Με χαμηλότερες ταχύτητες, αλλά χωρίς να χάνει τη δυναμική της, συνεχίζει να αναπτύσσεται η αγορά των καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης στην Ελλάδα.
Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για το 2025 δείχνουν ότι οι ημέρες μίσθωσης αυξήθηκαν κατά 4,7% σε σχέση με το 2024, φθάνοντας τα 8,65 εκατ., ενώ οι δηλώσεις βραχυχρόνιας μίσθωσης ανήλθαν σε 2,49 εκατ., καταγράφοντας αύξηση 7,1%. Η εικόνα παραμένει θετική, ωστόσο οι ρυθμοί ανάπτυξης απέχουν πλέον αισθητά από τις διψήφιες επιδόσεις που κατέγραφε η αγορά τα αμέσως προηγούμενα χρόνια.
Η μεταβολή αυτή αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην εξέλιξη των τελευταίων ετών. Πιο αναλυτικά, το 2022 οι ημέρες μίσθωσης είχαν αυξηθεί κατά 71,9%, το 2023 κατά 29,7%, το 2024 κατά 15,3% και το 2025 κατά 4,7%, αριθμοί που υποδηλώνουν ότι η αγορά αφήνει πίσω της την περίοδο της εκρηκτικής ανόδου και περνά σε μια πιο ώριμη φάση ανάπτυξης.
Η επιβράδυνση, πάντως, δεν συνοδεύεται από υποχώρηση της δραστηριότητας. Αντίθετα, τόσο ο αριθμός των δηλώσεων όσο και οι συνολικές ημέρες μίσθωσης εξακολούθησαν να αυξάνονται και το 2025.
Οι τάσεις
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, στην Ελλάδα καταγράφονται συνολικά περίπου 203 χιλιάδες καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης, με την Αττική να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο απόθεμα, διαθέτοντας 56.557 καταλύματα.
Παράλληλα, η συγκεκριμένη περιφέρεια συγκεντρώνει το 34,7% του συνόλου των ημερών μίσθωσης, ήτοι περισσότερες από μία στις τρεις διανυκτερεύσεις που πραγματοποιούνται μέσω ψηφιακών πλατφορμών καταγράφονται στην εν λόγω περιφέρεια. Ακολουθεί η Κεντρική Μακεδονία με μερίδιο 14,9%, η Κρήτη με 11,3%, το Νότιο Αιγαίο με 10,5% και τα Ιόνια Νησιά με 8,8%.
Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν τη βαρύτητα που έχει αποκτήσει η Αθήνα και εν γένει η Αττική στην αγορά των βραχυχρόνιων μισθώσεων, καθώς προσελκύει επισκέπτες τόσο για ταξίδια αναψυχής όσο και για επαγγελματικούς λόγους, σε όλη τη διάρκεια του έτους. Πάντως, αν και η Αττική παραμένει η μεγαλύτερη αγορά, οι υψηλότεροι ρυθμοί ανόδου καταγράφονται σε περιφέρειες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια βρίσκονταν εκτός του βασικού τουριστικού χάρτη.
Η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη αύξησε τις ημέρες μίσθωσης κατά 21,1%, το Βόρειο Αιγαίο κατά 22,8%, η Ήπειρος κατά 10,7%, η Στερεά Ελλάδα κατά 11,8% και η Κεντρική Μακεδονία κατά 9,3%. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η αύξηση στη Δυτική Μακεδονία (+38,5%), αν και πρόκειται για την περιοχή με τον μικρότερο αριθμό καταλυμάτων (μόλις 674).
Αντίθετα, οι ώριμοι τουριστικοί προορισμοί εμφανίζουν πλέον χαμηλότερους ρυθμούς. Στην Αττική η αύξηση περιορίστηκε στο 0,8%, στην Κρήτη στο 1,3% και στο Νότιο Αιγαίο στο 1,7%, στοιχείο που καταδεικνύει ότι η ανάπτυξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης διαχέεται πλέον και σε λιγότερο προβεβλημένες περιοχές της χώρας, ακολουθώντας τη γενικότερη τάση του ελληνικού τουρισμού.
Την ίδια στιγμή, οι ξένοι επισκέπτες εξακολουθούν να αποτελούν τη βασική «δεξαμενή» ζήτησης για την αγορά των βραχυχρόνιων μισθώσεων, με τους Έλληνες να περιορίζουν την παρουσία τους. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 84,8% των συνολικών ημερών μίσθωσης πραγματοποιήθηκε από ταξιδιώτες του εξωτερικού και μόλις το 15,2% αντιστοιχεί σε Έλληνες.
Σημειωτέον ότι το 2020, το 71,9% των ταξιδιωτών που επέλεγαν κάποιο κατάλυμα τύπου Airbnb ήταν ξένοι και το 28,1% Έλληνες. Ενδεικτικό είναι και το γεγονός ότι οι ημέρες μίσθωσης των ξένων αυξήθηκαν κατά 5,3% σε σχέση με το 2024, όταν η αντίστοιχη αύξηση για τους Έλληνες περιορίστηκε μόλις στο 1,4%.
Παράλληλα, διαπιστώνεται αλλαγή στα χαρακτηριστικά των κρατήσεων. Ο μέσος αριθμός ημερών μίσθωσης ανά δήλωση διαμορφώθηκε στις 3,5 ημέρες, παραμένοντας στα ίδια επίπεδα με το 2024, αλλά αισθητά χαμηλότερα από τις 4,4 ημέρες που καταγράφηκαν το 2020. Η εξέλιξη αυτή συνάδει με την αυξανόμενη τάση για μικρότερης διάρκειας ταξίδια και συχνότερες αποδράσεις, τόσο στους αστικούς προορισμούς όσο και στα νησιά.
Σε ό,τι αφορά, τέλος, την εποχικότητα, το 68,1% των συνολικών ημερών μίσθωσης συγκεντρώνεται στο διάστημα Ιουνίου - Οκτωβρίου, ενώ μόνο ο Αύγουστος αντιστοιχεί στο 18,8% του ετήσιου συνόλου. Ο Ιούλιος ακολουθεί με ποσοστό 17% και ο Σεπτέμβριος με 13,1%, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι, παρά τη διεύρυνση της τουριστικής περιόδου σε αρκετούς προορισμούς, οι θερινοί μήνες εξακολουθούν να καθορίζουν τη συνολική εικόνα της αγοράς.