Τα μεγάλα «κόλπα» πολλών επιχειρήσεων, οι οποίες καταχρώνται το νέο αφορολόγητο καθεστώς στις περιπτώσεις μετασχηματισμών, βρίσκονται στο στόχαστρο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), μετά τη διαπίστωση ότι σε πολλές περιπτώσεις γίνεται καταστρατήγηση των νέων κανόνων.
Στο επίκεντρο των ελέγχων βρίσκονται συγχωνεύσεις και διασπάσεις που πραγματοποιούνται με αποκλειστικό ή κύριο σκοπό την φοροαποφυγή και όχι την πραγματική οικονομική αναδιοργάνωση.
Η ενεργοποίηση του Γενικού Κανόνα Απαγόρευσης Καταχρήσεων του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ) δίνει πλέον στα ελεγκτικά όργανα το δικαίωμα να αγνοούν τεχνητές διευθετήσεις και να επιβάλλουν αναδρομικά δυσβάσταχτους φόρους, εάν διαπιστωθεί απουσία έγκυρων εμπορικών λόγων.
Νέο καθεστώς
Ο «πειρασμός» για ορισμένες επιχειρήσεις ξεκίνησε με την θέσπιση από το 2024, της πλήρους φορολογικής εξομοίωσης των συμμετρικών και ασύμμετρων διασπάσεων (σ.σ. κατηγοριοποίηση ανάλογα με τα ποσοστά των εταίρων που χωρίζουν).
Πιο συγκεκριμένα, το καθεστώς της «φορολογικής ουδετερότητας» επεκτείνεται και στις ασύμμετρες διασπάσεις, επιτρέποντας στους επιχειρηματίες να «σπάσουν» μια εταιρεία χωρίς να πληρώσουν ούτε ένα ευρώ φόρο υπεραξίας, φόρο μεταβίβασης ακινήτων (ΦΜΑ) ή φόρο δωρεάς.
Πριν την εφαρμογή της νέας φορολογικής νομοθεσίας, αν δύο εταίροι διαφωνούσαν και αποφάσιζαν να χωρίσουν τους δρόμους τους παίρνοντας διαφορετικούς κλάδους (π.χ. ο ένας τον εμπορικό κλάδο και ο άλλος τα ακίνητα), η Εφορία αντιμετώπιζε την ασύμμετρη αυτή μεταβολή ως φορολογητέα ανταλλαγή περιουσίας.
Τώρα πλέον, το εταιρικό «διαζύγιο» γίνεται αφορολόγητα, ενώ ορισμένοι επιχειρηματίες αξιοποιούν το εργαλείο αυτό για την προστασία των περιουσιακών τους στοιχείων, διαχωρίζοντας με απόλυτη ασφάλεια τα ιδιόκτητα ακίνητα υψηλής αξίας από κλάδους με υψηλό επιχειρηματικό ρίσκο.
Η σύνδεση με τα μερίσματα
Η προαναφερθείσα πρακτική των διασπάσεων, δεν είναι καθόλου άσχετη και με το εξαιρετικά ευνοϊκό καθεστώς φορολόγησης των μερισμάτων στην Ελλάδα, το οποίο παραμένει στο 5%.
Όταν μια επιχείρηση διασπάται (είτε συμμετρικά είτε ασύμμετρα), δημιουργούνται νέες, ευέλικτες εταιρικές οντότητες. Διαχωρίζοντας τις δραστηριότητες (π.χ. δημιουργώντας μια εταιρεία διαχείρισης ακινήτων και μια εταιρεία παροχής υπηρεσιών), οι μέτοχοι μπορούν να διοχετεύουν τα κέρδη του κάθε κλάδου ξεχωριστά.
Αντί τα κέρδη να εγκλωβίζονται σε μια ενιαία «βαριά» επιχείρηση με υψηλά λειτουργικά κόστη, διανέμονται απευθείας στους μετόχους από τις επιμέρους κερδοφόρες οντότητες. Με τον συντελεστή φορολογίας μερισμάτων στο 5%, η εξαγωγή των κερδών από την επιχείρηση προς την προσωπική περιουσία των ιδιοκτητών γίνεται με το ελάχιστο δυνατό φορολογικό κόστος, προσφέροντας τεράστια ρευστότητα.
Οι τρεις κανόνες της ΑΑΔΕ
Όμως, για να είναι όλες οι κινήσεις σωστές και νόμιμες και να μην χαρακτηριστούν ως «καταχρηστικές», οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να τηρούν απαρέγκλιτα συγκεκριμένους κανόνες που έχει θέσει η ΑΑΔΕ:
- Κάθε διάσπαση πρέπει να δικαιολογείται από τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, τη μείωση του κόστους ή τη διευθέτηση μετοχικών διαφορών, και όχι από τη μείωση του φόρου.
- Οι κλάδοι που αποσχίζονται πρέπει να αποτελούν αυτόνομες οικονομικές οντότητες, ικανές να λειτουργήσουν αυτοτελώς από την επόμενη ημέρα.
- Απαιτείται πλήρης και αναλυτική έκθεση από ορκωτούς ελεγκτές που να πιστοποιεί την αξία των εισφερόμενων κλάδων και τη νομιμότητα της διαδικασίας.
Βαριά πρόστιμα
Οι επιχειρηματίες που θα επιχειρήσουν να χρησιμοποιήσουν τις διασπάσεις ως «όχημα» μόνο και μόνο για να γλιτώσουν φόρους μεταβίβασης ή για να εκταμιεύσουν αφορολόγητα αποθεματικά, θα βρεθούν αντιμέτωποι με βαρύτατα πρόστιμα.
Δηλαδή, στην περίπτωση που η Φορολογική Διοίκηση κρίνει ότι ένας εταιρικός μετασχηματισμός (συμμετρική ή ασύμμετρη διάσπαση, συγχώνευση κ.λπ.) αποτελεί «τεχνητή διευθέτηση» με αποκλειστικό σκοπό τη φοροαποφυγή, έχει το δικαίωμα να αγνοήσει πλήρως τον μετασχηματισμό για φορολογικούς σκοπούς. Αυτό σημαίνει ότι η φορολογική υποχρέωση και οι κυρώσεις υπολογίζονται σαν να μην είχε γίνει ποτέ η διάσπαση.
Οι «παραβάτες» δεν έρχονται αντιμέτωποι με ένα απλό, σταθερό διοικητικό πρόστιμο, αλλά με αναδρομικό καταλογισμό κυρίων φόρων, πρόσθετων φόρων και τόκων, που μπορούν να οδηγήσουν μια επιχείρηση στην οικονομική καταστροφή.
Οι βασικές κατηγορίες επιβαρύνσεων και προστίμων περιλαμβάνουν: καταλογισμό του κύριου φόρου που έχει αποφύγει η επιχείρηση. Η Εφορία θα απαιτήσει άμεσα τους φόρους από τους οποίους η εταιρεία απαλλάχθηκε παράνομα λόγω της «φορολογικής ουδετερότητας». Δηλαδή:
- Φόρο εισοδήματος επί της υπεραξίας: Φορολόγηση της διαφοράς μεταξύ της λογιστικής και της πραγματικής-εμπορικής αξίας των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων (π.χ. κλάδων, σημάτων, παγίων).
- Φόρο μεταβίβασης ακινήτων (ΦΜΑ): Επιβολή του προβλεπόμενου φόρου (συνήθως 3% επί της αντικειμενικής ή εμπορικής αξίας) για τα ακίνητα που μεταφέρθηκαν στην επωφελούμενη εταιρεία.
- Φόρος διανομής-μερισμάτων: Αν κριθεί ότι η διάσπαση έγινε για να βγουν αφορολόγητα αποθεματικά ή κέρδη προς τους μετόχους, η κίνηση εξομοιώνεται με «κρυφή διανομή κερδών» και επιβάλλεται ο αναλογούν φόρος.
Πρόστιμα ανακριβούς δήλωσης
Εφόσον οι αρχικές δηλώσεις που υποβλήθηκαν θεωρούνται πλέον ανακριβείς, επιβάλλονται πρόσθετα χρηματικά πρόστιμα επί του φόρου που αποφεύχθηκε:
- Πρόστιμο 10% έως 50%: Εάν ο φόρος που προσδιορίζεται κατόπιν του ελέγχου είναι μεγαλύτερος από αυτόν που είχε δηλωθεί, επιβάλλεται πρόστιμο ανάλογα με το ποσοστό της διαφοράς. Στις περισσότερες περιπτώσεις μεγάλων διαφορών (που ξεπερνούν το 50% του αναλογούντος φόρου), το πρόστιμο κλειδώνει στο 50% του φόρου που αποφεύχθηκε.
- Τόκοι Εκπρόθεσμης Καταβολής: Οι φόροι που θα καταλογιστούν αναδρομικά επιβαρύνονται με τόκους εκπρόθεσμης καταβολής από την ημέρα που έπρεπε κανονικά να είχαν πληρωθεί (δηλαδή από τον χρόνο του μετασχηματισμού). Ο τόκος αυτός ανέρχεται σε 0,73% για κάθε μήνα καθυστέρησης (περίπου 8,76% ετησίως), διογκώνοντας σημαντικά την τελική οφειλή αν ο έλεγχος γίνει μετά από 2 ή 3 χρόνια.
- Ποινικές Κυρώσεις για Φοροδιαφυγή (κακουργηματικού χαρακτήρα): Αν η τεχνητή διευθέτηση χαρακτηριστεί ως σκόπιμη απόκρυψη φορολογητέας ύλης (φοροδιαφυγή). Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αν ο φόρος που αποφεύχθηκε (ανά φορολογικό έτος) ξεπερνά τις 100.000 ευρώ, η πράξη αποτελεί πλημμέλημα και επισύρει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους. Αν δε, το ποσό της φοροδιαφυγής ξεπερνά τις 150.000 ευρώ, η πράξη μετατρέπεται αυτόματα σε κακούργημα και επισύρει ποινή κάθειρξης (έως 10 έτη), ενώ διώκονται ποινικά όλα τα πρόσωπα που άσκησαν διοίκηση, διαχείριση ή υπέγραψαν τις σχετικές δηλώσεις.