Ενώ στη Γερμανία η είσοδος της ιταλικής UniCredit στην Commerzbank έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και προσπάθειες αποτροπής, στην Ελλάδα οι ξένοι επενδυτές στον τραπεζικό τομέα γίνονται δεκτοί με ανοιχτές αγκάλες.
Σύμφωνα με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, θα ήταν ευπρόσδεκτες και άλλες συμμετοχές διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, στο πλαίσιο της πορείας προς μια ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση.
«Από την άποψη της Τράπεζας της Ελλάδος, η συμμετοχή ξένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στο μετοχικό κεφάλαιο των ελληνικών τραπεζών είναι απολύτως επιθυμητή», δήλωσε ο Στουρνάρας στο Handelsblatt.
Οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις, πρόσθεσε, αποτελούν σημαντικό βήμα «για την υλοποίηση μιας τραπεζικής ένωσης στην Ευρώπη, για την υπέρβαση του κατακερματισμού και για την επίτευξη οικονομιών κλίμακας».
Οπως επισημαίνει το δημοσίευμα, το γεγονός ότι οι διεθνείς τράπεζες δείχνουν ενδιαφέρον για την Ελλάδα δεν είναι τυχαίο. Μετά την πολυετή κρίση κρατικού χρέους, οι ελληνικές τράπεζες έχουν εξυγιάνει σε βάθος τους ισολογισμούς τους. Τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου που παρουσιάστηκαν τώρα επιβεβαιώνουν την εικόνα: αυξανόμενα έσοδα, διαρκώς υψηλή κερδοφορία, σημαντικά μειωμένοι πιστωτικοί κίνδυνοι και βελτιωμένη ποιότητα ενεργητικού.
Οι αναλυτές θεωρούν πλέον τον κλάδο ελκυστική επενδυτική επιλογή. Η «ανθεκτική επίδοση», η υψηλή μερισματική απόδοση και η ακόμη ευνοϊκή αποτίμηση καθιστούν τις ελληνικές τράπεζες «πειστική ευκαιρία για επενδυτές που αναζητούν αξία και ανάπτυξη», αναφέρουν αναλυτές της Deutsche Bank. Παράλληλα, τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα θεωρούνται ελκυστικοί υποψήφιοι για συμμετοχές και εξαγορές.
Η UniCredit είναι ευπρόσδεκτος επενδυτής στην Αθήνα
Το πόσο ευπρόσδεκτοι είναι στην Ελλάδα τέτοιοι επενδυτές φαίνεται από το παράδειγμα της Alpha Bank. Η μικρότερη από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες σύναψε ήδη στα τέλη του 2023 στρατηγική συνεργασία με την UniCredit.
Τότε οι Ιταλοί απέκτησαν αρχικά από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ποσοστό 8,97%. Σήμερα η UniCredit κατέχει 29,8%. Περίπου το 70% των μετοχών βρίσκεται σε ελεύθερη διασπορά.
Παράγοντες της αγοράς αναμένουν ότι αργά ή γρήγορα η UniCredit θα υποβάλει δημόσια πρόταση προς τους μετόχους της Αlpha Bank για την απόκτηση και των υπόλοιπων μετοχών, σημειώνει η γερμανική εφημερίδα.
Οπως επισημαίνει, σε αντίθεση με τη Γερμανία, ο διευθύνων σύμβουλος της UniCredit, Andrea Orcel, απολαμβάνει στην Αθήνα ευρείας αποδοχής. Ο διευθύνων σύμβουλος της Αlpha Bank, Βασίλης Ψάλτης, καθώς και η ελληνική κυβέρνηση καλωσορίζουν ρητά την είσοδο της UniCredit.
Ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης χαρακτηρίζει τη συμμετοχή «σαφή ψήφο εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία». Η Ευρώπη χρειάζεται «ισχυρότερες, τεχνολογικά προηγμένες τράπεζες, οι οποίες είναι ανταγωνιστικές διεθνώς και μπορούν να χρηματοδοτήσουν τον μετασχηματισμό της ευρωπαϊκής οικονομίας», ανέφερε.
Και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Στουρνάρας, χαρακτηρίζει την εξέλιξη «πολύ θετική για τις δύο τράπεζες».
Ο Orcel, από την πλευρά του, δήλωσε φέτος ότι η επένδυση «ξεπέρασε σημαντικά τις προσδοκίες μας». Από την είσοδο των Ιταλών στην Αlpha Bank, η χρηματιστηριακή αξία της τράπεζας έχει τριπλασιαστεί.
Ισχυρές οι ελληνικές τράπεζες
Σε επιχειρησιακό επίπεδο, οι τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες παρουσιάζουν καλή εικόνα, σημειώνει η γερμανική εφημερίδα.
Η Αlpha Bank, η Eurobank, η Εθνική Τράπεζα και η Πειραιώς κατέγραψαν το πρώτο εξάμηνο του 2026 συνολικά καθαρά κέρδη 2,4 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 2% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.
Τα συνολικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 5%, ενώ τα βασικά έσοδα από τόκους και προμήθειες αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο, κατά 8%.
Κινητήριοι μοχλοί της ανάπτυξης ήταν κυρίως οι δραστηριότητες διαχείρισης περιουσίας, οι ασφαλιστικές υπηρεσίες και το brokerage.
Με μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων περίπου 12%, οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που ανέρχεται σε 10%.
Και η κεφαλαιακή τους επάρκεια έχει βελτιωθεί σημαντικά. Σύμφωνα με υπολογισμούς της DBRS Morningstar, ο μέσος δείκτης κεφαλαίων υψηλής ποιότητας Tier 1 ανέρχεται πλέον σε 16,5%.
Παράλληλα, βελτιώνεται η ποιότητα των ιδίων κεφαλαίων, καθώς οι τράπεζες μειώνουν τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που είχαν λάβει το 2012 ως αντιστάθμισμα για το «κούρεμα» των ελληνικών κρατικών ομολόγων.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η μείωση των προβληματικών δανείων. Ενώ το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL) ανερχόταν το 2016 στο 55%, σήμερα έχει υποχωρήσει περίπου στο 3%, πλησιάζοντας τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που βρίσκεται στο 2,2%.
Στο Χρηματιστήριο η προσδοκία εξαγορών
Η επιστροφή του κλάδου αποτυπώνεται και στο Χρηματιστήριο. Ο τραπεζικός δείκτης FTSE/ATHEX Banks έχει αυξηθεί κατά 21,4% μόνο τους τελευταίους τρεις μήνες.
Παρά το ράλι, οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με έκπτωση σε σχέση με τις ευρωπαϊκές. Και αυτό, σύμφωνα με τη Deutsche Bank, τις καθιστά ελκυστικούς υποψήφιους για εξαγορές.
Από τη στιγμή που η Αlpha Bank είναι ουσιαστικά ήδη συνδεδεμένη με την UniCredit, οι αναλυτές θεωρούν κυρίως την Πειραιώς και τη Eurobank ενδιαφέροντες στόχους.
Η Πειραιώς είναι ελκυστική λόγω της συγκριτικά μικρής χρηματιστηριακής της αξίας και της σαφούς εστίασής της στην ελληνική αγορά, γεγονός που θα μπορούσε να διευκολύνει την ενσωμάτωσή της.
Η Eurobank, από την άλλη, προσφέρει πρόσθετες δυνατότητες ανάπτυξης μέσω των θυγατρικών της στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, σε αγορές όπως η Βουλγαρία και η Κύπρος.
Ως πιθανοί ενδιαφερόμενοι για συμμετοχές στην Ελλάδα αναφέρονται σε χρηματοπιστωτικούς κύκλους μεγάλες ιταλικές, γαλλικές και ισπανικές τράπεζες.
Ο Στουρνάρας θέλει ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης
Για τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Στουρνάρα, η συζήτηση δεν περιορίζεται στις πιθανές συνέργειες.
Μια πραγματική ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση μπορεί να λειτουργήσει μόνο εφόσον δημιουργηθούν και οι απαραίτητες πολιτικές προϋποθέσεις, δήλωσε στο Handelsblatt.
Σε αυτές περιλαμβάνονται κυρίως η κοινή ευρωπαϊκή εγγύηση καταθέσεων (EDIS) και ένας ενιαίος μηχανισμός διαχείρισης τραπεζικών κρίσεων.
Μόνο τότε, σύμφωνα με τον Στουρνάρα, θα μπορούν το κεφάλαιο και η ρευστότητα να κυκλοφορούν ελεύθερα εντός της Ευρώπης.
Αυτό δεν θα διευκόλυνε μόνο τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις τραπεζών, αλλά θα επέτρεπε επίσης τη δημιουργία μιας πραγματικής ευρωπαϊκής ένωσης κεφαλαιαγορών και την αποτελεσματικότερη κατανομή των χρηματοδοτικών πόρων στην Ευρώπη.