Για δεκαετίες, η φέτα αποτελούσε ένα παραδοσιακό ελληνικό προϊόν με ισχυρή εξαγωγική δυναμική. Σήμερα, έχει εξελιχθεί σε κάτι πολύ μεγαλύτερο: έναν κλάδο που προσεγγίζει σε αξία το 1 δισ. ευρώ, στηρίζει δεκάδες χιλιάδες οικογένειες κτηνοτρόφων και ενισχύει σταθερά τη θέση του στις διεθνείς αγορές.
Πίσω όμως από την εντυπωσιακή εξαγωγική επίδοση, η ελληνική αιγοπροβατοτροφία εισέρχεται ίσως στη δυσκολότερη φάση της σύγχρονης ιστορίας της.
Αυτό ακριβώς το δίπολο, η διεθνής ανάπτυξη από τη μία και οι έντονες διαρθρωτικές πιέσεις από την άλλη, κυριάρχησε στις παρεμβάσεις του Dairy Conference της Boussias, που πραγματοποιήθηκε με τη στήριξη του ΣΕΒΓΑΠ (Συνδέσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων).
Εκπρόσωποι της βιομηχανίας, της κτηνοτροφίας και της ΕΔΟΦ (Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Φέτας) περιέγραψαν έναν κλάδο που εξακολουθεί να αναπτύσσεται εμπορικά, αλλά η πρώτη ύλη συρρικνώνεται επικίνδυνα.
Όπως ανέφερε ο Μιχάλης Σαpάντης, πρόεδρος Δ.Σ. της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Φέτας, αλλά και ο Χρήστος Γιαννίτσης, αντιπρόεδρος, ΣΕΒΓΑΠ & CEO, OMIROS DAIRIES SA, η παραγωγή φέτας έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια από περίπου 75.000–90.000 τόνους σε σχεδόν 140.000 τόνους ετησίως, ενώ οι εξαγωγές ξεπερνούν πλέον τους 105.000 τόνους.
Μάλιστα όπως υποστήριξαν το 70% της αξίας που δημιουργείται επιστρέφει στην πρωτογενή παραγωγή, στηρίζοντας σχεδόν 55.000 οικογένειες αιγοπροβατοτρόφων στην ελληνική περιφέρεια. Το αναπτυξιακό αυτό μοντέλο, ωστόσο, συναντά πλέον ένα όριο. Τη διαθεσιμότητα γάλακτος.
Οι ζωονόσοι των τελευταίων ετών, η πανώλη, η ευλογιά των αιγοπροβάτων και ο αφθώδης πυρετός, προκαλούν σημαντικές απώλειες στο ζωικό κεφάλαιο, μειώνοντας δραστικά την παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος. Η Ελλάδα παράγει περίπου 750.000 τόνους ετησίως, όμως μόνο εφέτος οι απώλειες εκτιμάται ότι θα φτάσουν τους 60.000 έως 70.000 τόνους, δηλαδή σχεδόν το 10% της συνολικής παραγωγής, ανέφεραν οι παρευρισκόμενοι.
Παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν ότι οι ζωονόσοι δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως έκτακτα περιστατικά, αλλά ως μια μόνιμη νέα συνθήκη για την ελληνική κτηνοτροφία. Οι συνέπειες είναι ήδη ορατές στην αγορά.
Οι πωλήσεις φέτας αυξάνονται με ρυθμό περίπου 4,5% ετησίως, ενώ η παραγωγή γάλακτος κινείται αντίστροφα. Όπως υποστήριξαν οι παρευρισκόμενοι η απόκλιση ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση προκαλεί έντονο προβληματισμό για τα επόμενα χρόνια, καθώς η χώρα κινδυνεύει να χάσει εξαγωγικά συμβόλαια και διεθνή μερίδια αγοράς, απώλειες που δύσκολα ανακτώνται όταν οι αγοραστές στραφούν σε άλλους προμηθευτές.
Ιδιαίτερα δραματική είναι η εικόνα στη Λέσβο, όπου περίπου 70.000 πρόβατα θανατώθηκαν λόγω αφθώδους πυρετού.
Την ίδια στιγμή, ο κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος και με ένα βαθύ δημογραφικό πρόβλημα. Οι νεότερες γενιές εγκαταλείπουν ολοένα περισσότερο την κτηνοτροφία και η διαδοχή από γενιά σε γενιά δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.
Παράλληλα, ο κλάδος επιχειρεί να επανατοποθετήσει τη φέτα στη διεθνή αγορά ως premium προϊόν υψηλής προστιθέμενης αξίας και όχι ως ένα ακόμη λευκό τυρί μαζικής κατανάλωσης. Παράγοντες της αγοράς συνέκριναν τη θέση που θα μπορούσε να κατακτήσει με εκείνη προϊόντων όπως το Roquefort, το Parmigiano Reggiano ή το Manchego.
Η Γερμανία παραμένει η σημαντικότερη αγορά για τη φέτα. Παρ’ όλα αυτά, οι εμπορικές συγκρούσεις σε τρίτες χώρες συνεχίζονται, καθώς η χρήση της ονομασίας «φέτα» εξακολουθεί να αποτελεί πεδίο διεθνών αντιπαραθέσεων.
Συμβολικό αλλά και ουσιαστικό χαρακτήρα είχε και η ανακοίνωση της ΕΔΟΦ για μεταφορά της έδρας της από την Αθήνα στη Λάρισα. Το σχέδιο περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός μόνιμου «Σπιτιού της Φέτας», το οποίο θα λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για παραγωγούς, μεταποιητές και εξαγωγείς.