Η συζήτηση για τη σχέση μισθών και ανταγωνιστικότητας επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, καθώς η ελληνική οικονομία καλείται να κινηθεί σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, εμπορικών ανακατατάξεων και επιβράδυνσης της διεθνούς οικονομικής δραστηριότητας.
Στην έκθεσή της για τη Νομισματική Πολιτική 2025-2026, η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι οι εξωτερικοί κίνδυνοι καθιστούν ακόμη πιο κρίσιμη τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας, ιδιαίτερα για μια οικονομία που στηρίζεται στις εξαγωγές, στον τουρισμό και στις επενδύσεις.
Η ανησυχία δεν είναι αβάσιμη. Η ταχεία αποκλιμάκωση της ανεργίας έχει περιορίσει τη διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού σε αρκετούς κλάδους, όπως ο τουρισμός, η εστίαση και οι κατασκευές.
Οι ελλείψεις προσωπικού ασκούν ανοδικές πιέσεις στους μισθούς, δημιουργώντας τον κίνδυνο το εργατικό κόστος να αυξάνεται ταχύτερα από την παραγωγικότητα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η οικονομία θα μπορούσε να χάσει μέρος της ανταγωνιστικότητάς της, καθώς οι επιχειρήσεις θα αντιμετώπιζαν υψηλότερο κόστος παραγωγής.
Τα στοιχεία, ωστόσο, δείχνουν ότι προς το παρόν η εικόνα είναι πιο ισορροπημένη. Οι μισθοί συνεχίζουν να αυξάνονται, αντανακλώντας τόσο τη στενότητα στην αγορά εργασίας όσο και την προσπάθεια αποκατάστασης μέρους των απωλειών αγοραστικής δύναμης που προκάλεσε ο υψηλός πληθωρισμός των προηγούμενων ετών. Παράλληλα, όμως, ο ρυθμός αύξησης των αποδοχών επιβραδύνεται.
Το 2025 οι συνολικές αμοιβές των εργαζομένων αυξήθηκαν κατά 6,6%, έναντι 7,3% το 2024, ενώ οι αμοιβές ανά εργαζόμενο αυξήθηκαν κατά 3,5%, από 5,8% ένα χρόνο νωρίτερα.
Την ίδια στιγμή, η παραγωγικότητα της εργασίας ενισχύθηκε κατά 1,2%, εξέλιξη που συνέβαλε στη σημαντική επιβράδυνση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Ο συγκεκριμένος δείκτης, που αποτελεί βασικό μέτρο ανταγωνιστικότητας, αυξήθηκε κατά 2,3%, όταν το 2024 είχε αυξηθεί κατά 4,6%.
Η ίδια τάση συνεχίστηκε και στις αρχές του 2026. Το πρώτο τρίμηνο του έτους οι συνολικές αμοιβές αυξήθηκαν κατά 4,5%, έναντι 7% την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, ενώ οι αμοιβές ανά εργαζόμενο αυξήθηκαν κατά 3,3%. Το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος περιορίστηκε περαιτέρω στο 1,7%, επιβεβαιώνοντας ότι οι μισθολογικές πιέσεις αποκλιμακώνονται.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τη χάραξη οικονομικής πολιτικής. Η άνοδος των μισθών αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και την ενίσχυση της κατανάλωσης, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία τα νοικοκυριά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος στέγασης, ενέργειας και βασικών αγαθών. Από την άλλη πλευρά, η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας απαιτεί οι αυξήσεις των αποδοχών να συμβαδίζουν με την αύξηση της παραγωγικότητας.
Η ΤτE εκτιμά ότι προς το παρόν δεν διαμορφώνονται ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις από το μισθολογικό κόστος. Το γεγονός ότι η παραγωγικότητα αυξάνεται, έστω και με μέτριο ρυθμό, επιτρέπει στην οικονομία να απορροφά μέρος των μισθολογικών αυξήσεων χωρίς σημαντική επιβάρυνση του κόστους παραγωγής.
Παρά τα θετικά στοιχεία, οι προκλήσεις παραμένουν σημαντικές. Η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δημογραφικές πιέσεις, χαμηλή συμμετοχή γυναικών στην αγορά εργασίας σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, υψηλά ποσοστά νέων εκτός εργασίας ή κατάρτισης και ελλείψεις εξειδικευμένου προσωπικού σε κρίσιμους κλάδους.
Ταυτόχρονα, η χαμηλή συμμετοχή στη διά βίου μάθηση και οι ελλείψεις ψηφιακών δεξιοτήτων περιορίζουν τις δυνατότητες ταχύτερης παραγωγικής αναβάθμισης. Για τον λόγο αυτό, η έκθεση υπογραμμίζει ότι η πραγματική απάντηση στο δίλημμα «μισθοί ή ανταγωνιστικότητα» δεν βρίσκεται στη συγκράτηση των αποδοχών, αλλά στην αύξηση της παραγωγικότητας μέσω καλύτερων δεξιοτήτων, εκπαίδευσης, κατάρτισης και αποτελεσματικότερης αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού.
Σε μια περίοδο αυξημένων διεθνών αβεβαιοτήτων, η μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας θα εξαρτηθεί λιγότερο από το χαμηλό εργασιακό κόστος και περισσότερο από την ικανότητά της να παράγει μεγαλύτερη αξία με πιο παραγωγική εργασία.