Το ανθρώπινο δυναμικό αναδεικνύεται σε ένα από τα πιο πιεστικά ζητήματα για τις ελληνικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με το EY Entrepreneurship Barometer Ελλάδα 2026.
Η εικόνα που προκύπτει από την έρευνα είναι ότι οι εταιρείες θέλουν μεν να προχωρήσουν σε προσλήψεις, την ίδια ώρα όμως δυσκολεύονται να βρουν το κατάλληλο προσωπικό και πιέζονται να προσφέρουν καλύτερες αμοιβές και παροχές.
Ως αποτέλεσμα έρχεται η αλλαγή στρατηγικής, με τις επιχειρήσεις να εμφανίζονται πιο προσεκτικές στις προσλήψεις, να στρέφονται περισσότερο σε εξωτερικούς συνεργάτες και να επενδύουν στην εκπαίδευση του προσωπικού τους, την ώρα που καλούνται να διαχειριστούν ένα κόστος που ανεβαίνει.
Η πρόθεση προσλήψεων παραμένει, αλλά υποχωρεί
Σύμφωνα με την έρευνα, το 53% των επιχειρηματιών δηλώνει ότι σχεδιάζει να προσλάβει περισσότερους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης τους επόμενους 12 μήνες. Το ποσοστό παραμένει υψηλό, αλλά είναι αισθητά χαμηλότερο από το 67% που είχε καταγραφεί το 2025.
Την ίδια ώρα, το 32% δηλώνει ότι θα διατηρήσει τον ίδιο αριθμό εργαζομένων, από 22% πέρυσι, ένδειξη ότι αρκετές επιχειρήσεις επιλέγουν πιο συγκρατημένη στάση με περιορισμένες αλλαγές στο προσωπικό τους. Παράλληλα, αυξάνεται η πρόθεση πρόσληψης εξωτερικών συνεργατών, όπως freelancers, στο 20% από 14% το 2025.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι οι επιχειρήσεις αναζητούν μεγαλύτερη ευελιξία, είτε επειδή δεν βρίσκουν εύκολα τους ανθρώπους που χρειάζονται είτε επειδή το κόστος μόνιμης στελέχωσης γίνεται πιο βαρύ.
Το πρόβλημα των δεξιοτήτων
Το βασικό εμπόδιο στις προσλήψεις είναι η εύρεση υποψηφίων με τις δεξιότητες και την εμπειρία που ζητούν οι επιχειρήσεις. Το 69% των επιχειρηματιών δηλώνει ότι δυσκολεύεται να βρει υποψηφίους με τις απαραίτητες δεξιότητες, ενώ το 51% αναφέρει ως πρόβλημα την απαιτούμενη εμπειρία.
Παράλληλα, το 28% των επιχειρήσεων αναφέρει δυσκολία στην προσφορά ανταγωνιστικών πακέτων αμοιβών και παροχών, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 17% του 2025. Με άλλα λόγια, οι επιχειρήσεις δεν δυσκολεύονται μόνο να βρουν τους ανθρώπους που χρειάζονται, αλλά και να τους πείσουν να έρθουν ή να μείνουν.
Το εργατικό κόστος στην πρώτη γραμμή
Αξίζει να σημειωθεί ότι η έρευνα δείχνει πως το πρόβλημα της στελέχωσης δεν αφορά πλέον μόνο την αναζήτηση προσωπικού, αλλά περνά ευθέως και στο κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.
Η διαχείριση του εργατικού κόστους, παράλληλα με την προσφορά ανταγωνιστικών αμοιβών και παροχών, αναδεικνύεται ως η μεγαλύτερη πρόκληση στη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού, με ποσοστό 52%, από 45% το 2025.
Ακολουθεί η προσέλκυση και διακράτηση ανθρώπινου δυναμικού με τις απαιτούμενες δεξιότητες, με 50%, ενώ η ανάπτυξη και διατήρηση της δέσμευσης των εργαζομένων και της εταιρικής κουλτούρας βρίσκεται στο 40%.
Η πίεση κόστους φαίνεται ακόμη καθαρότερα στο κεφάλαιο της έρευνας για τη βιώσιμη ανάπτυξη, με το 89% των επιχειρηματιών να αναφέρει την αύξηση του εργατικού κόστους ως βασική πηγή πίεσης για το 2026. Ακολουθούν οι πρώτες ύλες και οι προμήθειες με 63% και οι δαπάνες ενέργειας και κοινής ωφέλειας επίσης με 63%.
Εκπαίδευση αντί απλής αναζήτησης
Μπροστά σε αυτή την εικόνα, οι επιχειρήσεις φαίνεται να προσαρμόζονται, με το 62% των συμμετεχόντων να δηλώνει ότι οι επενδύσεις στην εκπαίδευση και ανάπτυξη των εργαζομένων έχουν αυξηθεί τους τελευταίους 12 μήνες. Πρόκειται για ένδειξη ότι αρκετές εταιρείες αντιλαμβάνονται πλέον πως η λύση δεν βρίσκεται μόνο στην αγορά εργασίας, αλλά και μέσα στην ίδια την επιχείρηση.
Η έρευνα της ΕΥ σημειώνει ότι οι επιχειρήσεις καλούνται, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, να διαμορφώσουν πιο ανταγωνιστικά πακέτα αποδοχών, ενδεχομένως με έμφαση σε μεταβλητές αμοιβές που συνδέονται με την απόδοση, αλλά και να επενδύσουν στη συνεχή ανάπτυξη και εκπαίδευση του προσωπικού.
Η πίεση αυτή έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη απαιτητικό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις, όπου το κόστος εργασίας, πρώτων υλών και ενέργειας κινείται σε υψηλά επίπεδα.
Για αρκετές εταιρείες, η αναζήτηση προσωπικού με τις κατάλληλες δεξιότητες δεν είναι πλέον μια απλή διαδικασία στελέχωσης, αλλά μέρος της συνολικής στρατηγικής τους.
Όπως φαίνεται στην έρευνα, από την ικανότητά τους να προσελκύσουν, να εκπαιδεύσουν και να κρατήσουν εργαζόμενους θα κριθεί σε σημαντικό βαθμό η παραγωγικότητα, η ανταγωνιστικότητα και η δυνατότητά τους να συνεχίσουν να αναπτύσσονται κρατώντας υπό έλεγχο το κόστος λειτουργίας.