Εναλλακτικούς τρόπους αμοιβής των εργαζόμενων, με στόχο να μειώσουν το υψηλό μη μισθολογικό κόστος, αναζητούν ολοένα και συχνότερα οι εργοδότες, με αποτέλεσμα, οι αυξήσεις στους μισθούς να περνούν ολοένα και λιγότερο από... τον ίδιο τον μισθό.
Λογιστές και επιχειρήσεις καταφεύγουν σε τρόπους αμοιβής τέτοιους, ώστε και το κόστος να είναι μικρότερο και το μεγαλύτερο μέρος της δαπάνης να καταλήγει στην τσέπη των εργαζόμενων και όχι σε ασφαλιστικές εισφορές και φόρους.
Διατακτικές σίτισης και καυσίμων, παροχές σε είδος, μπόνους και, όπου το επιτρέπει η νομική μορφή της επιχείρησης, ακόμη και διανομή μερισμάτων, αποτελούν πλέον βασικά εργαλεία μιας νέας πολιτικής αμοιβών που εξαπλώνεται στην αγορά.
Διπλή παρέμβαση
Η τάση αυτή φαίνεται ότι επηρεάζει και τον κυβερνητικό σχεδιασμό. Σύμφωνα με πληροφορίες, το οικονομικό επιτελείο μετρά το δημοσιονομικό κόστος μιας αύξησης του αφορολόγητου και απαλλαγμένου από ασφαλιστικές εισφορές ποσού για τις διατακτικές σίτισης, το οποίο σήμερα ανέρχεται στα 6 ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα.
Η παρέμβαση εξετάζεται να ενταχθεί στο πακέτο των οικονομικών εξαγγελιών που θα οριστικοποιηθούν τις επόμενες εβδομάδες, μαζί με μία ακόμη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, τουλάχιστον κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, με εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Οι δύο παρεμβάσεις συνδέονται άμεσα. Στόχος είναι να μειωθεί περαιτέρω το μη μισθολογικό κόστος και να δοθεί μεγαλύτερη ευελιξία στις επιχειρήσεις να αυξήσουν τις καθαρές αποδοχές των εργαζομένων χωρίς αντίστοιχη αύξηση του συνολικού κόστους εργασίας.
Το αίτημα άλλωστε προέρχεται από την ίδια την αγορά. Επιχειρήσεις και εργοδοτικοί φορείς ζητούν αφενός υψηλότερο όριο για τις διατακτικές και αφετέρου ένα πιο ευέλικτο πλαίσιο για τα bonus, ώστε τουλάχιστον ένα μέρος τους να απαλλάσσεται από ασφαλιστικές εισφορές.
Μπόνους και μερίσματα
Έμπειροι λογιστές με πελάτες μεγάλες επιχειρήσεις επισημαίνουν πως η χρήση διατακτικών σίτισης και καυσίμων αυξάνεται διαρκώς, καθώς αποτελούν έναν από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων. Ταυτόχρονα, περισσότερες επιχειρήσεις επιλέγουν τη χορήγηση bonus, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις αξιοποιείται και η δυνατότητα διανομής μερισμάτων, τα οποία φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή μόλις 5%.
«Οι επιχειρήσεις δεν αναζητούν τρόπους να αποφύγουν τις αυξήσεις. Αναζητούν τρόπους ώστε τα χρήματα που διαθέτουν να φτάνουν στον εργαζόμενο και να μην χάνονται στην πορεία», επισημαίνει χαρακτηριστικά ένας από αυτούς. Βέβαια, δεν παραγνωρίζουν ότι τα χρήματα αυτά καταλήγουν στην κατανάλωση, αλλά δεν υπολογίζονται, στις συντάξιμες αποδοχές, με αποτέλεσμα να μην βοηθούν στο χτίσιμο μιας ικανοποιητικής σύνταξης.
Διατακτικές ή μπόνους
Το γιατί οι εργοδότες στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε εναλλακτικές μορφές αμοιβής αποτυπώνεται στη συγκριτική μελέτη που εκπόνησε ο φοροτεχνικός – λογιστής Νίκος Φραγκιαδάκης. Η ανάλυση συγκρίνει τρία διαφορετικά σενάρια: διατακτικές σίτισης 6 ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα, διατακτικές 10 ευρώ και χορήγηση μικτού bonus 250 ευρώ τον μήνα, λαμβάνοντας υπόψη τόσο το καθαρό όφελος του εργαζομένου όσο και τη συνολική επιβάρυνση του εργοδότη.
Στο βασικό σενάριο των διατακτικών 6 ευρώ ανά ημέρα, ο εργαζόμενος με μικτό μισθό 1.256,13 ευρώ, και καθαρό μισθό πλην τις διατακτικές 1000 ευρώ, απολαμβάνει συνολικό μηνιαίο οικονομικό όφελος 1.132 ευρώ. Το συνολικό μηνιαίο κόστος για τον εργοδότη ανέρχεται σε 1.661,84 ευρώ.
Με την αύξηση της αξίας των διατακτικών πχ στα 10 ευρώ ανά ημέρα, το συνολικό όφελος του εργαζομένου, ήτοι ο τελικός μισθός στην τσέπη του διαμορφώνεται σε περίπου 1.177,70 ευρώ, δηλαδή αυξάνεται κατά 45,70 ευρώ σε σχέση με το βασικό σενάριο.
Παράλληλα, το κόστος για τον εργοδότη ανέρχεται σε 1.797,78 ευρώ, αυξάνεται δηλαδή κατά 135,94 ευρώ μηνιαίως. Αντίστοιχα, η χορήγηση μικτού bonus 250 ευρώ οδηγεί σε συνολικό οικονομικό όφελος για τον εργαζόμενο περίπου 1.168,92 ευρώ, δηλαδή μόλις 36,92 ευρώ υψηλότερο από το βασικό σενάριο.
Ωστόσο, το συνολικό μηνιαίο κόστος για τον εργοδότη φτάνει τα 1.834,32 ευρώ, ήτοι αύξηση κατά 172,48 ευρώ, κυρίως λόγω των ασφαλιστικών εισφορών και της φορολογικής επιβάρυνσης που συνοδεύουν τις χρηματικές αποδοχές – μπόνους, για 12 μήνες το χρόνο.
Όπως εξηγεί ο Νίκος Φραγκιαδάκης, που επεξεργάστηκε τα παραπάνω σενάρια, το bonus των 250 ευρώ κοστίζει συνολικά στον εργοδότη περίπου 304,48 ευρώ τον μήνα και αποδίδει στον εργαζόμενο καθαρό πρόσθετο όφελος περίπου 168,92 ευρώ, καθώς σημαντικό μέρος της δαπάνης απορροφάται από εισφορές και φόρους.
Πόσα καταλήγουν στην τσέπη
Το συμπέρασμα της ανάλυσης είναι αποκαλυπτικό. Για κάθε επιπλέον ευρώ που δαπανά ο εργοδότης σε σχέση με το σημερινό καθεστώς, οι διατακτικές των 10 ευρώ επιστρέφουν στον εργαζόμενο περίπου 0,34 ευρώ καθαρού πρόσθετου οφέλους, ενώ το bonus των 250 ευρώ μόλις 0,21 ευρώ. Με άλλα λόγια, οι παροχές σε είδος αποδεικνύονται σαφώς αποτελεσματικότερες από μια αντίστοιχη χρηματική αμοιβή, καθώς πολύ μεγαλύτερο μέρος της εργοδοτικής δαπάνης καταλήγει στον εργαζόμενο.
Ακριβώς γι' αυτό, όπως σημειώνουν στελέχη της αγοράς, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τις διατακτικές ή τα bonus. Αφορά συνολικά το μοντέλο αμοιβών στην ελληνική οικονομία. Όσο το μη μισθολογικό κόστος παραμένει υψηλό, οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να αναζητούν τρόπους να αμείβουν τους εργαζόμενους εκτός του παραδοσιακού μισθού. Και όσο αυτό συμβαίνει, τόσο περισσότερο η συζήτηση για τη φορολογία της εργασίας θα μετατοπίζεται από το ύψος των αποδοχών στον τρόπο με τον οποίο αυτές καταβάλλονται.
* Αναλυτικότερα οι υπολογισμοί ανά σενάριο και οι παραδοχές, στη δεξιά στήλη ”Συνοδευτικό Υλικό”