Την έναρξη της διαδικασίας υποβολής αιτήσεων για τη διεύρυνση του Προγράμματος Μετεγκατάστασης την Τετάρτη 14 Οκτωβρίου ανακοίνωσε η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου.
Σύμφωνα με την υπουργό, η πλατφόρμα της Μετεγκατάστασης ανοίγει με τη χορήγηση οικονομικής ενίσχυσης ύψους 10.000 ευρώ σε πολίτες που επιλέγουν να εγκατασταθούν μόνιμα σε ακριτικές περιοχές της χώρας.
Το πρόγραμμα, το οποίο αρχικά εφαρμόστηκε στον Έβρο, διευρύνεται πλέον στις Περιφερειακές Ενότητες Κιλκίς, Φλώρινας, Καστοριάς, Δράμας, Πέλλας, Γρεβενών, Κοζάνης, Σερρών, Ιωαννίνων και Θεσπρωτίας, καθώς με Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) θα ενταχθούν επτά από τους οκτώ δήμους της Περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων, καθώς και οι Δήμοι Σουλίου και Φιλιατών στη Θεσπρωτία.
Το πλαίσιο του προγράμματος αναμορφώθηκε με σειρά καινοτομιών, με κυριότερη την κατάργηση της υποχρέωσης απόδειξης εργασίας στον τόπο εγκατάστασης, μέτρο που διευκολύνει μεταξύ άλλων όσους εργάζονται μέσω τηλεργασίας.
Παράλληλα, διευρύνεται η περίμετρος των δικαιούχων, καλύπτοντας Έλληνες κατοίκους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποφοίτους τμημάτων ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων των εν λόγω περιοχών που παραμένουν σε αυτές μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους, καθώς και νοικοκυριά ανεξαρτήτως του πληθυσμιακού μεγέθους του οικισμού μετεγκατάστασης, συμπεριλαμβανομένων των αστικών κέντρων.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η κ. Μιχαηλίδου, μιλώντας στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ, «το πλαίσιο του προγράμματος απλοποιήθηκε, καθώς καταργήθηκε η υποχρέωση απόδειξης απασχόλησης στον τόπο εγκατάστασης. Απαιτείται πλέον η διατήρηση ή μίσθωση κατοικίας στην περιοχή, ενώ η δυνατότητα εγκατάστασης επεκτείνεται και σε αστικά κέντρα πέραν των αγροτικών περιοχών».
Όσον αφορά τη χρηματοδότηση, η συνολική ενίσχυση των 10.000 ευρώ καταβάλλεται σε δύο ισόποσες δόσεις των 5.000 ευρώ. Η πρώτη δόση παρέχεται ως προκαταβολή με την έγκριση της αίτησης για την κάλυψη των πρώτων εξόδων μετακίνησης, ενώ η δεύτερη δόση καταβάλλεται μετά τη συμπλήρωση ενός έτους μόνιμης διαμονής.
Για τη εκταμίευση απαιτείται βεβαίωση κύριας κατοικίας, καθώς και τεκμηρίωση κτήσης ή μίσθωσης ακινήτου τουλάχιστον τριετούς διάρκειας με ημερομηνία έναρξης από την 1η Ιανουαρίου 2025 και εφεξής (ή και προγενέστερη για αποφοίτους των τοπικών πανεπιστημιακών τμημάτων), ενώ για οικογένειες με ανήλικα τέκνα προβλέπεται η προσκόμιση βεβαίωσης φοίτησης σε τοπική σχολική μονάδα.
Στο ευρύτερο πλαίσιο της στεγαστικής πολιτικής, εντός του Οκτωβρίου, σύμφωνα με την κ. Μιχαηλίδου, αναμένεται να ξεκινήσει η κατάθεση δικαιολογητικών για το πρόγραμμα «Ανακαινίζω», για το οποίο έχουν ήδη εκδοθεί 94.000 βεβαιώσεις (80.000 για ιδιοκατοικούμενα και 14.000 για κλειστά ακίνητα).
Το πρόγραμμα προσφέρει προκαταβολή 50% και επιδότηση έως 95% των επιλέξιμων δαπανών (έως 36.000 ευρώ ανά κατοικία) με προϋπόθεση την ήπια ενεργειακή αναβάθμιση.
Παράλληλα, εξαγγέλθηκε το νέο πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙΙ» για 20.000 δικαιούχους ηλικίας 25-55 ετών, με ανώτατο όριο δανείου τις 230.000 ευρώ για ακίνητα αξίας έως 300.000 ευρώ και εισοδηματικό όριο 35.000 ευρώ για ζευγάρια (προσαυξημένο κατά 7.000 ευρώ ανά τέκνο).
Η υπουργός σημείωσε ότι ο μέσος όρος ηλικίας των ωφελούμενων στο προγενέστερο «Σπίτι μου ΙΙ» ήταν τα 38 έτη, ενώ επικαλέστηκε έρευνες σύμφωνα με τις οποίες οι τιμές των ακινήτων που αγοράστηκαν μέσω των προγραμμάτων «Σπίτι μου Ι» και «ΙΙ» ακολούθησαν τη γενικότερη τάση της κτηματαγοράς χωρίς να καταγραφεί αυτόνομη αυξητική απόκληση.
Τα διευρυμένα κριτήρια του «Σπίτι μου ΙΙΙ» αφορούν άτομα ηλικίας 25 έως 55 ετών, για ακίνητα αξίας έως 300.000 ευρώ και με ανώτατο όριο δανείου τις 230.000 ευρώ. Το εισοδηματικό όριο για τα ζευγάρια ορίζεται στις 35.000 ευρώ, προσαυξημένο κατά 7.000 ευρώ για κάθε τέκνο, ενώ προβλέπεται η δυνατότητα αγοράς μεγαλύτερης κατοικίας για τις πολυμελείς οικογένειες.