Αυξήσεις στα κόστη του φυσικού αέριου που θα μετακυλιστούν στη κατανάλωση συνεπάγεται η πρόταση του ΔΕΣΦΑ για τις χρεώσεις που θα ισχύσουν από το 2027, προειδοποιούν η Motor Oil και η ΔΕΠΑ Εμπορίας, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης της ΡΑΑΕΥ για τα νέα τιμολόγια του Διαχειριστή.
Αμφότερες οι εταιρείες θεωρούν ότι ο ΔΕΣΦΑ μεταφέρει υπερβολικό κόστος στους εισαγωγείς φυσικού αερίου, με τη ΔΕΠΑ να ζητά μειώσεις στα σημεία εισόδου και τη Motοr Oil να κάνει λόγο για την ανάγκη παγίωσης των χρεώσεων μεταφοράς στα σημεία εισόδου της χώρας τουλάχιστον για την ερχόμενη τριετία, προκειμένου να μην επιβαρυνθούν περαιτέρω οι καταναλωτές και η βιομηχανία.
«Αν συνεχιστεί η επιβάρυνση του κόστους προμήθειας για τους εισαγωγείς, που έχει ήδη παρουσιάσει αύξηση της τάξεως του 30% μεταξύ 2024 και 2027, η επιβάρυνση αυτή εν συνεχεία μετακυλίεται στην εγχώρια κατανάλωση φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας», προειδοποιεί ο όμιλος Βαρδινογιάννη.
Μάλιστα η ΜΟΗ αντιπροτείνει στη ΡΑΑΕΥ, προκειμένου να αντισταθμιστεί η αύξηση των χρεώσεων στις εισόδους του συστήματος, να μειωθούν αντίστοιχα κατά 30% οι χρεώσεις δυναμικότητας των εγχώριων σημείων εξόδου.
Τις αντιδράσεις των δύο χρηστών του συστήματος προκάλεσε η πρόταση του ΔΕΣΦΑ για τα νέα του τιμολόγια που συνοψίζεται στη μη εφαρμογή εποχικών συντελεστών και εκπτώσεων στα σημεία εσόδου των εγκαταστάσεων LNG της Ρεβυθούσας και του FSRU Αλεξανδρούπολης. Ταυτόχρονα εισηγείται οι βραχυπρόθεσμοι πολλαπλασιαστές να διατηρηθούν στα ίδια επίπεδα του 2026, εκτός από τα σημεία διασύνδεσης εξόδου, όπου προτείνει χαμηλότερους πολλαπλασιαστές, προκειμένου να ενθαρρυνθούν οι εξαγωγές που τελικά θα αυξήσουν τη χρήση του συστήματος μειώνοντας έτσι τα τιμολόγια.
Στη περίπτωση της ΔΕΠΑ, η άποψη της εταιρείας είναι ότι η πρόταση του ΔΕΣΦΑ φέρνει από του χρόνου αυξήσεις κατά 5% στις χρεώσεις στα σημεία εισόδου του ελληνικού συστήματος μεταφοράς φυσικού αερίου και κατά 13,60% για το LNG, ενώ μειώνονται κατά περίπου 14% οι χρεώσεις στα σημεία εξόδου.
«Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους του φυσικού αερίου που εισάγεται στο ΕΣΦΑ (σσ: Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου) και κατ' επέκταση, στην ελληνική αγορά αερίου, εν γένει», επισημαίνει η εταιρεία.
Η επιχειρηματολογία της ΔΕΠΑ στηρίζεται στο γεγονός ότι «…για το έτος 2027 έχουν διατεθεί όλες οι δημοπρατηθείσες Χρονοθυρίδες LNG, ενώ στα λοιπά Σημεία Εισόδου (Σιδηρόκαστρο, Νέα Μεσήμβρια και Αμφιτρίτη) έχουν διατεθεί οι μακροχρόνιες δυναμικότητες σε ποσοστό 65-100% ήδη από τις δημοπρασίες των προηγούμενων ετών..».
Επομενως, όπως αναφέρει η εταιρεία, «δεν διαφαίνεται προφανής περίπτωση υποανάκτησης η οποία θα δικαιολογούσε την προτεινόμενη αύξηση των τιμολογίων στα Σημεία Εισόδου».
Κάνει λόγο μάλιστα για ανατροπή των δεδομενων βάσει των οποίων έχουν ληφθεί οι επενδυτικές αποφάσεις των χρηστών. «Επιπλέον, οι όποιες αποφάσεις των Χρηστών για δέσμευση δυναμικότητας Εισόδου και LNG στις αντίστοιχες δημοπρασίες του Διαχειριστή για το 2027 είχαν ληφθεί βάσει διαφορετικών δεδομένων, συνεπώς η προτεινόμενη αύξηση των τιμολογίων στις Εισόδους τροποποιεί τα οικονομικά δεδομένα των Εισαγωγέων και επηρεάζει τον εμπορικό τους σχεδιασμό», αναφέρει. Και ζητά να επανεξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο κατανέμονται τα έσοδα από υπερανάκτηση.
Καμπανάκια για αυξήσεις από ΜΟΗ
Στη περίπτωση της Motor Oil, η εταιρεία αναγνωρίζει ότι η πρόταση του Διαχειριστή για μείωση των χρεώσεων δυναμικότητας στα σημεία διασύνδεσης με εξαγωγικό προσανατολισμό είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, «..γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο θα αυξηθούν οι ροές της ενέργειας μέσω του δικτύου του ΔΕΣΦΑ, ενώ η εν λόγω προσέγγιση ενισχύει τον στρατηγικό ρόλο που καλείται να διαδραματίσει η Ελλάδα ως περιφερειακή πύλη εισαγωγής και επανεξαγωγής LNG».
Αλλά σημειώνει ότι για να έχει πραγματικό αντίκρυσμα η πολιτική του Διαχειριστή και να καταστεί εμπορικά βιώσιμη η εξαγωγή LNG προς τα διασυνοριακά συστήματα, δηλαδή να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα του Κάθετου Διαδρόμου, «…δεν επαρκεί μόνο η μείωση των χρεώσεων μεταφοράς από πλευράς ΔΕΣΦΑ, αλλά απαιτείται να υιοθετηθεί αντίστοιχη προσέγγιση και από τους λοιπούς Διαχειριστές, με αντίστοιχες μειώσεις χρεώσεων στα σημεία διασύνδεσης».
Και ζητά «να εφαρμοστεί η ίδια έκπτωση της τάξης του 30% σε όλα τα προϊόντα εγχώριας εξόδου αντί για 14% που υπολογίζεται στην πρόταση του ΔΕΣΦΑ, προκειμένου να διασφαλιστούν ισότιμα σήματα κόστους μεταξύ εξαγωγικής και εγχώριας χρήσης του συστήματος, χωρίς να δημιουργούνται στρεβλώσεις εις βάρος της εσωτερικής αγοράς και των Ελλήνων καταναλωτών».
Σε αντίθετη περίπτωση, η ΜΟΗ προειδοποιεί ότι η μετακύλιση αυξήσεων στους τελικούς χρήστες θα έχει ως μαθηματικό αποτέλεσμα τη μετακύλιση του επιπλέον κόστους στους τελικούς καταναλωτές, νοικοκυριά και βιομηχανίες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.