Στο επίκεντρο των κυβερνητικών σχεδιασμών για το πακέτο παροχών που αναμένεται να παρουσιάσει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης βρίσκονται τα οικογενειακά επιδόματα, τα οποία παραμένουν αμετάβλητα τα τελευταία δύο χρόνια, παρά τη συνεχιζόμενη πίεση που ασκεί η ακρίβεια στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Νέα μελέτη του ΟΟΣΑ έρχεται να ενισχύσει τα επιχειρήματα υπέρ της ενίσχυσης του επιδόματος παιδιού, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για το αποτελεσματικότερο εργαλείο, εφόσον στόχος είναι η μείωση της παιδικής φτώχειας και η στήριξη των χαμηλότερων εισοδημάτων. Ο Οργανισμός μάλιστα προτείνει την αύξηση του επιδόματος που σήμερα κυμαίνεται από 28 ευρώ έως 70 ευρώ ανά τέκνο, ανάλογα με το εισοδηματικό κλιμάκιο της οικογένειας, κατά 30%.
Αναλυτικά, στην ειδική του έκθεση, ο ΟΟΣΑ εξετάζει δύο εναλλακτικά σενάρια ίδιου δημοσιονομικού κόστους, περίπου 200 εκατ. ευρώ. Το πρώτο προβλέπει αύξηση του επιδόματος παιδιού κατά 30%, ενώ το δεύτερο ενίσχυση κατά 76% της φορολογικής έκπτωσης για τα παιδιά μέσω της έκπτωσης φόρου εισοδήματος.
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, αν και οι δύο παρεμβάσεις έχουν περίπου το ίδιο δημοσιονομικό αποτύπωμα, τα αποτελέσματά τους είναι εντελώς διαφορετικά. Η αύξηση του επιδόματος παιδιού κατευθύνει τη στήριξη κυρίως στα χαμηλά εισοδήματα. Ειδικότερα, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στο χαμηλότερο εισοδηματικό δεκατημόριο αυξάνεται κατά 1,4%, ενώ η επίδραση περιορίζεται σταδιακά όσο αυξάνεται το εισόδημα. Αντίθετα, η αύξηση της φορολογικής έκπτωσης ευνοεί κυρίως τα μεσαία εισοδήματα, καθώς τα χαμηλότερα εισοδήματα δεν μπορούν να αξιοποιήσουν πλήρως το όφελος λόγω μικρής ή μηδενικής φορολογικής υποχρέωσης.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικά είναι τα ευρήματα ως προς τη μείωση της φτώχειας. Η αύξηση του επιδόματος παιδιού μειώνει τη συνολική φτώχεια κατά 0,45 ποσοστιαίες μονάδες και την παιδική φτώχεια κατά 1,42 μονάδες. Αντίθετα, η φορολογική παρέμβαση επιτυγχάνει αισθητά μικρότερη επίδραση, μειώνοντας την παιδική φτώχεια μόλις κατά 0,34 μονάδες. Ο ΟΟΣΑ καταλήγει ότι όταν η προτεραιότητα είναι η προστασία των πιο ευάλωτων οικογενειών, η ενίσχυση του επιδόματος αποτελεί σαφώς αποτελεσματικότερη επιλογή.
Στο ίδιο κείμενο εξετάζεται και ένα τρίτο σενάριο, που αφορά την αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των εισοδηματικών κριτηρίων μέσω διαφορετικής κλίμακας ισοδυναμίας. Η παρέμβαση αυτή θα διεύρυνε σημαντικά τον αριθμό των δικαιούχων, αλλά θα αύξανε και το δημοσιονομικό κόστος κατά περίπου 65%, ενώ θα περιόριζε τη στόχευση προς τις φτωχότερες οικογένειες, μεταφέροντας μέρος της ενίσχυσης σε υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Για τον λόγο αυτό, ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι οποιαδήποτε διεύρυνση της κάλυψης θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόσθετους μηχανισμούς στόχευσης.
Οι διαπιστώσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία ενόψει της ΔΕΘ, όπου η κυβέρνηση αναμένεται να παρουσιάσει νέο πακέτο μέτρων στήριξης της οικογένειας, με δεδομένο ότι τα ποσά του επιδόματος παιδιού δεν έχουν μεταβληθεί από το 2023, παρά τη σημαντική αύξηση του κόστους διαβίωσης.
H ανάλυση του Οργανισμού στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής: εάν ζητούμενο είναι η ουσιαστική αντιμετώπιση της παιδικής φτώχειας και η ενίσχυση των πιο ευάλωτων οικογενειών, η αύξηση του επιδόματος παιδιού αποδίδει σημαντικά καλύτερα αποτελέσματα από τις οριζόντιες φορολογικές ελαφρύνσεις.
Να σημειωθεί άλλωστε πως αν και η χώρα μας έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στη μείωση της φτώχειας κατά την τελευταία δεκαετία, τα ποσοστά φτώχειας εξακολουθούν να είναι υψηλά, ιδιαίτερα μεταξύ των οικογενειών με παιδιά. Παράλληλα, η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρές δημογραφικές προκλήσεις, καθώς η γονιμότητα παραμένει σε χαμηλά επίπεδα και ο πληθυσμός γηράσκει.
Η μελέτη του ΟΟΣΑ εξετάζει ακριβώς, τον τρόπο με τον οποίο διαφορετικές παρεμβάσεις στο σύστημα οικογενειακών παροχών μπορούν να ενισχύσουν τα εισοδήματα των οικογενειών και να μειώσουν τον κίνδυνο φτώχειας. Και προσομοιώνει τις επιπτώσεις συγκεκριμένων αλλαγών στη φορολογία και στα κοινωνικά επιδόματα, καταλήγοντας πως η αύξηση του επιδόματος παιδιού είναι το μέτρο με την μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ως προς τη μείωση της παιδικής φτώχειας, καθώς κατευθύνεται κυρίως στα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα.
Μάλιστα, επισημαίνει πως οι δημόσιες δαπάνες για οικογενειακές παροχές στην Ελλάδα παραμένουν χαμηλότερες από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Οι παροχές βασίζονται κυρίως σε εισοδηματικά κριτήρια και επικεντρώνονται περισσότερο στη στήριξη των οικογενειών με χαμηλά εισοδήματα.
Σενάριο 1: Αύξηση του επιδόματος παιδιού κατά 30%
Η πρώτη παρέμβαση που εξετάζει ο ΟΟΣΑ αφορά την οριζόντια αύξηση του επιδόματος παιδιού (Α21) κατά 30% για όλους τους δικαιούχους, χωρίς αλλαγές στα εισοδηματικά κριτήρια ή στους κανόνες χορήγησης.
Στόχος της προσομοίωσης είναι να εκτιμηθεί πόσο θα αυξανόταν το διαθέσιμο εισόδημα των οικογενειών, ποια θα ήταν η επίδραση στη φτώχεια των παιδιών και ποιο θα ήταν το δημοσιονομικό κόστος του μέτρου.
Και η ανάλυση δείχνει ότι το μεγαλύτερο όφελος προκύπτει για τα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα, καθώς αυτά λαμβάνουν ήδη το υψηλότερο ύψος επιδόματος. Επειδή η αύξηση εφαρμόζεται αναλογικά, τα φτωχότερα νοικοκυριά αποκομίζουν και τη μεγαλύτερη ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος. Αντίθετα, για τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα η επίδραση είναι σαφώς μικρότερη, καθώς είτε λαμβάνουν μειωμένο επίδομα είτε δεν είναι δικαιούχοι.
Σύμφωνα με τις προσομοιώσεις του μοντέλου OECD TaxBEN, η αύξηση κατά 30% του επιδόματος παιδιού οδηγεί στη μεγαλύτερη μείωση του κινδύνου φτώχειας μεταξύ όλων των παρεμβάσεων που εξετάζονται στη μελέτη. Η επίδραση είναι εντονότερη στις οικογένειες με περισσότερα παιδιά και σε εκείνες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις κοινωνικές μεταβιβάσεις. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι το επίδομα παιδιού αποτελεί ιδιαίτερα αποτελεσματικό εργαλείο άσκησης κοινωνικής πολιτικής, επειδή κατευθύνεται κυρίως προς τις οικογένειες που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη οικονομικής στήριξης.
Η αύξηση του επιδόματος συνεπάγεται δημοσιονομική επιβάρυνση για τον κρατικό προϋπολογισμό, ωστόσο ο ΟΟΣΑ σημειώνει ότι πρόκειται για μέτρο με υψηλή στόχευση, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των πόρων κατευθύνεται σε νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Σε σύγκριση με άλλες πολιτικές ενίσχυσης των οικογενειών, το συγκεκριμένο μέτρο εμφανίζει υψηλή αποτελεσματικότητα ανά ευρώ δημοσιονομικού κόστους όσον αφορά τη μείωση της φτώχειας.
Οι μεγαλύτερες αυξήσεις στο διαθέσιμο εισόδημα καταγράφονται στις μονογονεϊκές οικογένειες, στις οικογένειες με τρία ή περισσότερα παιδιά, στα νοικοκυριά που βρίσκονται στα χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια, στις οικογένειες που λαμβάνουν ήδη το πλήρες ποσό του επιδόματος.
Αντίθετα, μικρότερο είναι το όφελος για τα νοικοκυριά με υψηλότερα εισοδήματα, λόγω της σταδιακής μείωσης του επιδόματος με βάση τα εισοδηματικά κριτήρια.
Το 2ο σενάριο της μελέτης του ΟΟΣΑ δεν αφορά αύξηση του επιδόματος παιδιού, αλλά ενίσχυση της φορολογικής ελάφρυνσης για οικογένειες με παιδιά (tax allowance/tax credit). Ο ΟΟΣΑ εξετάζει τι θα συνέβαινε αν αυξανόταν η αξία αυτής της φορολογικής ενίσχυσης κατά 76%, ώστε να έχει περίπου το ίδιο δημοσιονομικό κόστος με το πρώτο σενάριο και να είναι συγκρίσιμα τα αποτελέσματα.
Η μεγαλύτερη ωφέλεια προκύπτει για τα νοικοκυριά που έχουν μεσαία ή υψηλότερα εισοδήματα, πληρώνουν φόρο εισοδήματος και μπορούν να αξιοποιήσουν πλήρως τη φορολογική έκπτωση. Αντίθετα, οι οικογένειες με πολύ χαμηλά εισοδήματα έχουν μικρό ή μηδενικό όφελος, επειδή ήδη δεν πληρώνουν φόρο ή πληρώνουν πολύ μικρό ποσό.
Ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει ότι η αύξηση της φορολογικής ελάφρυνσης μειώνει τη φτώχεια πολύ λιγότερο από την αύξηση του επιδόματος παιδιού. Ο λόγος είναι ότι το επίδομα καταβάλλεται απευθείας στις οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα, ενώ η φορολογική ελάφρυνση ωφελεί κυρίως όσους έχουν φορολογητέο εισόδημα. Έτσι, μεγάλο μέρος των δημοσίων πόρων κατευθύνεται σε οικογένειες που δεν βρίσκονται κοντά στο όριο της φτώχειας.
Ο ΟΟΣΑ δείχνει ότι τα χαμηλότερα εισοδηματικά δεκατημόρια λαμβάνουν πολύ μικρότερο όφελος ενώ τα μεσαία και ανώτερα εισοδηματικά στρώματα συγκεντρώνουν μεγαλύτερο μέρος της συνολικής ενίσχυσης. Σε αντίθεση με το επίδομα παιδιού, η φορολογική ελάφρυνση δεν είναι τόσο προοδευτική.
Το κόστος του μέτρου είναι περίπου αντίστοιχο με εκείνο της αύξησης του επιδόματος κατά 30%, ώστε να μπορεί να γίνει άμεση σύγκριση μεταξύ των δύο πολιτικών.
Η αποτελεσματικότητα όμως είναι αισθητά χαμηλότερη ως προς τη μείωση της παιδικής φτώχειας και τη στήριξη των πιο ευάλωτων οικογενειών.
Η μελέτη καταλήγει ότι εάν ο στόχος της πολιτικής είναι η μείωση της παιδικής φτώχειας και η ενίσχυση των οικογενειών με χαμηλά εισοδήματα, η αύξηση του επιδόματος παιδιού είναι σαφώς πιο αποτελεσματική από την αύξηση της φορολογικής έκπτωσης.
Αντίθετα, η αύξηση της φορολογικής ελάφρυνσης λειτουργεί περισσότερο ως μέτρο στήριξης των οικογενειών της μεσαίας τάξης που έχουν φορολογητέο εισόδημα, αλλά δεν αποτελεί το καταλληλότερο εργαλείο για τη μείωση της φτώχειας.
Δηλαδή, επισημαίνει πως με περίπου το ίδιο κόστος για τον προϋπολογισμό, η αύξηση του επιδόματος παιδιού αποδίδει μεγαλύτερο κοινωνικό αποτέλεσμα από την αύξηση της φορολογικής ελάφρυνσης.
Το 3ο σενάριο της μελέτης του ΟΟΣΑ αφορά μια πιο στοχευμένη παρέμβαση στο Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα (ΕΕΕ) και συγκεκριμένα στην κλίμακα ισοδυναμίας (equivalence scale) που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του δικαιούμενου ποσού.
Κλίμακα ισοδυναμίας είναι ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα υπολογίζει τις ανάγκες ενός νοικοκυριού ανάλογα με τον αριθμό των ενηλίκων και των παιδιών. Δηλαδή καθορίζει πόσο αυξάνεται το ποσό του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος όταν υπάρχουν επιπλέον μέλη στην οικογένεια.
Ο ΟΟΣΑ εξετάζει ένα εναλλακτικό μοντέλο, στο οποίο αυξάνεται το «βάρος» που δίνεται στα παιδιά μέσα στον υπολογισμό του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Με αυτόν τον τρόπο, τα νοικοκυριά με παιδιά που λαμβάνουν το ΕΕΕ θα δικαιούνται υψηλότερη ενίσχυση.
Στόχος είναι να ενισχυθούν ιδιαίτερα οι οικογένειες με πολλά παιδιά, οι μονογονεϊκές οικογένειες και τα πολύ φτωχά νοικοκυριά που ήδη λαμβάνουν το ΕΕΕ.
Και σύμφωνα με τις προσομοιώσεις η παρέμβαση μειώνει την παιδική φτώχεια περισσότερο από τη φορολογική ελάφρυνση του δεύτερου σεναρίου. Ωφελεί αποκλειστικά τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, καθώς μόνο αυτά είναι δικαιούχοι του ΕΕΕ. Δεν έχει καμία επίδραση στις οικογένειες που βρίσκονται πάνω από τα εισοδηματικά όρια του προγράμματος.
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι το τρίτο σενάριο είναι πολύ καλά στοχευμένο, όμως έχει μικρότερη συνολική επίδραση από την αύξηση του επιδόματος παιδιού κατά 30%, επειδή αφορά πολύ μικρότερο αριθμό νοικοκυριών.
Ο ΟΟΣΑ καταλήγει ότι:
1. Η αύξηση του επιδόματος παιδιού είναι η αποτελεσματικότερη παρέμβαση για τη μείωση της παιδικής φτώχειας και τη στήριξη των οικογενειών με παιδιά.
2. Η ενίσχυση της φορολογικής ελάφρυνσης ωφελεί κυρίως τα μεσαία εισοδήματα και έχει περιορισμένη επίδραση στη φτώχεια.
3. Η αλλαγή στην κλίμακα ισοδυναμίας του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος είναι ιδιαίτερα στοχευμένη προς τις φτωχότερες οικογένειες, αλλά επηρεάζει μικρότερο αριθμό δικαιούχων και επομένως έχει μικρότερη συνολική επίδραση σε επίπεδο πληθυσμού.
Με άλλα λόγια, η μελέτη καταλήγει ότι αν η κυβέρνηση διαθέτει συγκεκριμένο δημοσιονομικό χώρο και στόχος είναι η μεγαλύτερη δυνατή μείωση της παιδικής φτώχειας, η αύξηση του επιδόματος παιδιού αποτελεί την πιο αποδοτική επιλογή.
Παράλληλα, στο κυβερνητικό επιτελείο βρίσκεται σε εξέλιξη η προετοιμασία μιας ευρύτερης μεταρρύθμισης του συστήματος κοινωνικών παροχών. Βασικός άξονας είναι η δημιουργία ενός ενιαίου μητρώου επιδομάτων, μέσω του οποίου το κράτος θα αποκτήσει πλήρη εικόνα για το σύνολο των ενισχύσεων που λαμβάνει κάθε νοικοκυριό, αλλά και για το συνολικό δημοσιονομικό κόστος των παροχών. Στόχος είναι ο καλύτερος συντονισμός των επιδομάτων, η αποφυγή αλληλοεπικαλύψεων και η αποτελεσματικότερη στόχευση των διαθέσιμων πόρων στους πραγματικά δικαιούχους.