Η συζήτηση για τη μεσαία τάξη στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια θυμίζει τη διαδρομή ενός μαραθωνοδρόμου. Μόλις άρχισε να παίρνει μια ανάσα και να ανακτά τον βηματισμό του μετά την πολυετή δημοσιονομική κρίση, βρέθηκε αντιμέτωπος με διαδοχικά χτυπήματα: μια πανδημία (Covid), τον πόλεμο στην Ουκρανία και, τώρα, τη νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή.
Ο υψηλός πληθωρισμός που ξεκίνησε από το 2021 και η καθυστέρηση της αντίδρασης από την ΕΚΤ να αυξήσει τα επιτόκια προκάλεσαν απότομα ένα υψηλότερο επίπεδο τιμών για προϊόντα και υπηρεσίες. Ο πληθωρισμός, ο οποίος προήλθε κυρίως μέσω της ενέργειας και των εισαγωγών, δεν πλήττει όλους με τον ίδιο βαθμό. Τη μεγαλύτερη επιβάρυνση δέχονται τα χαμηλά εισοδήματα και τη μικρότερη τα υψηλότερα. Διότι τα ανελαστικά έξοδα (βασικές ανάγκες) αποτελούν μεγάλο μέρος του εισοδήματος στα χαμηλότερα εισοδήματα.
Πώς ξεχωρίζουν φτωχοί, μεσαία τάξη και πλούσιοι
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ και τη Eurostat, η μεσαία τάξη ορίζεται από το ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα που κυμαίνεται μεταξύ του 75% και του 200% του εθνικού διάμεσου εισοδήματος. Το διάμεσο εισόδημα στην Ελλάδα είναι 11.700 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι το 50% του πληθυσμού έχει εισόδημα χαμηλότερο από 11.700 ευρώ και το υπόλοιπο έχει μεγαλύτερο.
Επομένως η μεσαία τάξη στην Ελλάδα ξεκινά από καθαρό εισόδημα 8.775 ευρώ/έτος και φτάνει μέχρι τα 49.140 ευρώ (ή από 731 ευρώ/μήνα έως 4.095 ευρώ/μήνα)
Πώς χάθηκαν «pass» και αυξήσεις
Στο διάστημα 2021–2026, η κυβέρνηση προχώρησε σε αυξήσεις στον κατώτατο μισθό στα 920 ευρώ (συνολική αύξηση περίπου 28%), ξεπάγωμα των τριετιών, καθώς και σε μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών. Ωστόσο, οι αυξήσεις αυτές δεν συνοδεύτηκαν από ανάλογες προσαρμογές στα μεσαία και ανώτερα μισθολογικά κλιμάκια των πιο εξειδικευμένων εργαζομένων.
Ταυτόχρονα, χορηγήθηκαν και χορηγούνται έκτακτες ενισχύσεις, όπως επιδόματα στην αντλία, τα διάφορα pass (youth, fuel), έκακτη ενίσχυση σε συνταξιούχους, κά. Ομως, πολλές από τις έκτακτες ενισχύσεις, λόγω εισοδηματικών κριτηρίων, άφηνε έξω μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης. Αλλά ακόμα κι αν προστεθούν 50 ή 100 ευρώ ονομαστικά στο μηνιαίο πορτοφόλι, η τρύπα της ακρίβειας αφαιρεί 150 ευρώ από την άλλη πλευρά. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από τα στοιχεία της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ.
Ο ονομαστικός μισθός αυξανόταν κατά 4% ή 5%, αλλά ο πληθωρισμός στα ανελαστικά αγαθά (διατροφή, στέγη, ρεύμα) έτρεχε με ρυθμό άνω του 32%. Επομένως, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα γινόταν μηδενικό ή αρνητικό. Ταυτόχρονα, για μερικούς, οι αυξήσεις έφεραν μικρότερο καθαρό εισόδημα, διότι μεταφέρθηκαν σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια.
Εξάλλου, σύμφωνα με την επίσημη ετήσια έρευνα του ΙΜΕ/ΓΣΕΒΕΕ, το 62,1% των ελληνικών νοικοκυριών δήλωσε ότι το μηνιαίο εισόδημά του επαρκεί μόλις για 18 ημέρες κατά μέσο όρο. Για τις υπόλοιπες 12 ημέρες, τα νοικοκυριά λειτουργούν σε καθεστώς διαχείρισης ελλείμματος (πιστωτικές κάρτες, αναβολή πληρωμών, στήριξη από την οικογένεια, κλπ).
Αύξηση καταθέσεων
Πώς εξηγείται η αύξηση των συνολικών τραπεζικών καταθέσεων σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, όταν η πλειονότητα των νοικοκυριών δηλώνει οικονομική εξάντληση; Η απάντηση αποκαλύπτεται μέσα από τα επίσημα στοιχεία του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ) και της Τράπεζας της Ελλάδος σχετικά με την κατανομή των τραπεζικών υπολοίπων.
Η εικόνα των καταθέσεων δεν αντικατοπτρίζει μια ευημερούσα μεσαία τάξη, αλλά μια βαθιά δομική ανισότητα: Το 70,6% των επιλέξιμων καταθετών διατηρεί λογαριασμούς με υπόλοιπο κάτω των 1.000 ευρώ. Παρά τον τεράστιο όγκο τους, οι καταθέσεις αυτές αντιπροσωπεύουν μόλις το 1,2% έως 1,3% του συνολικού όγκου κεφαλαίων. Η μεσαία ζώνη, δηλαδή με λογαριασμούς από 1.000 έως 5.000 ευρώ διατηρεί το 13% των καταθετικών λογαριασμών, ενώ από 5.000 έως 50.000 ευρώ διατηρεί το 14%.
Διευκρινίζεται ότι τα στοιχεία του ΤΕΚΕ δεν αναφέρονται σε καταθέσεις ανά ΑΦΜ, αλλά σε πλήθος καταθέσεων (πχ ένας πολίτης μπορεί να έχει τρεις καταθετικούς λογαριασμούς). Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά είναι ενδεικτικά της συνολικής εικόνας, η οποία συμπληρώνεται με το 0,9% των λογαριασμών που κατέχει το 45,7% των καταθέσεων.