Η ελληνική οικονομία διατηρεί υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από αρκετές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ωστόσο η πρόοδος δεν συνοδεύεται από ουσιαστική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου ούτε από βαθύ παραγωγικό μετασχηματισμό, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση.
Η Συνομοσπονδία υποστηρίζει ότι η εικόνα της οικονομίας χαρακτηρίζεται από σχετική σταθεροποίηση, αλλά εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες. Παρά τη συνεχιζόμενη αύξηση του ΑΕΠ το 2025, η Ελλάδα παραμένει μακριά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε όρους πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος, καθώς αυτό διαμορφώνεται στις 19.400 ευρώ έναντι 34.110 ευρώ στην ΕΕ-27. Σε όρους αγοραστικής δύναμης η χώρα αντιστοιχεί μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Ανάπτυξη με επίκεντρο την κατανάλωση
Η έκθεση επισημαίνει ότι το σημερινό αναπτυξιακό μοντέλο εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση, η οποία αντιστοιχεί στο 67,8% του ΑΕΠ έναντι 51,2% στην ΕΕ. Κατά τη ΓΣΕΕ, η υπερβολική εξάρτηση από την κατανάλωση περιορίζει τις δυνατότητες διατηρήσιμης ανάπτυξης, καθώς δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ενίσχυση της παραγωγικής βάσης.
Παρότι το ποσοστό των επενδύσεων αυξήθηκε στο 16,9% του ΑΕΠ από 11% το 2019, εξακολουθεί να υπολείπεται αισθητά του ευρωπαϊκού μέσου όρου (21,3%). Επιπλέον, η σύνθεση των επενδύσεων προκαλεί προβληματισμό, καθώς καταγράφεται σημαντική αύξηση των επενδύσεων σε κατοικίες, ενώ περιορίζεται το μερίδιο επενδύσεων σε τεχνολογικό και μηχανολογικό εξοπλισμό.
Την ίδια στιγμή, οι καθαρές εξαγωγές παραμένουν αρνητικές και το έλλειμμά τους διευρύνεται, γεγονός που, σύμφωνα με την έκθεση, αναδεικνύει τη συνεχιζόμενη εξάρτηση της οικονομίας από τις εισαγωγές.
Βελτίωση στα δημόσια οικονομικά, αλλά...
Στο δημοσιονομικό πεδίο η ΓΣΕΕ αναγνωρίζει τη σημαντική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, το οποίο υποχώρησε στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025 από 209,4% το 2020, εξέλιξη που αποδίδεται και στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.
Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η δημοσιονομική σταθερότητα δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει μακροχρόνια ανάπτυξη, εάν δεν συνοδευτεί από παραγωγικές επενδύσεις, τεχνολογική αναβάθμιση, ενίσχυση των μισθών και αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας.
Αγορά εργασίας: Περισσότερες θέσεις, αλλά όχι καλύτερες
Η εικόνα στην αγορά εργασίας εμφανίζεται βελτιωμένη ως προς τους ποσοτικούς δείκτες. Το ποσοστό απασχόλησης αυξήθηκε στο 64,6% και η ανεργία υποχώρησε στο 8,9% το 2025.
Παρά τη βελτίωση, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στην απασχόληση, ενώ παραμένουν έντονες οι περιφερειακές και κοινωνικές ανισότητες. Χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης καταγράφονται στις γυναίκες, στους νέους και στα άτομα με αναπηρία.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη μακροχρόνια ανεργία, καθώς περισσότεροι από τους μισούς ανέργους (55,8%) παραμένουν εκτός αγοράς εργασίας για περισσότερο από έναν χρόνο, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι μισθοί εξακολουθούν να πιέζονται
Η έκθεση σημειώνει ότι η αύξηση των ονομαστικών αποδοχών δεν έχει μεταφραστεί σε ουσιαστική ανάκτηση της αγοραστικής δύναμης.
Ο μέσος πραγματικός ετήσιος μισθός αυξήθηκε μόλις κατά 0,3% την περίοδο 2019-2025, ενώ παραμένει χαμηλότερος κατά 1,3% σε σχέση με το 2021, όταν ξεκίνησε η περίοδος υψηλού πληθωρισμού.
Παράλληλα, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τις υψηλότερες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας στην Ευρώπη, στοιχείο που, σύμφωνα με τη ΓΣΕΕ, υποδηλώνει ότι η αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται όχι μόνο από χαμηλές αμοιβές αλλά και από υψηλή ένταση εργασίας.
Επίμονη η κοινωνική πίεση
Η Συνομοσπονδία διαπιστώνει ότι η οικονομική ανάκαμψη δεν έχει οδηγήσει σε ανάλογη κοινωνική βελτίωση.
Ο κίνδυνος φτώχειας παραμένει υψηλός, ιδιαίτερα για τους νέους, ενώ η φτώχεια των εργαζομένων εξακολουθεί να υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Επιπλέον, περισσότερα από ένα στα τρία νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά εμφανίζουν ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας.
Η πρόταση της ΓΣΕΕ
Καταλήγοντας, η έκθεση υποστηρίζει ότι η χώρα χρειάζεται μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται στην κατανάλωση, τις κατασκευές και τις εισαγωγές σε ένα νέο υπόδειγμα ανάπτυξης που θα στηρίζεται στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στις ποιοτικές επενδύσεις, στη βιομηχανική και τεχνολογική αναβάθμιση και στη βελτίωση της παραγωγικότητας.
Παράλληλα, ζητεί ουσιαστική ενίσχυση των πραγματικών μισθών, διεύρυνση της κάλυψης των συλλογικών συμβάσεων, ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης και μέτρα για την αναβάθμιση της ποιότητας της εργασίας, υποστηρίζοντας ότι μόνο έτσι η οικονομική μεγέθυνση μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου και σε βιώσιμη κοινωνική ανάπτυξη.
*Δείτε ολόκληρη την έκθεση του ΙΝΕ - ΓΣΕΕ στη δεξιά στήλη "Συνοδευτικό Υλικό".