Αναβάθμισε τις προοπτικές του ελληνικού rating η DBRS

Ανθεκτική στο ενεργειακό σοκ η ελληνική οικονομία, ισχυρές οι τράπεζες. Αναμένει σημαντική αποκλιμάκωση χρέους.

Δημοσιεύθηκε: 4 Σεπτεμβρίου 2026 - 23:04

Load more

Σε θετικές από σταθερές αναβάθμισε τις προοπτικές της ελληνικής αξιολόγησης BBB η DBRS.  

Σημειώνεται ότι η Ελλάδα κατατάσσεται στην επενδυτική βαθμίδα ΒΒΒ από όλους τους μεγάλους οίκους, με τη διαφοροποίηση να εντοπίζεται στις προοπτικές: Scope και R&I διατηρούν θετικό outlook, ενώ S&P, Moody’s και Fitch σταθερό.

Αναλυτικά, η DBRS Ratings GmbH (Morningstar DBRS) άλλαξε την τάση για τις μακροπρόθεσμες αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας της Ελληνικής Δημοκρατίας σε ξένο και εγχώριο νόμισμα σε Positive (Θετική) από Stable (Σταθερή), επιβεβαιώνοντας παράλληλα τις αξιολογήσεις στο BBB. Ταυτόχρονα, η Morningstar DBRS άλλαξε την τάση για τις βραχυπρόθεσμες αξιολογήσεις της Ελλάδας σε ξένο και εγχώριο νόμισμα σε Positive από Stable, επιβεβαιώνοντας τις αξιολογήσεις στο R-2 (high).

Η αλλαγή της τάσης αντανακλά την εκτίμηση της Morningstar DBRS ότι ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ θα συνεχίσει να μειώνεται σημαντικά τα επόμενα χρόνια.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕ) προβλέπει ότι το ακαθάριστο δημόσιο χρέος της γενικής κυβέρνησης θα μειωθεί από 143,5% του ΑΕΠ τον Μάρτιο του 2026 σε 134,4% στο τέλος του 2027, καθώς η δυναμική ανάπτυξης της οικονομίας αναμένεται να παραμείνει συγκριτικά ισχυρή και η κυβέρνηση εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να καταγράφει σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα.

Η ελληνική οικονομία έχει μέχρι στιγμής απορροφήσει τις επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ με καλές επιδόσεις, ενώ οι τουριστικές αφίξεις συνεχίζουν να αυξάνονται σημαντικά κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους. Σε ετήσια βάση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 1,8% το 2026 και 1,6% το 2027.

Τα δημοσιονομικά αποτελέσματα έχουν βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθώς οι λογαριασμοί της γενικής κυβέρνησης έχουν λάβει ώθηση όχι μόνο από την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη αλλά και από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες ενίσχυσαν τη φορολογική συμμόρφωση και, ως αποτέλεσμα, διεύρυναν τη φορολογική βάση της χώρας.

Παρότι η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει φέτος ορισμένα επεκτατικά μέτρα, όπως οι μειώσεις φόρων εισοδήματος, η δημοσιονομική επίδοση αναμένεται να παραμείνει ισχυρή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα της κυβέρνησης 4,0% του ΑΕΠ το 2026 και 3,7% το 2027, έναντι 4,9% το 2025.

Αν και οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ενδέχεται να υπάρξει μια δύσκολη περίοδος σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις βουλευτικές εκλογές του επόμενου έτους, η Morningstar DBRS θεωρεί ότι ο κίνδυνος από την άσκηση πολιτικής παραμένει περιορισμένος, καθώς υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των βασικών πολιτικών κομμάτων σε σημαντικά ζητήματα πολιτικής.

Η αξιολόγηση BBB της Ελλάδας στηρίζεται στη βελτιωμένη χρηματοοικονομική κατάσταση του εγχώριου τραπεζικού τομέα, στο αξιόπιστο πλαίσιο άσκησης οικονομικής πολιτικής της χώρας και στη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη.

Οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν εφαρμόσει βασικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσαν τη διακυβέρνηση, βελτίωσαν το επιχειρηματικό περιβάλλον και στήριξαν τη βιωσιμότητα του χρέους.

Ωστόσο, οι αξιολογήσεις της Ελλάδας εξακολουθούν να περιορίζονται από το υψηλό επίπεδο του δημόσιου χρέους, το συγκριτικά χαμηλό επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας και το μικρό μέγεθος της οικονομίας, το οποίο την καθιστά ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ. Επιπλέον, οι εξωτερικές ανισορροπίες, όπως το χρόνιο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, επιβαρύνουν το πιστωτικό προφίλ της χώρας.

Παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν σε αλλαγή της αξιολόγησης

Η Morningstar DBRS θα μπορούσε να αναβαθμίσει την πιστοληπτική αξιολόγηση εφόσον συμβεί ένα ή ένας συνδυασμός των ακόλουθων:

  1. Ο λόγος του δημόσιου χρέους μειωθεί σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τις προσδοκίες βραχυπρόθεσμα και προβλέπεται να παραμείνει σε σταθερή καθοδική πορεία μεσοπρόθεσμα, με τη στήριξη ισχυρών δημοσιονομικών αποτελεσμάτων.

  2. Συνεχιστεί η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν τις επενδύσεις, βελτιώνοντας έτσι τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές.

Την ίδια στιγμή, η Morningstar DBRS θα μπορούσε να επαναφέρει την τάση των αξιολογήσεων σε Stable, εάν η προβλεπόμενη μείωση του λόγου του δημόσιου χρέους υπολείπεται σημαντικά των προσδοκιών της.

Η Morningstar DBRS θα μπορούσε να υποβαθμίσει τις αξιολογήσεις εάν συμβεί ένα ή ένας συνδυασμός των ακόλουθων:

  1. Παρατεταμένη εξασθένηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας ή υλοποίηση ενδεχόμενων υποχρεώσεων που θα έθετε τον λόγο του δημόσιου χρέους σε σταθερά ανοδική τροχιά.

  2. Αντιστροφή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

  3. Σημαντική επιδείνωση της εξωτερικής θέσης της Ελλάδας.

Τα πρωτογενή πλεονάσματα θα παραμείνουν υψηλά

Η Ελλάδα κατέγραψε τα τελευταία χρόνια πολύ ισχυρότερα δημοσιονομικά αποτελέσματα από τις περισσότερες χώρες της ΕΕ.

Το 2025, η Ελλάδα κατέγραψε πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ στους λογαριασμούς της γενικής κυβέρνησης, έναντι μέσου πρωτογενούς ελλείμματος 1,0% στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ.

Η συγκριτικά ισχυρή αυτή δημοσιονομική επίδοση προήλθε από τον περιορισμό των δαπανών, ιδιαίτερα της μισθολογικής δαπάνης του Δημοσίου και των κοινωνικών παροχών, καθώς και από την ισχυρή αύξηση των φορολογικών εσόδων.

Τα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου ενισχύθηκαν όχι μόνο από το ευνοϊκό περιβάλλον οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, μεταξύ άλλων από τον συνεχιζόμενο ψηφιακό μετασχηματισμό της φορολογικής διοίκησης, ο οποίος έχει ενισχύσει σημαντικά τη φορολογική συμμόρφωση.

Μεταξύ 2019 και 2025, το συνολικό μερίδιο των φόρων εισοδήματος και του ΦΠΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,2 ποσοστιαίες μονάδες.

Για το επόμενο διάστημα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει ότι η δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας θα παραμείνει ισχυρή, με το πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα να προβλέπεται στο 4,0% του ΑΕΠ το 2026 και στο 3,7% το 2027.

Η προβλεπόμενη μέτρια συρρίκνωση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων οφείλεται κυρίως στην υιοθέτηση επεκτατικών μέτρων, όπως οι μειώσεις στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, οι αυξήσεις στις συντάξεις και τα προσωρινά μέτρα στήριξης για την ενέργεια.

Παράλληλα, τα δημόσια έσοδα αναμένεται να συνεχίσουν να επωφελούνται από τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική συμμόρφωση.

Παρότι οι πιέσεις στις δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια, ιδιαίτερα λόγω των αμυντικών δαπανών, της γήρανσης του πληθυσμού και της πράσινης μετάβασης, η Morningstar DBRS αναμένει ότι η δημοσιονομική στάση της κυβέρνησης θα παραμείνει συνετή τα επόμενα χρόνια.

Το δημόσιο χρέος παραμένει πολύ υψηλό, αλλά ακολουθεί σαφή καθοδική πορεία

Ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ της Ελλάδας έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, αλλά παραμένει ο υψηλότερος μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης.

Τον Μάρτιο του 2026, το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης ανερχόταν στο 143,5% του ΑΕΠ, έναντι 152,9% έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ το μέσο βάρος χρέους στο σύνολο της Ευρωζώνης ανερχόταν στο 88,9%.

Για το επόμενο διάστημα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει περαιτέρω υποχώρηση του λόγου του δημόσιου χρέους στο 140,7% του ΑΕΠ το 2026 και στο 134,4% το 2027, με βάση την ισχυρή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ, το σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα και τις νέες πρόωρες αποπληρωμές υφιστάμενου κρατικού χρέους, κυρίως των δανείων του Greek Loan Facility (GLF).

Παρότι το υψηλό βάρος του χρέους εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πιστωτική αδυναμία, οι κίνδυνοι αναχρηματοδότησης περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό από την ιδιαίτερα ευνοϊκή διάρθρωση του χρέους και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα της κυβέρνησης.

Η σταθμισμένη μέση διάρκεια του χρέους της γενικής κυβέρνησης ανερχόταν σε 18,3 έτη τον Ιούνιο του 2026, καθώς σημαντικό μέρος του χρέους αποτελείται από δάνεια με ευνοϊκούς όρους από τον επίσημο τομέα, όπως ο ESM και το EFSF, με πολύ μεγάλες διάρκειες.

Τα ταμειακά διαθέσιμα της γενικής κυβέρνησης ανέρχονταν σε 31,1 δισ. ευρώ, ή 12,4% του ΑΕΠ.

Επιπλέον, το 100% του ελληνικού χρέους διακρατείται με σταθερά επιτόκια, μετά την εφαρμογή των σχετικών αντισταθμίσεων κινδύνου.

Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η διατήρηση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους εξαρτάται πρωτίστως από την ικανότητα της χώρας να διατηρήσει τα πρωτογενή πλεονάσματα και τους ισχυρούς ρυθμούς ονομαστικής αύξησης του ΑΕΠ, καθώς το χρέος προς τον επίσημο τομέα αντικαθίσταται σταδιακά από χρέος που χρηματοδοτείται μέσω των αγορών, εκθέτοντας την Ελλάδα σε μεγαλύτερη μεταβλητότητα των αγορών.

Κίνδυνοι για τα δημόσια οικονομικά προκύπτουν από τις κρατικές εγγυήσεις, οι οποίες ανέρχονταν σε 23,9 δισ. ευρώ, ή 9,5% του ΑΕΠ, με περίπου 69% αυτών να συνδέονται με το Σχήμα Προστασίας Περιουσιακών Στοιχείων «Ηρακλής».

Η οικονομική ανάπτυξη αναμένεται συγκριτικά ισχυρή

Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ισχυρούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά μέσο ετήσιο ρυθμό 2,1% την περίοδο 2023-2025, με κινητήριες δυνάμεις την αύξηση των τουριστικών αφίξεων, τις ευνοϊκές εξελίξεις στην αγορά εργασίας και τις εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων και ευρωπαϊκών πόρων.

Για το επόμενο διάστημα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει μέτρια επιβράδυνση της ανάπτυξης του πραγματικού ΑΕΠ στο 1,8% το 2026 και 1,6% το 2027.

Συγκριτικά, ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης για το σύνολο της Ευρωζώνης προβλέπεται στο 0,9% το 2026 και 1,2% το 2027.

Η επιβράδυνση της αναπτυξιακής δυναμικής το 2026 οφείλεται κυρίως στην ηπιότερη ιδιωτική κατανάλωση, καθώς η προσωρινή αύξηση των πληθωριστικών πιέσεων λόγω του ενεργειακού σοκ επιβαρύνει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, παρά την υιοθέτηση δημοσιονομικών μέτρων στήριξης από την κυβέρνηση, όπως οι μειώσεις φόρου εισοδήματος και τα προσωρινά μέτρα ενεργειακής στήριξης.

Αντίθετα, η αύξηση των διεθνών τιμών ενέργειας δεν έχει αποδυναμώσει την ισχυρή δυναμική ανάπτυξης στον μεγάλο τουριστικό κλάδο της οικονομίας.

Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, οι τουριστικές αφίξεις αυξήθηκαν κατά 15,4% σε ετήσια βάση.

Παράλληλα, η επενδυτική δραστηριότητα αναμένεται να παραμείνει ισχυρή το 2026, αλλά να εξασθενήσει στη συνέχεια, καθώς ολοκληρώνονται οι εκταμιεύσεις επιχορηγήσεων από το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRP) της ΕΕ.

Οι οικονομικές προοπτικές είναι εκτεθειμένες σε καθοδικούς εξωτερικούς κινδύνους, όπως η κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων.

Παρότι η ελληνική οικονομία επωφελείται από συγκριτικά ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις.

Η διατήρηση της πρόσφατης αύξησης της επενδυτικής δραστηριότητας μεσοπρόθεσμα είναι πιθανό να απαιτήσει τη συνέχιση σημαντικών εισροών ξένων κεφαλαίων, δεδομένου του χαμηλού ποσοστού εγχώριας αποταμίευσης της οικονομίας.

Επιπλέον, το μικρό μέγεθος της οικονομίας καθιστά την Ελλάδα ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον τουρισμό, ο οποίος παραμένει βασικός κλάδος της οικονομίας που στηρίζεται στις υπηρεσίες.

Οι ταξιδιωτικές υπηρεσίες αντιστοιχούσαν σε πολύ υψηλό 89% των συνολικών καθαρών εξαγωγών υπηρεσιών το 2025, από 73% το 2019.

Παρότι η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Σύμφωνα με τη Eurostat, η ονομαστική παραγωγικότητα της εργασίας ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα αντιστοιχούσε μόλις στο 67% του μέσου όρου της ΕΕ-27 το 2025, με βάση τα πρότυπα αγοραστικής δύναμης.

Την ίδια στιγμή, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και είναι πιθανό να στηρίξει την αύξηση της παραγωγικότητας μεσοπρόθεσμα. 

Οι εξωτερικές ανισορροπίες παραμένουν μεγάλες

Το μεγάλο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας και η αυξημένη αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση (NIIP) εξακολουθούν να επιβαρύνουν το πιστωτικό προφίλ της χώρας.

Παρότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών περιορίστηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025, από 7,2% το 2024, λόγω των χαμηλότερων εισαγωγών ενέργειας, παραμένει πολύ μεγαλύτερο από ό,τι τα προ πανδημίας έτη.

Η επιδείνωση αυτή μπορεί να αποδοθεί πρωτίστως στην ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης τα τελευταία χρόνια, ιδίως όσον αφορά την επενδυτική δραστηριότητα, η οποία συνέβαλε στην αύξηση των όγκων εισαγωγών. Η τελευταία επίδραση υπεραντιστάθμισε την αύξηση των εξαγωγών υπηρεσιών του τουρισμού.

Κοιτάζοντας μπροστά, η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) προβλέπει ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα διευρυνθεί στο 6,2% του ΑΕΠ το 2026, πριν περιοριστεί στο 5,8% το 2027. Η προβλεπόμενη διεύρυνση φέτος οφείλεται στην άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν και στην ισχυρή εγχώρια επενδυτική δραστηριότητα, η οποία ενισχύει τις εισαγωγές κεφαλαιουχικών αγαθών.

Ταυτόχρονα, η Morningstar DBRS θεωρεί ότι η εξωτερική θέση της Ελλάδας είναι πλέον πιο ανθεκτική σε σχέση με το παρελθόν, καθώς σημαντικό μέρος του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών χρηματοδοτήθηκε από εισροές που δεν δημιουργούν χρέος (π.χ. μετοχικές επενδύσεις, επενδυτικές επιχορηγήσεις).

Το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος της ελληνικής οικονομίας ανήλθε σε, αν και ακόμη υψηλό, 238% του ΑΕΠ τον Μάρτιο του 2026, από 243% έναν χρόνο νωρίτερα. Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της οικονομίας ανερχόταν σε αρνητικό 133% του ΑΕΠ τον Μάρτιο του 2026.

Ωστόσο, μεγάλο μέρος της εξωτερικής υποχρεωτικής θέσης αφορά δημόσιο χρέος προς επίσημους πιστωτές, με χαμηλό κόστος τόκων και μακρές λήξεις. Ο παράγοντας αυτός, σε συνδυασμό με τον σημαντικό ρόλο σταθερών πηγών εξωτερικής χρηματοδότησης, όπως οι άμεσες ξένες επενδύσεις (FDI), εξηγεί την θετική ποιοτική προσαρμογή στην αξιολόγηση του δομικού παράγοντα του Ισοζυγίου Πληρωμών.

Η χρηματοοικονομική κατάσταση του τραπεζικού κλάδου είναι ισχυρή

Η ανθεκτικότητα του ελληνικού τραπεζικού κλάδου έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με τη στήριξη των κυβερνητικών μέτρων και την ανάκαμψη της οικονομίας. Η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών επωφελήθηκε από το κυβερνητικά υποστηριζόμενο Σχήμα Προστασίας Περιουσιακών Στοιχείων «Ηρακλής», το οποίο απομάκρυνε τα παλαιά μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPLs) από τους ισολογισμούς των τραπεζών. Ως αποτέλεσμα, ο δείκτης NPL των εγχώριων τραπεζών υποχώρησε στο 3,4% τον Μάρτιο του 2026, από 40,6% τον Δεκέμβριο του 2019.

Ταυτόχρονα, η Morningstar DBRS επισημαίνει ότι η εξυγίανση των προβληματικών δανείων που μεταφέρθηκαν σε εταιρείες διαχείρισης πιστώσεων έχει μέχρι στιγμής προχωρήσει αργά. Το ΔΝΤ εκτιμά το συνολικό ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων που παραμένουν εκτός του τραπεζικού τομέα στο 37% του ΑΕΠ, γεγονός που με τη σειρά του περιορίζει τον αριθμό των δυνητικά επιλέξιμων προς τραπεζική χρηματοδότηση δανειοληπτών για τις εγχώριες τράπεζες.

Οι τράπεζες διαθέτουν ισχυρά αποθέματα ρευστότητας και χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από εγχώριες καταθέσεις. Παράλληλα, η κερδοφορία τους έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με τη στήριξη της ανάκαμψης της πιστωτικής επέκτασης, της προσωρινής διεύρυνσης του καθαρού περιθωρίου επιτοκίου, της βελτίωσης της διαφοροποίησης των εσόδων, του ελέγχου του κόστους και της μείωσης των προβλέψεων απομείωσης.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (EBA), η μέση απόδοση ενεργητικού του κλάδου διαμορφώθηκε στο 1,2% το α΄ τρίμηνο του 2026. Η αύξηση των κερδών συνέβαλε στην ενίσχυση των κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας των τραπεζών, με τον δείκτη CET1 να διαμορφώνεται στο 15,2% το α΄ τρίμηνο του 2026, από 12,6% τέσσερα χρόνια νωρίτερα.

Ταυτόχρονα, η ποιότητα της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών παραμένει αδύναμη, καθώς οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις (DTC) αποτελούν σημαντικό, αν και μειούμενο, μέρος του εποπτικού κεφαλαίου των τραπεζών. Τον Δεκέμβριο του 2025, οι DTC αντιστοιχούσαν στο 40,1% του κεφαλαίου CET1. Οι DTC προβλέπεται να αποσβένονται σταδιακά έως το 2034.

Η πολιτική σταθερότητα

Το πολιτικό περιβάλλον της Ελλάδας χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό πολιτικής σταθερότητας τα τελευταία χρόνια. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη διαθέτει ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία από τις βουλευτικές εκλογές του 2023. Αυτό έχει επιτρέψει την υιοθέτηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και την επίτευξη των στόχων και οροσήμων του Ταμείου Ανάκαμψης, με σκοπό την ενίσχυση της οικονομικής ανθεκτικότητας.

Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές πρέπει να διεξαχθούν έως το τέλος Ιουλίου του 2027. Παρότι οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ενδέχεται να ακολουθήσει μια δύσκολη περίοδος σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις επόμενες εκλογές, η Morningstar DBRS δεν αναμένει σημαντικές ανατροπές πολιτικής μεσοπρόθεσμα, καθώς υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των βασικών πολιτικών κομμάτων σε σημαντικά ζητήματα πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της δημοσιονομικής πολιτικής.

Η θεσμική ποιότητα της Ελλάδας εξακολουθεί να υποφέρει από αδυναμίες στη διακυβέρνηση, όπως η ακόμη μεγάλη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών. Οι δείκτες διακυβέρνησης της Παγκόσμιας Τράπεζας για την Ελλάδα είναι ασθενέστεροι από εκείνους των περισσότερων χωρών της ΕΕ, ιδίως όσον αφορά τον δείκτη Κράτους Δικαίου.

Ωστόσο, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η θεσμική ποιότητα τα επόμενα χρόνια είναι πιθανό να επωφεληθεί από τις συνεχιζόμενες δικαστικές μεταρρυθμίσεις (π.χ. αναθεώρηση του δικαστικού χάρτη, κτηματολόγιο). Η βελτίωση του πολιτικού περιβάλλοντος και η δέσμευση της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις μακροχρόνιες προκλήσεις της Ελλάδας δικαιολογούν μια θετική ποιοτική προσαρμογή στην αξιολόγηση του δομικού παράγοντα του Πολιτικού Περιβάλλοντος.

 

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων