Το «Σπίτι μου 3» θα έχει προϋπολογισμό 2 δισ. ευρώ, με στόχο να βοηθήσει περίπου 20.000 νέους, ζευγάρια και νοικοκυριά να αποκτήσουν πρώτη κατοικία. Οι λεπτομέρειες για τη διαδικασία συμμετοχής και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά αναμένεται να οριστικοποιηθούν πριν από την έναρξη του προγράμματος.
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές αφορά το ηλικιακό όριο, το οποίο αυξάνεται στα 55 έτη, από τα 50 που ίσχυαν στο «Σπίτι μου 2».
Παράλληλα, αυξάνονται τα όρια για την αγορά ακινήτου και τη χρηματοδότηση:
Αξία κατοικίας: έως 300.000 ευρώ, από 250.000 ευρώ.
Μέγιστο ποσό δανείου: έως 230.000 ευρώ, από 190.000 ευρώ.
Ποσοστό χρηματοδότησης: έως το 90% της αξίας του ακινήτου, με το υπόλοιπο 10% να καλύπτεται από ίδια κεφάλαια του δικαιούχου.
Τα νέα εισοδηματικά όρια
Αυξημένα θα είναι και τα εισοδηματικά κριτήρια, με στόχο να διευρυνθεί ο αριθμός των νοικοκυριών που μπορούν να ενταχθούν στο πρόγραμμα.
Ειδικότερα, για τους άγαμους, το ανώτατο εισοδηματικό όριο αυξάνεται στα 25.000 ευρώ, από 20.000 ευρώ στο «Σπίτι μου 2».
Για τους έγγαμους, το όριο διαμορφώνεται στις 35.000 ευρώ, με προσαύξηση 7.000 ευρώ για κάθε παιδί, έναντι 28.000 ευρώ και προσαύξησης 4.000 ευρώ ανά παιδί στο προηγούμενο πρόγραμμα.
Για τις μονογονεϊκές οικογένειες, το ανώτατο εισόδημα φτάνει τις 39.000 ευρώ, με προσαύξηση 7.000 ευρώ για κάθε παιδί, από 31.000 ευρώ και προσαύξηση 5.000 ευρώ που ίσχυαν προηγουμένως.
Η προσαύξηση του οικογενειακού εισοδήματος αυξάνεται, επομένως, στα 7.000 ευρώ ανά παιδί. Επιπλέον, για οικογένειες με περισσότερα από τέσσερα παιδιά προβλέπεται αύξηση των επιτρεπόμενων τετραγωνικών μέτρων, κατά 10 τ.μ. για κάθε παιδί πέραν των τεσσάρων.
Οι αλλαγές αυτές διευρύνουν τις δυνατότητες συμμετοχής, ιδιαίτερα για οικογένειες με παιδιά που χρειάζονται μεγαλύτερη κατοικία.
Από τα δύο προηγούμενα προγράμματα, «Σπίτι μου 1» και «Σπίτι μου 2», επωφελήθηκαν συνολικά σχεδόν 22.000 δικαιούχοι, καθώς υπογράφηκαν 7.814 και 14.114 συμβάσεις αντίστοιχα.
«Ευκαιρία ζωής»: Οι εμπειρίες των δικαιούχων
Ο 28χρονος Δημήτρης Σταυριανάκης, ο οποίος εργαζόταν κατά τη διάρκεια των σπουδών του για να καλύπτει τα προσωπικά του έξοδα, βρίσκεται εδώ και περίπου πέντε χρόνια στην αγορά εργασίας, στον τομέα που επιθυμούσε. Όπως δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, μέχρι πρότινος δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι θα αποκτούσε δικό του σπίτι.
Το περιορισμένο κεφάλαιο που διέθετε, το υψηλό κόστος τραπεζικού δανεισμού και οι τιμές των ακινήτων καθιστούσαν την αγορά κατοικίας απαγορευτική. Όταν ενημερώθηκε από γνωστό του για το «Σπίτι μου 2», αποφάσισε να διερευνήσει τις δυνατότητες που προσέφερε.
Για τον ίδιο, το πρόγραμμα αποδείχθηκε «ευκαιρία ζωής», καθώς κατάφερε να αποκτήσει κατοικία στην ευρύτερη περιοχή όπου επιθυμούσε, κοντά στον τόπο όπου μεγάλωσε και με τις προδιαγραφές που θεωρούσε απαραίτητες για αξιοπρεπή διαβίωση.
Όπως εξηγεί, η μηνιαία δόση είναι διαχειρίσιμη και αισθητά χαμηλότερη από εκείνη ενός συμβατικού στεγαστικού δανείου. Ενδεικτικά, εκτιμά ότι αν το σπίτι του νοικιαζόταν, το ενοίκιο θα μπορούσε να είναι έως και 200 ευρώ υψηλότερο από τη δόση που καταβάλλει.
«Πριν το πρόγραμμα ήξερα ότι δεν μπορούσα να αποκτήσω σπίτι», αναφέρει, σημειώνοντας ότι πλέον διαθέτει μια σταθερή βάση, την οποία θα μπορεί να αξιοποιήσει αν αλλάξουν στο μέλλον οι συνθήκες και οι ανάγκες της ζωής του.
Το παράδειγμα μιας οικογένειας με δύο παιδιά
Ο Χρήστος και η Ελίνα αποφάσισαν να αναζητήσουν νέα κατοικία μετά την απόκτηση του δεύτερου παιδιού τους, καθώς οι ανάγκες της οικογένειας απαιτούσαν περισσότερο χώρο.
Στην έκδοση του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας «Ιστορίες που άλλαξαν ζωές - 26 προγράμματα - ένα υπουργείο - κάθε οικογένεια», η οποία παρουσιάστηκε στην 90ή ΔΕΘ, περιγράφουν την εμπειρία τους από τη συμμετοχή στο πρόγραμμα.
Το ζευγάρι ενημερώθηκε μέσω διαδικτύου και κατάφερε να αποκτήσει δικό του σπίτι, κάτι που, όπως αναφέρει, δεν θα ήταν εφικτό στην παρούσα χρονική περίοδο χωρίς την υποστήριξη του προγράμματος.
Η νέα κατοικία είναι μεγαλύτερη, πιο άνετη και βρίσκεται σε καλύτερη περιοχή, καλύπτοντας τις ανάγκες των γονέων και των παιδιών τους. Παράλληλα, η μηνιαία δόση του δανείου είναι σημαντικά χαμηλότερη σε σχέση με εκείνη ενός συμβατικού στεγαστικού.
«Αυτό μας βοήθησε πάρα πολύ, γιατί τα χρήματα που θα δίναμε θα τα δώσουμε κάπου αλλού, δηλαδή σε ανάγκες της οικογένειάς μας, των παιδιών», αναφέρουν.
ΑΠΕ-ΜΠΕ