισφάλεια παραμένει εκτεταμένη.
Την ίδια στιγμή, η χώρα καταγράφει από τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρώπη ως προς την αντιστοίχιση δεξιοτήτων και αναγκών της οικονομίας. Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Δείκτη Δεξιοτήτων του Cedefop, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 30ή θέση μεταξύ 31 χωρών ως προς το ταίριασμα δεξιοτήτων και θέσεων εργασίας, στην 28η θέση ως προς την ανάπτυξη δεξιοτήτων και στην 27η ως προς την ενεργοποίησή τους.
Η συμμετοχή των ενηλίκων στη δια βίου μάθηση παραμένει χαμηλή, οι ψηφιακές δεξιότητες υστερούν σημαντικά έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου και το σύστημα πρόβλεψης των αναγκών της αγοράς εργασίας χαρακτηρίζεται ανεπαρκές.
Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία που αδυνατεί να αξιοποιήσει πλήρως το ανθρώπινο κεφάλαιό της. Περίπου οκτώ στις δέκα επιχειρήσεις δηλώνουν ότι η αδυναμία εύρεσης εξειδικευμένου προσωπικού αποτελεί σοβαρό εμπόδιο για νέες επενδύσεις, ενώ οι ελλείψεις εργαζομένων εντοπίζονται πλέον σε κρίσιμους κλάδους, από τον τουρισμό και τις κατασκευές μέχρι τις τεχνολογικές και επιστημονικές ειδικότητες.
Οι αδυναμίες
Για την Κομισιόν, οι αδυναμίες αυτές συνιστούν έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να υπολείπεται σε παραγωγικότητα και να δυσκολεύεται να συγκλίνει με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης.
Αναλυτικά, η Κομισιόν αναγνωρίζει τη βελτίωση βασικών δεικτών απασχόλησης, αλλά ταυτόχρονα επισημαίνει ότι η χώρα εξακολουθεί να βασίζει την ανάπτυξή της περισσότερο στην εντατικοποίηση της εργασίας παρά στην αύξηση της παραγωγικότητας.
Η Κομισιόν σημειώνει ότι η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 54,6% του μέσου όρου της Ε.Ε., ενώ οι Έλληνες εργαζόμενοι καταγράφουν τις περισσότερες ώρες εργασίας ανά απασχολούμενο μεταξύ των κρατών-μελών.
Το γεγονός αυτό αποτυπώνει, σύμφωνα με τις Βρυξέλλες, ένα αναπτυξιακό μοντέλο που εξακολουθεί να στηρίζεται στην ποσότητα της εργασίας και όχι στην αποτελεσματικότητά της. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο πρόβλημα των δεξιοτήτων, καθώς επισημαίνεται ότι το εκπαιδευτικό σύστημα δεν παρέχει τις γνώσεις και τις ικανότητες που ζητούν οι επιχειρήσεις, ενώ η συμμετοχή των ενηλίκων σε προγράμματα κατάρτισης παραμένει χαμηλή.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα περίπου το 80% των επιχειρήσεων να δηλώνει ότι η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για νέες επενδύσεις.
Δεξιότητες
Παράλληλα, η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς την αντιστοίχιση δεξιοτήτων και θέσεων εργασίας, γεγονός που επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Οι Βρυξέλλες επισημαίνουν επίσης ότι η χώρα συνεχίζει να εμφανίζει από τα υψηλότερα ποσοστά υπερεκπαίδευσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς περίπου ένας στους τρεις εργαζομένους απασχολείται σε θέση που απαιτεί χαμηλότερα προσόντα από εκείνα που διαθέτει.
Σημαντικό παράγοντα ανησυχίας αποτελεί και η δημογραφική συρρίκνωση. Σύμφωνα με τις προβολές της Επιτροπής, ο πληθυσμός εργασιακής ηλικίας αναμένεται να μειωθεί κατά περίπου ένα τρίτο έως το 2070, περιορίζοντας περαιτέρω τη διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού.
Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να εντείνει τις ήδη εμφανείς ελλείψεις προσωπικού σε κλάδους όπως ο τουρισμός, οι κατασκευές και οι τεχνικές ειδικότητες, ενώ επιβαρύνει ιδιαίτερα τις περιφερειακές περιοχές που αντιμετωπίζουν έντονη πληθυσμιακή μείωση.
Γυναίκες και νέοι
Παράλληλα, επισημαίνεται πως, παρά τα θετικά βήματα που έχουν γίνει στον τομέα της απασχόλησης, η χώρα μας εξακολουθεί να εμφανίζει ένα από τα μεγαλύτερα χάσματα απασχόλησης μεταξύ ανδρών και γυναικών στην Ε.Ε. Το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών υπολείπεται κατά 17,4 ποσοστιαίες μονάδες εκείνου των ανδρών, με την Επιτροπή να συνδέει το πρόβλημα κυρίως με τις ελλείψεις σε υπηρεσίες φροντίδας παιδιών και ηλικιωμένων.
Την ίδια στιγμή, οι νέοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες κατά την είσοδό τους στην αγορά εργασίας. Τα ποσοστά απασχόλησης των νέων και των πρόσφατων αποφοίτων παραμένουν αισθητά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ οι περιφερειακές ανισότητες παραμένουν έντονες.
Αποδοχές και σύγκλιση
Η Κομισιόν συνδέει άμεσα την παραγωγικότητα με την ποιότητα της απασχόλησης. Παρά τις αυξήσεις των μισθών τα τελευταία χρόνια, οι μέσες αποδοχές παραμένουν από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη, ενώ οι εργαζόμενοι καταγράφουν από τα υψηλότερα επίπεδα εβδομαδιαίας απασχόλησης.
Σημαντικό ποσοστό των εργαζομένων απασχολείται σε προσωρινές ή επισφαλείς μορφές εργασίας, συχνά χωρίς να το επιθυμεί, ενώ η αδήλωτη και υποδηλωμένη εργασία εξακολουθεί να αποτελεί διαρθρωτικό πρόβλημα.
Στην πράξη, και παρά τα θετικά μηνύματα της Κομισιόν για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, υπάρχει ένας τεράστιος αστερίσκος: η μείωση της ανεργίας και οι θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης δεν αρκούν από μόνοι τους για να εξασφαλίσουν τη μακροπρόθεσμη σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας με τις πλέον ανεπτυγμένες χώρες της Ε.Ε.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η Ελλάδα θα πρέπει να επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση, την επαγγελματική κατάρτιση, την αγορά εργασίας και τις πολιτικές στήριξης της οικογένειας, ώστε να αυξήσει την παραγωγικότητα, να περιορίσει τις ελλείψεις δεξιοτήτων και να αξιοποιήσει καλύτερα το διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό.
Διαφορετικά, οι χρόνιες αδυναμίες της αγοράς εργασίας κινδυνεύουν να λειτουργήσουν ως μόνιμο εμπόδιο στην προσπάθεια της χώρας να προσεγγίσει τα επίπεδα ευημερίας και ανταγωνιστικότητας των πιο προηγμένων οικονομιών της Ευρώπης.