Κουγιανού Goldberg: Η νέα παγκοσμιοποίηση και πώς μας επηρεάζει

Η κορυφαία Ελληνίδα οικονομολόγος του Yale μιλά στο Euro2day.gr για την «Παγκοσμιοποίηση 2.0» και το φαινόμενο του προστατευτισμού. Τι λέει για επιστροφή στη βιομηχανική πολιτική και τις ανισότητες.

Δημοσιεύθηκε: 10 Ιουλίου 2026 - 06:53

Load more

Η Πηνελόπη Κουγιανού Goldberg ανήκει στους οικονομολόγους που έχουν μετρήσει εμπειρικά τις πραγματικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης: πώς το διεθνές εμπόριο επηρεάζει τις επιχειρήσεις, τις τιμές, την παραγωγικότητα, τη φτώχεια, τις ανισότητες και τελικά την ανάπτυξη.

Στη συνέντευξή της στο Euro2day.gr, η καθηγήτρια Οικονομικών και Παγκόσμιων Υποθέσεων στην έδρα William Nordhaus του Yale δηλώνει ότι «η παγκοσμιοποίηση όπως τη γνωρίσαμε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες έχει τελειώσει» και περιγράφει τη μετάβαση σε μια παγκόσμια οικονομία με δασμούς, επιδοτήσεις, σφαίρες επιρροής και συμμαχίες που καθορίζονται όλο και περισσότερο από βραχυπρόθεσμους στρατηγικούς υπολογισμούς.

Η συνέντευξη πραγματοποιείται με αφορμή τη βράβευσή της με το Αριστείο Μποδοσάκη 2026 στον τομέα των Κοινωνικών Επιστημών. Το Αριστείο Μποδοσάκη απονέμεται ανά διετία σε Έλληνες και Ελληνίδες επιστήμονες με διεθνώς αναγνωρισμένο έργο ζωής και συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο. Η απονομή των φετινών Αριστείων πραγματοποιήθηκε 25 Ιουνίου, με την παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Τασούλα.

Στον τομέα των Τεχνολογικών Επιστημών τιμάται ο Χρίστος Παπαδημητρίου, καθηγητής Πληροφορικής στην τιμητική έδρα της οικογένειας Donovan στο Πανεπιστήμιο Columbia και μία από τις σημαντικότερες διεθνώς μορφές της θεωρητικής επιστήμης των υπολογιστών.

Γεννημένη στην Αθήνα, με σπουδές στο Freiburg και διδακτορικό από το Stanford, η Goldberg έχει διδάξει στα Princeton, Columbia και Yale, έχει διατελέσει επικεφαλής οικονομολόγος του Ομίλου της Παγκόσμιας Τράπεζας, επικεφαλής της συντακτικής επιτροπής του American Economic Review και πρόεδρος της Οικονομετρικής Εταιρείας.

Στη συνέντευξη μιλά για τον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ-Κίνας, την επιστροφή της βιομηχανικής πολιτικής, τα όρια που έχουν μικρές ανοικτές οικονομίες όπως η Ελλάδα, τις ανισότητες που άφησε πίσω της η παγκοσμιοποίηση και την ανάγκη η ανάπτυξη να μεταφράζεται σε υψηλότερο βιοτικό επίπεδο για το ευρύτερο τμήμα της κοινωνίας.

Μόλις βραβευθήκατε με το Αριστείο Μποδοσάκη 2026. Τι σημαίνει η συγκεκριμένη βράβευση για εσάς;

Σημαίνει πάρα πολλά για μένα, επειδή είναι μια αναγνώριση που έρχεται από την Ελλάδα, την πατρίδα μου. Παρότι έφυγα πριν από 45 χρόνια, εξακολουθώ να αισθάνομαι πολύ στενά συνδεδεμένη με τη χώρα. Είναι, μάλιστα, η δεύτερη φορά που λαμβάνω διάκριση από το Ίδρυμα Μποδοσάκη. Η πρώτη ήταν το 2003, όταν τιμήθηκα με το Βραβείο στις Κοινωνικές Επιστήμες για νέους επιστήμονες.

Πιστεύω βαθιά στην αποστολή του Ιδρύματος: να στηρίζει την επιστήμη, τη γνώση και την αριστεία στην Ελλάδα και, ταυτόχρονα, να αναδεικνύει το έργο των Ελλήνων ερευνητών. Τέτοιες διακρίσεις είναι σημαντικές όχι μόνο επειδή αναγνωρίζουν όσα έχουν ήδη επιτευχθεί, αλλά και επειδή μπορούν να εμπνεύσουν νεότερους ανθρώπους να ακολουθήσουν τον δρόμο της επιστήμης και της έρευνας. Αν αυτή η βράβευση ενθαρρύνει έστω και λίγους νέους να στραφούν προς αυτή την κατεύθυνση, τότε έχει υπηρετήσει έναν πολύ ουσιαστικό σκοπό. Είμαι πολύ χαρούμενη και νιώθω μεγάλη τιμή που είμαι μέρος αυτής της προσπάθειας.

Η έρευνά σας έχει τεκμηριώσει το κόστος του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ-Κίνας και της ευρύτερης επιστροφής του προστατευτισμού. Πρόκειται για μια κυκλική διόρθωση ή μπαίνουμε σε μια νέα, πιο μόνιμη δομή της παγκόσμιας οικονομίας;

Αν με ρωτούσατε το 2018, όταν άρχισαν να αυξάνονται οι δασμοί στην Κίνα, ή ακόμη και το 2021, θα σας έλεγα ότι πρόκειται για προσωρινό φαινόμενο, το οποίο τροφοδοτείται κυρίως από λαϊκιστικές πολιτικές. Σήμερα, όμως, είναι σαφές ότι έχουμε περάσει σε διαφορετική εποχή. Η περίοδος της παγκοσμιοποίησης όπως τη γνωρίσαμε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες έχει τελειώσει.

Στη διάρκεια της κυβέρνησης Μπάιντεν, το νέο υπόδειγμα που διαμορφωνόταν ήταν εκείνο των ανταγωνιστικών «σφαιρών επιρροής»: μία με κέντρο τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, μία άλλη με κέντρο την Κίνα και τη Ρωσία, και πολλές χώρες ανάμεσα στις δύο. Θα μπορούσε κανείς να το δει ως έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο.

Οι δασμοί που ανακοινώθηκαν το 2025, στη δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ, σηματοδότησαν ακόμη μεγαλύτερη μετατόπιση. Το μήνυμα ήταν ότι κάθε χώρα, τελικά, πρέπει να φροντίζει μόνη της τα συμφέροντά της, ενώ οι συμμαχίες διαμορφώνονται όλο και περισσότερο με βάση βραχυπρόθεσμους οικονομικούς και στρατηγικούς υπολογισμούς και λιγότερο με βάση μακροχρόνιες δεσμεύσεις.

Αυτό αποτελεί σαφή απομάκρυνση από το διεθνές οικονομικό πλαίσιο που κυριάρχησε έως τις αρχές της δεκαετίας του 2020, όταν η σταθερότητα, η προβλεψιμότητα και η συνεργασία με βάση κανόνες εξακολουθούσαν να αποτελούν κεντρικές αρχές.

Νόμοι όπως ο Inflation Reduction Act και ο CHIPS Act στις ΗΠΑ σηματοδοτούν την επιστροφή του κράτους στον κλαδικό σχεδιασμό. Τα εμπειρικά σας ευρήματα για τα οφέλη που προκύπτουν όταν μια οικονομία αποκτά τεχνογνωσία μέσα από την ίδια την παραγωγή δικαιολογούν τέτοιες παρεμβάσεις ή ο κίνδυνος στρεβλώσεων και προσοδοθηρίας είναι μεγαλύτερος;

Η έρευνά μου είχε πάντα ως αφετηρία την αρχή ότι η βιομηχανική πολιτική, και γενικότερα η κρατική παρέμβαση, πρέπει να αξιολογούνται πρακτικά: με βάση τα δεδομένα και με προσεκτική εξέταση κάθε περίπτωσης χωριστά.

Υπάρχουν ασφαλώς περιπτώσεις όπου οι αγορές δεν οδηγούν σε αποτελεσματικά αποτελέσματα. Η κλιματική αλλαγή είναι ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει ισχυρή οικονομική βάση για κρατική παρέμβαση.

Το να αναγνωρίσει κανείς την ανάγκη παρέμβασης είναι μόνο το πρώτο βήμα. Το δυσκολότερο ερώτημα είναι αν οι κυβερνήσεις μπορούν να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν αυτές τις πολιτικές αποτελεσματικά.

Η έρευνά μου για την τεχνογνωσία που αποκτάται μέσα από την παραγωγή και για τη διάχυση γνώσης δείχνει ότι μπορεί να υπάρξουν πραγματικά οφέλη από τη στήριξη ορισμένων κλάδων. Τα οφέλη αυτά, όμως, δεν δικαιολογούν αυτομάτως οποιαδήποτε βιομηχανική πολιτική.

Είμαι κάπως επιφυλακτική ως προς το αν οι ΗΠΑ ή η Ευρώπη μπορούν να αντιγράψουν τις βιομηχανικές πολιτικές χωρών όπως η Κίνα ή η Νότια Κορέα. Τα πολιτικά τους συστήματα, οι θεσμοί τους και οι αγορές εργασίας τους είναι θεμελιωδώς διαφορετικά.

Τελικά, το ζήτημα δεν μπορεί να απαντηθεί αφηρημένα. Χρειάζεται προσεκτική εμπειρική αξιολόγηση: αν οι συγκεκριμένες πολιτικές που εφαρμόζονται μπορούν πράγματι να φέρουν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, περιορίζοντας ταυτόχρονα τις στρεβλώσεις, την προσοδοθηρία και τις ανεπιθύμητες παρενέργειες.

Η Ελλάδα δεν είχε ουσιαστική βιομηχανική πολιτική τις τελευταίες δεκαετίες. Στο σημερινό περιβάλλον, όπου οι μεγάλες οικονομίες επιδοτούν επιθετικά στρατηγικούς κλάδους, ποιος είναι ο ρεαλιστικός ρόλος μιας μικρής, ανοικτής οικονομίας όπως η ελληνική; Μπορεί να ανταγωνιστεί και με ποιους όρους;

Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα πολιτικής για τις μικρές, ανοικτές οικονομίες σήμερα.

Το διεθνές περιβάλλον έχει αλλάξει δραματικά. Για δεκαετίες, οι μικρότερες χώρες λειτουργούσαν μέσα σε ένα σχετικά σταθερό διεθνές εμπορικό σύστημα, βασισμένο σε κανόνες. Σήμερα, πολλές από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου επιδοτούν ενεργά στρατηγικούς κλάδους και εφαρμόζουν βιομηχανικές πολιτικές σε κλίμακα που οι μικρότερες χώρες απλώς δεν μπορούν να ακολουθήσουν.

Πώς πρέπει λοιπόν να αντιδράσουν οι μικρές χώρες; Και εδώ δεν το βλέπω ως ιδεολογικό ερώτημα. Απαιτεί πραγματισμό και προσεκτική ανάλυση κατά περίπτωση.

Μεγάλες οικονομίες όπως οι ΗΠΑ ή η Κίνα έχουν πολύ μεγαλύτερα περιθώρια να αποκλίνουν από τους διεθνείς κανόνες. Οι μικρότερες χώρες δεν έχουν αυτή την πολυτέλεια. Η ευημερία τους εξαρτάται πολύ περισσότερο από ένα ανοικτό και προβλέψιμο διεθνές σύστημα. Και δεν μπορούν εύκολα να συγκρουστούν με τις μεγάλες οικονομίες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ρόλος για τη βιομηχανική πολιτική. Υπάρχει χώρος για κρατική στήριξη δραστηριοτήτων που δημιουργούν ευρύτερα οικονομικά οφέλη, ιδίως εκεί όπου οι αγορές επενδύουν λιγότερο απ’ όσο θα έπρεπε.

Σε πολλές περιπτώσεις, αυτό σημαίνει επενδύσεις σε ποιοτική εκπαίδευση, έρευνα, υποδομές και θεσμούς, αντί για προσπάθεια επιλογής συγκεκριμένων επιχειρήσεων ή κλάδων. Ο στόχος πρέπει να είναι η ενίσχυση της μακροπρόθεσμης παραγωγικής ικανότητας της χώρας, όχι η αντιγραφή των βιομηχανικών πολιτικών πολύ μεγαλύτερων οικονομιών.

Το κεντρικό μήνυμα του έργου σας είναι ότι η παγκοσμιοποίηση δημιούργησε σημαντικά οφέλη, τα οποία όμως κατανεμήθηκαν άνισα, τόσο μεταξύ χωρών όσο και στο εσωτερικό τους. Η αποτελεσματικότερη απάντηση βρίσκεται στην εμπορική πολιτική ή κυρίως στις εσωτερικές αναδιανεμητικές πολιτικές;

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, η συντριπτική πλειονότητα των οικονομολόγων θα απαντούσε ότι η σωστή λύση είναι η εσωτερική αναδιανομή, όχι η ανατροπή της απελευθέρωσης του εμπορίου.

Σε γενικές γραμμές εξακολουθώ να συμφωνώ με αυτή την άποψη, αλλά με μια σημαντική επιφύλαξη: στην πράξη, η αναδιανομή συχνά δεν ήταν αρκετή.

Είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς ποιοι πλήττονται από μια συγκεκριμένη πολιτική. Η αποζημίωση απαιτεί χρόνο. Και η πολιτική διαδικασία δεν εξασφαλίζει πάντα επαρκή στήριξη σε όσους επωμίζονται το κόστος της προσαρμογής.

Το αποτέλεσμα είναι ότι συχνά βλέπουμε κοινωνική και πολιτική αντίδραση, η οποία τελικά υπονομεύει πολιτικές που, συνολικά, δημιουργούν μεγάλα οφέλη για την κοινωνία.

Ένα συμπέρασμα που βγάζω είναι ότι οι καλές πολιτικές πρέπει να είναι και πολιτικά και κοινωνικά βιώσιμες. Μερικές φορές είναι προτιμότερο οι μεταρρυθμίσεις να εφαρμόζονται πιο σταδιακά, δίνοντας σε εργαζομένους, επιχειρήσεις και τοπικές κοινωνίες χρόνο να προσαρμοστούν, αντί να επιδιώκεται η ταχύτερη δυνατή αλλαγή.

Η προσοχή στις διανεμητικές επιπτώσεις και στην κοινωνική συνοχή δεν είναι μόνο θέμα δικαιοσύνης. Είναι απαραίτητη για να αντέξουν οι καλές πολιτικές στον χρόνο.

Νομίζω ότι αυτό το μάθημα ξεπερνά κατά πολύ την παγκοσμιοποίηση. Πρέπει να το έχουμε υπόψη μας και απέναντι σε προκλήσεις όπως η κλιματική αλλαγή και η τεχνητή νοημοσύνη, που πιθανότατα θα έχουν μεγάλες διανεμητικές συνέπειες, ίσως ακόμη μεγαλύτερες από εκείνες της παγκοσμιοποίησης.

Η Ελλάδα παραμένει μία από τις πιο άνισες οικονομίες της Ευρωζώνης, με επίμονη ανεργία και χαμηλή παραγωγικότητα. Τι λέει η έρευνά σας για το αν η βαθύτερη ένταξη στο διεθνές εμπόριο μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικός μοχλός ανάπτυξης, χωρίς να επιδεινώσει περαιτέρω τις ανισότητες;

Δεν έχω μελετήσει ειδικά την Ελλάδα, άρα θα ήμουν προσεκτική στο να βγάλω συμπεράσματα ειδικά για την ελληνική περίπτωση από τη δική μου έρευνα. Πιστεύω όμως ότι υπάρχουν ορισμένα ευρύτερα συμπεράσματα. Για μια μικρή οικονομία όπως η Ελλάδα, η ένταξη στις διεθνείς αγορές είναι απαραίτητη. Είναι δύσκολο να διατηρηθούν η ανάπτυξη και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου χωρίς ανοικτότητα στο εμπόριο.

Βεβαίως, η ισότητα έχει σημασία. Αλλά πρέπει επίσης να θυμόμαστε ότι μπορεί μια κοινωνία να είναι ίση και ταυτόχρονα φτωχή. Η πραγματική πρόκληση είναι να συνδυαστεί η ανάπτυξη με την ευρύτερη συμμετοχή στα οφέλη της. Δεν πιστεύω, πάντως, ότι το βασικό πρόβλημα της Ελλάδας σήμερα είναι η έλλειψη ανοικτότητας. Η Ελλάδα είναι ήδη αρκετά ενταγμένη στην παγκόσμια οικονομία.

Το πιο σημαντικό ερώτημα είναι πώς θα διασφαλιστεί ότι οι υποσχέσεις της διεθνούς ένταξης θα γίνουν πραγματικότητα και ότι η ανάπτυξη που προκύπτει θα μεταφραστεί σε υψηλότερο βιοτικό επίπεδο για το ευρύτερο τμήμα του πληθυσμού. Αυτό απαιτεί ισχυρότερους θεσμούς: πιο αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, καλύτερα λειτουργούν σύστημα Δικαιοσύνης, ποιοτική εκπαίδευση προσβάσιμη σε όλους.

Συνολικά, είμαι μάλλον πιο αισιόδοξη για την Ελλάδα απ’ ό,τι πολλοί Έλληνες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε το μέγεθος της κρίσης που πέρασε η χώρα. Η Ελλάδα βίωσε μία από τις βαθύτερες οικονομικές κρίσεις στην Ευρώπη, έχασε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους —πολλούς από αυτούς νέους και υψηλά μορφωμένους— λόγω μετανάστευσης και, ουσιαστικά, έχασε μια δεκαετία ανάπτυξης.

Η ανάκαμψη από ένα σοκ τέτοιου μεγέθους αναπόφευκτα χρειάζεται χρόνο. Αν λάβει κανείς υπόψη από πού ξεκίνησε η Ελλάδα, πιστεύω ότι η πρόοδος των τελευταίων ετών αξίζει μεγαλύτερη αναγνώριση απ’ όση συχνά λαμβάνει.

Η έρευνά σας δείχνει ότι οι μειώσεις των δασμών συχνά δεν περνούν πλήρως στους καταναλωτές, επειδή οι επιχειρήσεις κρατούν μέρος του οφέλους μέσω υψηλότερων περιθωρίων κέρδους. Πώς αυτός ο μηχανισμός ενισχύει τις εισοδηματικές ανισότητες και ποιες πολιτικές μπορούν να τον περιορίσουν;

Το πρώτο που πρέπει να τονιστεί είναι ότι η μη πλήρης μετακύλιση του οφέλους στους καταναλωτές δεν είναι απαραίτητα πρόβλημα. Από πολλές απόψεις, είναι η «ιδανική» εκδοχή της παγκοσμιοποίησης.

Η δουλειά μας για την Ινδία έδειξε ότι όταν μειώνονται οι δασμοί, τα εισαγόμενα ενδιάμεσα αγαθά γίνονται φθηνότερα και έτσι μειώνεται το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων. Οι επιχειρήσεις περνούν ένα μέρος αυτής της μείωσης στους καταναλωτές, με χαμηλότερες τιμές, αλλά κρατούν και ένα μέρος ως υψηλότερα κέρδη.

Στην περίπτωση της Ινδίας, πολλές επιχειρήσεις χρησιμοποίησαν αυτά τα πρόσθετα κέρδη για να επενδύσουν στην καινοτομία. Οι καταναλωτές ωφελήθηκαν από χαμηλότερες τιμές, οι επιχειρήσεις έγιναν πιο παραγωγικές και η οικονομία αναπτύχθηκε.

Πάρτε για παράδειγμα και τη Zara. Έχει γίνει μία από τις πιο επιτυχημένες εταιρείες ένδυσης στον κόσμο, κάνοντας τον ιδρυτή της έναν από τους πλουσιότερους ανθρώπους στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, οι καταναλωτές ωφελήθηκαν, επειδή τα μοντέρνα ρούχα έγιναν πολύ πιο προσιτά απ’ ό,τι ήταν πριν από μία γενιά.

Το χαμηλότερο κόστος παραγωγής, που κατέστη δυνατό εν μέρει μέσω των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού, ωφέλησε και τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις.

Το πρόβλημα προκύπτει όταν τα οφέλη κατανέμονται υπερβολικά άνισα. Αν τα κέρδη της παγκοσμιοποίησης πηγαίνουν κυρίως σε έναν σχετικά μικρό αριθμό επιχειρήσεων, μετόχων και εργαζομένων υψηλής ειδίκευσης, ενώ οι εργαζόμενοι σε κλάδους που ανταγωνίζονται τις εισαγωγές σηκώνουν το κόστος της προσαρμογής, τότε οι ανισότητες αυξάνονται.

Αυτό γίνεται ιδιαίτερα προβληματικό όταν οι ανισότητες που προκύπτουν υπονομεύουν την κοινωνική συνοχή ή τροφοδοτούν πολιτική αντίδραση.

Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι να αντιστραφεί η παγκοσμιοποίηση, αλλά να διασφαλιστεί ότι τα οφέλη της μοιράζονται ευρύτερα. Αυτό σημαίνει ισχυρότερη πολιτική ανταγωνισμού όπου υπάρχει υπερβολική ισχύς στην αγορά, επενδύσεις στην εκπαίδευση και στην επανακατάρτιση εργαζομένων, καθώς και φορολογικά και κοινωνικά συστήματα που στηρίζουν όσους επωμίζονται το κόστος της προσαρμογής.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η παγκοσμιοποίηση δημιούργησε κερδισμένους. Το πρόβλημα είναι ότι οι κερδισμένοι δεν μοιράστηκαν αρκετά από τα οφέλη τους με όσους έμειναν πίσω.

Μελετάτε την αλληλεπίδραση ανάμεσα στην άτυπη οικονομία και την απελευθέρωση του εμπορίου σε αγορές εργασίας με τριβές. Η Ελλάδα έχει ιστορικά υψηλά επίπεδα άτυπης απασχόλησης. Τι δείχνει η έρευνά σας για το τι συμβαίνει σε οικονομίες σαν αυτή όταν ανοίγουν στο διεθνές εμπόριο; Ποιοι κερδίζουν και ποιοι μένουν πίσω;

Είναι ένα θέμα με το οποίο ασχολούμαι εδώ και πολλά χρόνια. Ενδιαφέρθηκα για την άτυπη οικονομία εν μέρει επειδή αποτελεί εδώ και καιρό σημαντικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας, αλλά και επειδή είναι πολύ διαδεδομένη σε πολλές χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Η άτυπη οικονομία δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, μειώνει την παραγωγικότητα, επειδή ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να παραμένουν μικρές για να μένουν «κάτω από το ραντάρ» του κράτους. Επίσης, αποδυναμώνει την ικανότητα του κράτους να συγκεντρώνει τα έσοδα που χρειάζονται για τη χρηματοδότηση δημόσιων αγαθών και βασικών υπηρεσιών.

Από την άλλη πλευρά, σε οικονομίες με υπερβολική ρύθμιση ή αδύναμες αγορές εργασίας, ο άτυπος τομέας προσφέρει ευελιξία και λειτουργεί ως μαξιλάρι απασχόλησης. Σε περιόδους αρνητικών σοκ, πολλοί εργαζόμενοι μετακινούνται σε άτυπη απασχόληση αντί να μείνουν άνεργοι. Αυτό δημιουργεί δίλημμα για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής. Η αυστηρή εφαρμογή των κανόνων μπορεί να μειώσει την άτυπη οικονομία, αλλά μπορεί επίσης να επιβάλει σημαντικό κοινωνικό κόστος, αν οι άνθρωποι έχουν λίγες εναλλακτικές δυνατότητες απασχόλησης.

Η έρευνά μας δείχνει ότι το εμπόριο μπορεί να βοηθήσει να λυθεί ένα μέρος αυτού του διλήμματος. Καθώς οι χώρες ανοίγονται στο διεθνές εμπόριο, οι πόροι τείνουν να μετακινούνται προς μεγαλύτερες και πιο παραγωγικές επιχειρήσεις, επειδή οι εξαγωγές απαιτούν σημαντικό σταθερό κόστος και υψηλότερα πρότυπα. 

Ακόμη και οι επιχειρήσεις που δεν εξάγουν ωφελούνται, επειδή αποκτούν πρόσβαση σε φθηνότερα εισαγόμενα ενδιάμεσα αγαθά, άρα αυξάνεται η παραγωγικότητά τους. Καθώς οι επιχειρήσεις μεγαλώνουν, η απασχόληση μετακινείται σταδιακά από τον άτυπο στον επίσημο τομέα και η παραγωγικότητα αυξάνεται.

Με άλλα λόγια, το εμπόριο μπορεί να πετύχει ορισμένα από τα οφέλη της μείωσης της άτυπης οικονομίας με πολύ χαμηλότερο κοινωνικό κόστος: αλλάζοντας τα κίνητρα των επιχειρήσεων και βελτιώνοντας την παραγωγικότητα, αντί να στηρίζεται αποκλειστικά στην αυστηρότερη εφαρμογή των κανόνων.

Αυτό είναι ένα σημαντικό όφελος του εμπορίου, το οποίο είχε σε μεγάλο βαθμό παραβλεφτεί όταν οι οικονομολόγοι εστίαζαν μόνο στον επίσημο τομέα.

Φύγατε από την Ελλάδα σε νεαρή ηλικία και έχετε φτάσει στην κορυφή της διεθνούς ακαδημαϊκής κοινότητας. Τι θα λέγατε σήμερα σε έναν νέο Έλληνα οικονομολόγο που αναρωτιέται αν αξίζει να επιστρέψει;

Είναι μια πολύ προσωπική απόφαση. Εξαρτάται από τους επαγγελματικούς στόχους, τις οικογενειακές συνθήκες και τις προτεραιότητες κάθε ανθρώπου. Ίσως δεν είμαι το καταλληλότερο πρόσωπο για να συμβουλεύσω κάποιον αν πρέπει να επιστρέψει στην Ελλάδα, γιατί, όπως είπατε, έφυγα σε πολύ νεαρή ηλικία και δεν γνωρίζω πια από κοντά την καθημερινή επαγγελματική πραγματικότητα εκεί.

Το μόνο που θα έλεγα είναι ότι δεν υπάρχει ένας και μόνο δρόμος προς την επιτυχία. Οι άνθρωποι χτίζουν επιτυχημένες και ουσιαστικές σταδιοδρομίες με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Η συμβουλή μου προς τους νέους οικονομολόγους θα ήταν να επικεντρωθούν πρώτα στο να αποκτήσουν την καλύτερη δυνατή εκπαίδευση και να εκτεθούν σε διαφορετικές ιδέες, θεσμούς και τρόπους σκέψης.

Το αν αυτό τελικά θα τους οδηγήσει πίσω στην Ελλάδα ή θα τους κρατήσει στο εξωτερικό είναι κάτι που κάθε άνθρωπος πρέπει να αποφασίσει με βάση τις δικές του συνθήκες.

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων