Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται η… εκκαθάριση ασφαλισμένων με ισόβια συμβόλαια υγείας από τις εταιρείες, μέσω της επιβολής «φουσκωμένων» ασφαλίστρων, καθώς τα παλιά και «γενναιόδωρα» ασφαλιστικά προγράμματα έχουν πάρα πολύ υψηλά κόστη αποζημιώσεων.
Παράλληλα, οι εταιρείες επιβαρύνονται με μεγάλα κόστη από τους ηλικιωμένους ασφαλισμένους, κάτι που εξηγεί και τις εξίσου απότομες αυξήσεις των ασφαλίστρων τους.
Τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), ανακοινώνοντας τον νέο Ετήσιο Δείκτη Αναπροσαρμογής μακροχρόνιων ασφαλίσεων υγείας (ΕΔΑ) για το 2024, επιβεβαιώνουν ότι οι ασφαλιστικές «αδειάζουν» με αρκετά γοργούς ρυθμούς τα χαρτοφυλάκια τους από τα παλιά συμβόλαια υγείας, τα οποία δεν προσφέρονται πλέον, ενώ όσοι εξακολουθούν να έχουν τέτοια συμβόλαια από το παρελθόν βρίσκονται αντιμέτωποι με μεγάλες αυξήσεις ασφαλίστρων, που συχνά τους οδηγούν στην ακύρωση των προγραμμάτων.
Ειδικότερα, όπως αποτυπώνεται στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ,
- Μεταξύ των ετών 2022 και 2024, οι ασφαλισμένοι με μακροχρόνια (ισόβια) συμβόλαια μειώθηκαν κατά 31.819 άτομα (από 272.659 το 2022, έπεσαν σε 240.840 το 2024). Προφανώς, ένα μέρος αυτής της μείωσης οφείλεται και σε θανάτους ασφαλισμένων, αλλά κατά το μεγαλύτερο ποσοστό εξηγείται από τις ακυρώσεις συμβολαίων.
- Αντίθετα, οι ασφαλισμένοι με ετήσια ανανεούμενα συμβόλαια ήταν περισσότεροι κατά 152.903 άτομα, φτάνοντας τους 707.818 το 2024 από 554.915 το 2022, μια αύξηση σχεδόν κατά 28%.
«Πληγή» τα ισόβια προγράμματα
Τα ισόβια συμβόλαια αποτελούν οικονομική «πληγή» για τις εταιρείες, που σε μεγάλο βαθμό βέβαια πληρώνουν δικά τους σφάλματα του παρελθόντος, όταν πρόσφεραν πολύ γενναιόδωρα καλύψεις για να προσελκύσουν ασφαλισμένους, αλλά πλέον αποδεικνύεται ότι οι υπολογισμοί τους για τα κόστη ήταν εντελώς εσφαλμένοι.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2024, οι αποζημιώσεις που κατέβαλαν οι ασφαλιστικές για τα ισόβια προγράμματα ανήλθαν σε 229 εκατ. ευρώ, ποσό που δεν ήταν πολύ μικρότερο από τις αντίστοιχες αποζημιώσεις για τα ετήσια προγράμματα, οι οποίες ανήλθαν στα 254 εκατ. ευρώ. Αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι ο αριθμός των ασφαλισμένων σε ετήσια προγράμματα ήταν σχεδόν τριπλάσιος από τον αντίστοιχο στα ισόβια.
Τα κόστη των ισόβιων προγραμμάτων είναι εξωφρενικά υψηλότερα από τα αντίστοιχα των ετήσιων, όπου οι καλύψεις έχουν «ψαλιδισθεί». Είναι χαρακτηριστικό ότι για κάθε ασφαλισμένο, κατά μέσο όρο, οι εταιρείες πληρώνουν 950 ευρώ τον χρόνο στα ισόβια προγράμματα, ποσό 2,6 φορές μεγαλύτερο από το αντίστοιχο κόστος στα ετήσια προγράμματα.
Ηλικιακή… βόμβα για τις εταιρείες
Για να μετρήσει τη μέση ετήσια μεταβολή των δαπανών νοσηλείας (του καθαρού κόστους κάλυψης) που καταβάλλουν οι ασφαλιστικές εταιρείες, η ΕΛΣΤΑΤ καταρτίζει με βάση τη νέα νομοθεσία τον Ετήσιο Δείκτη Αναπροσαρμογής (ΕΔΑ), ο οποίος από τον επόμενο χρόνο θα αποτελέσει το σημείο αναφοράς για τις αυξήσεις ασφαλίστρων. Ο νέος δείκτης αποκαλύπτει ότι η γήρανση του πληθυσμού είναι ο πιο απειλητικός παράγοντας εκτίναξης του κόστους ασφάλισης για τις εταιρείες και, αντίστοιχα, των ασφαλίστρων που χρεώνονται.
Όπως επισημαίνει η ΕΛΣΤΑΤ, για το έτος 2024:
- Στις μακροχρόνιες συμβάσεις, η ετήσια μεταβολή του δείκτη αναπροσαρμογής με την επίδραση της ηλικίας ήταν 7,23%, ενώ χωρίς την επίδραση της ηλικίας ήταν μόλις 1,76%.
- Στις ετησίως ανανεούμενες συμβάσεις, η ετήσια μεταβολή με την επίδραση της ηλικίας ανήλθε στο 5,36%, ενώ χωρίς την επίδρασή της ήταν μόλις 0,79%.
Ο ΕΔΑ, με την ενσωμάτωση του παράγοντα της ηλικίας, παίρνει ένα… καπέλο που ήταν 5,3% για το 2022, το οποίο ανεβαίνει στο 10,7% το 2023 και εκτοξεύεται στο 16% το 2024, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ.
Η «καταιγίδα» αυξήσεων του 2026
Συνεχίζοντας την πολιτική της πίεσης στους ασφαλισμένους με ισόβια προγράμματα, ώστε να πληρώνουν περισσότερα ή να κλείνουν τα συμβόλαιά τους, οι ασφαλιστικές εταιρείες επέβαλαν μεγάλες αυξήσεις ασφαλίστρων το 2026, πριν δημοσιευθεί ο δείκτης ΕΔΑ, που θέτει κάποια όρια σε αυτή την πολιτική.
Σύμφωνα με τη συγκεντρωτική επεξεργασία της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή (ΑΑΕΑ&ΠΚ), όπου αναλύθηκαν στοιχεία από 11 εταιρείες και αφορούν δείγμα 231.797 ασφαλισμένων με ενεργά μακροχρόνια συμβόλαια υγείας, τα καθαρά ασφάλιστρα βάσης του 2025 ανέρχονταν σε 295,44 εκατ. ευρώ (προ φόρου ασφαλίστρων).
Από την ανάλυση για τις αυξήσεις του 2026 προκύπτουν τα εξής άκρως ενδιαφέροντα ευρήματα:
- Όταν η στάθμιση γίνεται με βάση τον αριθμό των ασφαλισμένων, ο μέσος όρος διαμορφώνεται στο 7,49%.
- Όταν η στάθμιση γίνεται με βάση την αξία των ασφαλίστρων (καθαρό οικονομικό βάρος), ο μέσος όρος αύξησης ανεβαίνει στο 8,20%.
- Περισσότεροι από τους μισούς ασφαλισμένους υπέστησαν σημαντικές αναπροσαρμογές. Συγκεκριμένα, για 130.119 ασφαλισμένους (το 56,13% του δείγματος) η αύξηση ξεπέρασε το 8%. Παράλληλα, 36.923 ασφαλισμένοι (το 15,93%) είδαν το ασφάλιστρό τους να αυξάνεται πάνω από 9%.
Η ΑΑΕΑ&ΠΚ στην ανακοίνωσή της κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις πρακτικές των εταιρειών, τονίζοντας τις εξής ελλείψεις διαφάνειας, αν και δεν προχώρησε διαδικασίες για την επιβολή κυρώσεων, παρότι κατά το παρελθόν είχαν επιβληθεί μεγάλα πρόστιμα, τα οποία πήραν και τις «ευλογίες» του Συμβουλίου της Επικρατείας με πρόσφατη απόφαση.
Ειδικότερα, η Αρχή σημειώνει ότι, σε πολλές περιπτώσεις, δεν διαχωρίζεται με σαφήνεια το νοσοκομειακό κόστος από την ηλικιακή μεταβολή και τους λοιπούς συμβατικούς όρους αναπροσαρμογής.
Επιπλέον, οι επιστολές προς τους ασφαλισμένους δεν έχουν ενιαία μορφή. Συχνά παραλείπουν βασικά στοιχεία, όπως την ταυτόχρονη αναγραφή του παλαιού και του νέου ασφαλίστρου, το ακριβές ποσοστό αύξησης, καθώς και τη σαφή εξήγηση της βάσης υπολογισμού.