Ηταν η πρώτη ιδιωτικοποίηση από το Υπερταμείο που τα έσοδά της θα κατευθυνθούν στο Δημόσιο και όχι στη μείωση του χρέους. Όμως, η παραχώρηση σε ιδιωτικό όμιλο του χιονοδρομικού κέντρου της Βασιλίτσας είναι μια συναλλαγή με κατ’ εξοχήν ελληνικά χαρακτηριστικά.
Το Δημόσιο παραδίδει στον επενδυτή για 30 + 10 χρόνια ένα περιουσιακό στοιχείο με τεράστια νομικά κενά, σε ό,τι αφορά τη νομιμότητα των κτισμάτων και ουσιαστικά τον καλεί να αναμετρηθεί με τη γραφειοκρατία, πριν ανακαλύψει τον… θησαυρό στην επένδυσή του.
Ο διαγωνισμός για την παραχώρηση του χιονοδρομικού κέντρου, με αυτά τα ιδιαίτερα και άκρως… ελληνικά χαρακτηριστικά, ήταν εξαρχής βέβαιο ότι δεν θα προσέλκυε ευρύ επενδυτικό ενδιαφέρον, αφού πολύ λίγοι ήταν αυτοί που θα δέχονταν να αναλάβουν τον κίνδυνο της νομιμοποίησης παλαιών αυθαιρεσιών που είχαν γίνει από το ίδιο το Δημόσιο και των επόμενων πολεοδομικών εγκρίσεων σε μια περιοχή Natura.
Είναι χαρακτηριστικό ότι αρχικά εκδήλωσαν ενδιαφέρον επτά επιχειρήσεις, αλλά στην τελική φάση υπέβαλαν δεσμευτικές προσφορές μόνο δύο. Τον διαγωνισμό κέρδισε ένας παίκτης χωρίς προηγούμενη εμπειρία στον τομέα: ο Δημήτρης Δερπάνης, ιδρυτής του ομίλου UCert που έχει κυρίαρχη θέση στην επαγγελματική κατάρτιση και πιστοποίηση και, όπως φαίνεται, δεν φοβήθηκε την πολεοδομική γραφειοκρατία. Ο κ. Δερπάνης κατάγεται από την περιοχή και, όπως λέει, έχει ιδιαίτερη συναισθηματική σχέση με το βουνό.
Ολα στον αέρα…
Όταν η σύμβαση παραχώρησης ήλθε στη Βουλή για να κυρωθεί (τελικά αυτό έγινε μόνο με τις ψήφους των βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος), η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής έφερε στην επιφάνεια όλα τα νομικά κενά του εγχειρήματος.
Η σχετική έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας υπογράμμισε τις θολές διαδικασίες νομιμοποίησης αυθαιρέτων. Όπως επισημαίνεται, το νομοσχέδιο επιχειρεί τη νομιμοποίηση των υφιστάμενων κτισμάτων του χιονοδρομικού κέντρου μέσω της υπαγωγής τους στις διατάξεις του Κώδικα Χωροταξίας - Πολεοδομίας (Ν. 5306/2026) περί αυθαιρέτων κατασκευών.
Ωστόσο, η Υπηρεσία εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με το Σύνταγμα και τη νομοθεσία. Η έκταση του χιονοδρομικού εμπίπτει σε Ειδική Ζώνη Διαχείρισης του δικτύου Natura 2000, εντός του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου. Η νομιμοποίηση αυθαιρέτων σε τόσο ευαίσθητες περιβαλλοντικά περιοχές μπορεί να προσκρούσει στη συνταγματική προστασία, ιδίως όταν δεν τεκμηριώνονται επαρκώς εξαιρετικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος.
Επιπλέον, το νομοσχέδιο αφήνει αδιευκρίνιστο εάν τα επίμαχα κτίσματα εμπίπτουν στις κατηγορίες αυθαιρέτων (όπως αυτά εντός δασών ή ρεμάτων) των οποίων η τακτοποίηση απαγορεύεται ρητά από τη νομοθεσία.
Οσον αφορά την ασφάλεια, η Επιστημονική Υπηρεσία τονίζει ότι η προβλεπόμενη διαδικασία δίνει προθεσμία έως και δύο ετών (ένα έτος με δυνατότητα ισόχρονης παράτασης) για την υποβολή μελέτης στατικής επάρκειας. Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με την έκθεση, ότι παρέχεται η δυνατότητα λειτουργίας επί διετία σε κτίρια και υποδομές που έχουν ανεγερθεί χωρίς άδεια, χωρίς παράλληλα να βεβαιώνεται η τήρηση των αναγκαίων όρων δημόσιας ασφάλειας.
Ο ιδιώτης
Αντιμέτωπος με αυτόν τον γραφειοκρατικό κυκεώνα, ο επενδυτής αναγκάζεται πρακτικά να παίξει τον ρόλο του κράτους, «θυσιάζοντας» πολύτιμο χρόνο. Όπως εξηγεί ο Αθανάσιος Φοίβος Μπέρδος, Chief Strategy & Development Officer, ο οποίος «τρέχει» το project για λογαριασμό της UResort (θυγατρικής της UCERT), ολόκληρος ο επόμενος χρόνος θα αναλωθεί αποκλειστικά στον λαβύρινθο των πολεοδομικών νομιμοποιήσεων, με αποτέλεσμα το χιονοδρομικό να παραμείνει κλειστό.
Το παράδοξο είναι ότι το ίδιο το Δημόσιο ανέπτυσσε αυτές τις εγκαταστάσεις από το 1975, χωρίς να ασκεί έλεγχο για το αν υπάρχουν αυθαιρεσίες. Όμως, όταν έφτασε η στιγμή της αλήθειας, το υπουργείο Περιβάλλοντος άναψε «κόκκινο».
Αν και η νομιμοποίηση ήταν κανονικά υποχρέωση του ΤΑΙΠΕΔ, η UResort αποφάσισε να αναλάβει η ίδια το κόστος και τη διαδικασία. Το ΤΑΙΠΕΔ δεν διέθετε δικά του κονδύλια για αυτές τις διαδικασίες και θα έπρεπε να τα αντλήσει από το υπουργείο Αθλητισμού και να προκηρύξει διαγωνισμούς – μια διαδικασία που θα απαιτούσε 2 έως 4 χρόνια. Αυτό θα σήμαινε μια χαμένη πενταετία από τα 30+10 χρόνια της παραχώρησης, χωρίς καμία λειτουργία στο βουνό.
Πλέον, λέει η UResort, με ίδια δαπάνη ύψους 50.000 ευρώ μόνο για τους φακέλους αδειοδότησης, μηχανικός, τοπογράφος και περιβαλλοντολόγος της εταιρείας έχουν αρχίσει την αποτύπωση 55 κτισμάτων. Απαιτείται λεπτομερής υψομετρική αποτύπωση, αρχιτεκτονικά σχέδια από το μηδέν και ειδική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, καθώς το 99% βρίσκεται σε περιοχή Natura.
Το αίτημα θα πρέπει να περάσει από διαβούλευση με 20-25 φορείς πριν η διαδικασία ολοκληρωθεί με την έκδοση ΚΥΑ. Μάλιστα, η UResort θα ξεκαθαρίσει εκ των προτέρων ποια παλαιά (προ του 2011) κτίρια διασώζονται και θα νομιμοποιηθούν: όποιο κτίσμα θεωρηθεί επικίνδυνο για την ασφάλεια, θα κατεδαφιστεί και θα ανεγερθεί νέο στη θέση του.
Ο κρυμμένος θησαυρός της επένδυσης
Εφόσον η UResort καταφέρει να βγει αλώβητη από τον κυκεώνα της νομιμοποίησης, θα αρχίσει να ανακαλύπτει τον πραγματικό «θησαυρό». Το επενδυτικό πλάνο, προϋπολογισμού 36 έως 40 εκατ. ευρώ, θα καλυφθεί κατά το ένα τρίτο με ίδια κεφάλαια, καθώς και με χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και δανεισμό από την Τράπεζα Πειραιώς. Προβλέπει ριζική μεταμόρφωση της Βασιλίτσας από ένα παραδοσιακό χιονοδρομικό σε έναν πρότυπο, ορεινό προορισμό διεθνών προδιαγραφών που θα προσελκύει επισκέπτες δώδεκα μήνες τον χρόνο.
Η ανάπτυξη βασίζεται σε δύο κόμβους. Η Κάτω Βάση θα γίνει το επίκεντρο υπαίθριων δραστηριοτήτων. Εκεί, το σαλέ «Λισιόρο» θα ανακατασκευαστεί σε σύγχρονο πολυχώρο 500 τ.μ., εξυπηρετώντας σπορ όπως mountain bike και αναρρίχηση. Ο παλιός αναβατήρας «Φίλιππος» θα ξηλωθεί για να δώσει τη θέση του σε έναν νέο, αποσυμπλεκόμενο εξαθέσιο αναβατήρα τελευταίας τεχνολογίας. Η βάση θα αποκτήσει σταθμούς φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων και θέσεις για κατασκηνωτές.
Στην Ανω Βάση θα χτυπά η καρδιά της premium φιλοξενίας. Το υφιστάμενο σαλέ «Βασιλίτσα» θα γίνει πολυτελές boutique ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων με οκτώ δωμάτια. Δίπλα του, ενοποιημένα με ένα ευρύχωρο υπόγειο κοινόχρηστο επίπεδο φυσικού φωτισμού, θα ανεγερθούν δύο νέα κτίρια: Ένα ολοκληρωμένο Κέντρο Ευεξίας (Wellness Center) με θερμαινόμενη πισίνα, spa και σάουνα, και ένα υπερσύγχρονο Κέντρο Συνεδριακού & Εκπαιδευτικού Τουρισμού με αμφιθέατρο 100 θέσεων.
Το Master Plan δεν σταματά εκεί. Στο μέλλον προβλέπεται η σταδιακή αντικατάσταση όλων των παλαιών αναβατήρων, δημιουργία δικτύου τεχνητής χιόνωσης για σταθερή ποιότητα χιονοκάλυψης, καθώς και η προσθήκη εγκαταστάσεων όπως διαδρομές Zipline, Kids Park, οργανωμένες πίστες ορεινής ποδηλασίας και ένα Umbrella Bar στις πίστες.
Κάθε βήμα αυτής της γιγαντιαίας επένδυσης θα γίνει με αυστηρές αρχές βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής, χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα και σεβασμό στη ζώνη Natura 2000, όπως διαβεβαιώνει η εταιρεία που έχει αναλάβει το project.
Τι θα πάρει το κράτος
Από την πλευρά της, η αντιπολίτευση επέκρινε τη σύμβαση παραχώρησης, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι τα έσοδα του κράτους θα είναι πολύ μικρά. Πράγματι, φαίνεται αυτονόητο ότι θα υπήρχε μεγαλύτερο επενδυτικό ενδιαφέρον και καλύτερα ανταλλάγματα από τον επενδυτή, εάν δεν υπήρχε η νομική αβεβαιότητα στο project.
Το Δημόσιο έχει να λαμβάνει ελάχιστα εγγυημένα έσοδα ύψους τουλάχιστον 5,3 εκατ. ευρώ στη διάρκεια της σύμβασης. Στην πραγματικότητα, τα ποσά που θα πληρωθούν θα είναι μεγαλύτερα. Η σύμβαση έχει διάρκεια 30 έτη (με δικαίωμα παράτασης για επιπλέον 10 χρόνια) και θα αποδίδει στο Δημόσιο το 3,1% του ετήσιου τζίρου του χιονοδρομικού κέντρου. Για τα πρώτα έξι χρόνια της παραχώρησης έχει οριστεί ελάχιστο εγγυημένο αντάλλαγμα, το οποίο όμως αναμένεται να αυξηθεί, καθώς το ποσοστό θα εφαρμόζεται στα υψηλότερα, μελλοντικά έσοδα της επιχείρησης.