Από σαράντα κύματα πέρασαν τα τελευταία χρόνια οι δραστηριότητες των τραπεζών στο χώρο των καρτών και των πληρωμών -διασπάσεις δραστηριοτήτων, ρυθμιστικές «επιθέσεις» από την κυβέρνηση κ.ο.κ. Οι τράπεζες, όμως, εξακολουθούν να αντλούν σχεδόν το ένα τέταρτο των συνολικών εσόδων προμηθειών από τον τομέα των καρτών, την ώρα που η ραγδαία ψηφιοποίηση των συναλλαγών ανεβάζει σε πρωτόγνωρα ύψη τη συνολική αξία των συναλλαγών.
Τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου του 2026 επιβεβαίωσαν τη δυναμική αυτού του τομέα, με τις τέσσερις συστημικές τράπεζες να συγκεντρώνουν αθροιστικά 336 εκατ. ευρώ από προμήθειες καρτών και πληρωμών. Το ποσό αυτό μεταφράζεται στο 23,25% της συνολικής πίτας των εσόδων από προμήθειες, η οποία ανήλθε στα 1.445 εκατ. ευρώ (πίνακας).
Πίσω από αυτά τα υψηλά έσοδα βρίσκεται η καθολική πλέον διείσδυση του «πλαστικού χρήματος» στην ελληνική αγορά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η αξία των πληρωμών με κάρτες έφθασε τα 119,5 δισ. ευρώ το 2025, σημειώνοντας άνοδο 6% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Ο αριθμός των επιμέρους συναλλαγών αυξήθηκε περισσότερο και ανήλθε στα 2,7 δισεκατομμύρια (+10%), δείχνοντας ότι οι καταναλωτές επιλέγουν όλο και περισσότερο τις κάρτες τους -κυρίως τις χρεωστικές, σε ποσοστό που υπερβαίνει το 90%- για μικρές, καθημερινές συναλλαγές.
Τα μεγάλα deals με τα POS: Αποσχίσεις και διεθνείς συμμαχίες
Η αρχιτεκτονική της αγοράς άλλαξε τα προηγούμενα χρόνια σημαντικά, όμως δεν άλλαξε η γνωστή αρχή: «η μπάνκα πάντα κερδίζει». Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες προχώρησαν σε μια στρατηγική αναδιάταξη, πουλώντας με αρκετά υψηλά τιμήματα τα δίκτυα αποδοχής καρτών (merchant acquiring) και τη διαχείριση των τερματικών POS σε διεθνείς κολοσσούς των πληρωμών.
Τα deals έγιναν σε πολύ σύντομο χρόνο, μέσα στο 2021:
- Τον Μάρτιο, η Τράπεζα Πειραιώς έκανε την αρχή, ανακοινώνοντας τη συμφωνία πώλησης του τομέα αποδοχής καρτών στην αμερικανική Euronet Worldwide (η οποία λειτουργεί πλέον το δίκτυο υπό το brand epay).
- Τον Μάιο ακολούθησε η Eurobank, η οποία ανακοίνωσε τη συμφωνία για την πώληση του 80% του τομέα merchant acquiring στον γαλλικό όμιλο Worldline. Η κίνηση αυτή συνδυάστηκε και με την εξαγορά της Cardlink από τους Γάλλους.
- Τον Αύγουστο πήρε τη σκυτάλη η Alpha Bank, που ανακοίνωσε τη στρατηγική σύμπραξη με τον ιταλικό όμιλο πληρωμών Nexi για τη δημιουργία της κοινοπραξίας Nexi Payments Greece. Η νέα εταιρεία άρχισε τη λειτουργία της στα μέσα του 2022.
- Τον Δεκέμβριο, η Εθνική Τράπεζα ολοκλήρωσε τον κύκλο των τραπεζικών αποσχίσεων, ανακοινώνοντας τη συμφωνία με την αμερικανική EVO Payments (η οποία μετέπειτα εξαγοράστηκε από την Global Payments) για τη δημιουργία της κοινοπραξίας NBG Pay. Η συναλλαγή ολοκληρώθηκε τυπικά στα τέλη του 2022.
Ενώ, οι τράπεζες εγκατέλειψαν τις χρονοβόρες λειτουργίες συντήρησης και διαχείρισης των φυσικών τερματικών, διατήρησαν τον ρόλο του εκδότη (issuer) των καρτών, ο οποίος αποδεικνύεται αρκετά προσοδοφόρος.
Η ανατομία των προμηθειών
Ειδικότερα, όταν ένας καταναλωτής πληρώνει με κάρτα, η συνολική προμήθεια που επιβαρύνει τον έμπορο (Προεξοφλητικό Επιτόκιο Εμπόρου - MDR) διαιρείται σε τρία βασικά κομμάτια:
- Προμήθεια Εκκαθάρισης (Acquirer Margin): Είναι το καθαρό έσοδο της εταιρείας που διαχειρίζεται το POS (π.χ. Nexi, NBG Pay, Worldline). Το ποσοστό αυτό κυμαίνεται συνήθως στο 0,40% έως 0,50% ανά συναλλαγή, λειτουργώντας πλέον με αυστηρό νομοθετικό πλαφόν για τις μικρές συναλλαγές.
- Scheme Fee: Η προμήθεια αυτή αποδίδεται στα διεθνή δίκτυα (Visa, Mastercard) για τη χρήση της τεχνολογικής τους υποδομής και κυμαίνεται γύρω στο 0,10% - 0,15%.
- Διατραπεζική Προμήθεια (Interchange Fee): Αποδίδεται απευθείας στην τράπεζα που εξέδωσε την κάρτα. Για τις κάρτες των καταναλωτών υπάρχει πλαφόν (έως 0,20% για χρεωστικές και 0,30% για πιστωτικές). Το όριο δεν ισχύει για τις εταιρικές κάρτες (business/corporate).
Μέσω αυτής της δομής, οι τράπεζες συνεχίζουν να κερδίζουν σωρευτικά σημαντικά ποσά από κάθε «χτύπημα» κάρτας. Σε αυτό προστίθενται τα έσοδα από ετήσιες συνδρομές των καρτών, οι προμήθειες συναλλάγματος και οι χρεώσεις για μεταφορές.
Η κυβερνητική παρέμβαση
Η εκρηκτική αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών έφερε στο προσκήνιο έντονες διαμαρτυρίες καταναλωτών και εμπόρων για τις καθημερινές χρεώσεις, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να προχωρήσει σε νομοθετικές παρεμβάσεις.
Σημαντικότερη, ίσως, ήταν η ρύθμιση για τις συναλλαγές μικρής λιανικής (έως 10 ευρώ) σε κλάδους με μικρά περιθώρια κέρδους (όπως περίπτερα και ταξί), όπου επιβλήθηκε αυστηρό πλαφόν στην προμήθεια εκκαθάρισης (έως 0,50%) και στη διατραπεζική προμήθεια (έως 0,10%).
Παράλληλα, το υπουργείο κατέστησε υποχρεωτική τη διασύνδεση των ελεύθερων επαγγελματιών με το σύστημα άμεσων πληρωμών IRIS. Το τελευταίο λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τις κάρτες, εξασφαλίζοντας εντελώς δωρεάν μεταφορές έως 1.000 ευρώ ημερησίως για τους καταναλωτές και δραστικά χαμηλότερες προμήθειες για τους επαγγελματίες.
Στο ίδιο πλαίσιο πίεσης, οι τράπεζες κλήθηκαν να λανσάρουν τυποποιημένα, φθηνότερα πακέτα συνδρομών (μηνιαία πάγια) που καλύπτουν τις βασικές συναλλαγές ενός λογαριασμού.
Η στρατηγική απειλή του ψηφιακού ευρώ
Αυτό το ισχυρό μοντέλο εσόδων, όμως, απειλείται μεσοπρόθεσμα από την εισαγωγή του ψηφιακού ευρώ. Το project της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας φιλοδοξεί να δημιουργήσει μια πανευρωπαϊκή ψηφιακή υποδομή πληρωμών, που θα λειτουργεί ανεξάρτητα από τα αμερικανικά δίκτυα, εκμηδενίζοντας τα scheme fees.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις τράπεζες προέρχεται από το γεγονός ότι οι βασικές συναλλαγές σε ψηφιακό ευρώ (αγορές, μεταφορές μεταξύ ιδιωτών) θα είναι εντελώς δωρεάν για τους καταναλωτές. Αν οι πολίτες αρχίσουν να πληρώνουν μαζικά στο ταμείο από τα ψηφιακά τους πορτοφόλια, οι τράπεζες θα δουν τις προσοδοφόρες διατραπεζικές τους προμήθειες να μειώνονται.
Πάντως, ο κίνδυνος εκροής καταθέσεων από τους τραπεζικούς λογαριασμούς στα πορτοφόλια ψηφιακού ευρώ που θα τηρούνται στην ΕΚΤ, ο οποίος είχε απασχολήσει έντονα τις ευρωπαϊκές τράπεζες, θα είναι περιορισμένος. Αφενός, ο σχεδιασμός της ΕΚΤ προβλέπει πως τα ψηφιακά ευρώ δεν θα τοκίζονται, αφετέρου θα τεθεί αυστηρό πλαφόν διακράτησης για κάθε πολίτη (πιθανόν στα 3.000 ευρώ), ώστε το ψηφιακό ευρώ να παραμείνει εργαλείο συναλλαγών και όχι να γίνει υποκατάστατο των τραπεζικών καταθέσεων.