Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομική αδυναμία, η πολιτική αστάθεια, η κοινωνική δυσαρέσκεια και η στρατιωτική ανασφάλεια συγκλίνουν. Κάθε πρόβλημα χωριστά θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί. Η ταυτόχρονη εμφάνισή τους, όμως, περιορίζει τις δυνατότητες αντίδρασης και αυξάνει τον κίνδυνο μιας ευρύτερης κρίσης. Με τα σημερινά δεδομένα, εκτιμώ ότι ο κίνδυνος μιας σοβαρής ευρωπαϊκής κρίσης έχει αυξηθεί αισθητά. Δεν είναι αναπόφευκτη, αλλά η σύγκλιση αυτών των πιέσεων καθιστά αναγκαία την έγκαιρη προετοιμασία. Το ζητούμενο είναι να περιοριστούν η έκταση, η διάρκεια και οι συνέπειές της. Διότι αυτή τη φορά οι κίνδυνοι δείχνουν ευρύτεροι από εκείνους της προηγούμενης χρηματοπιστωτικής και ευρωπαϊκής κρίσης χρέους του 2009-2010.
Τότε, η αναταραχή ξεκίνησε από το χρηματοπιστωτικό σύστημα και μεταφέρθηκε στα δημόσια οικονομικά, στην παραγωγή και στην απασχόληση. Σήμερα, στις οικονομικές δυσκολίες προστίθενται πόλεμοι, ενεργειακή ανασφάλεια, τεχνολογικός ανταγωνισμός και βαθύτερος πολιτικός κατακερματισμός. Οι πιέσεις αγγίζουν ταυτόχρονα τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία και την Ισπανία, τις τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η επόμενη ύφεση θα είναι βαθύτερη. Υποδηλώνει, όμως, ότι οι συνολικές συνέπειες μιας νέας κρίσης μπορούν να αποδειχθούν μεγαλύτερες και η αντιμετώπισή της δυσκολότερη.
Στην προηγούμενη κρίση, η Ευρώπη μπορούσε να προσβλέπει στη σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και στη σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Σήμερα, μια παρέμβαση στις τράπεζες ή στις αγορές ομολόγων δεν αρκεί για να αντιμετωπίσει παράλληλα μια ενεργειακή διαταραχή, μια στρατιωτική κλιμάκωση και την απώλεια παραγωγικής ανταγωνιστικότητας. Επιπλέον, οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν την άμυνα, τη δημογραφική γήρανση και τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, διατηρώντας την κοινωνική προστασία. Αν καταφύγουν σε γενικευμένες περικοπές, κινδυνεύουν να αποδυναμώσουν τη ζήτηση και την κοινωνική συναίνεση. Αν αυξήσουν ανεξέλεγκτα τον δανεισμό, επιβαρύνουν τη μελλοντική τους αντοχή. Η εικόνα γίνεται σαφέστερη αν δούμε πώς εκδηλώνονται αυτές οι πιέσεις στις τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης.
Η Γαλλία προσφέρει το πιο άμεσο προειδοποιητικό σήμα. Σύμφωνα με τη γαλλική στατιστική υπηρεσία INSEE, το δημόσιο χρέος της έφθασε στο 119% του ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο του 2026, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2025 ήταν 5,1%. Η πολιτική αβεβαιότητα πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2027 δυσκολεύει τις αποφάσεις για την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας. Στις 5 Οκτωβρίου, το Reuters συνέδεσε την υποχώρηση του ευρώ σε χαμηλό δεκαεπτά μηνών έναντι του δολαρίου με τις ανησυχίες για τα γαλλικά δημόσια οικονομικά. Η αδυναμία πολιτικής συνεννόησης μετατρέπεται ήδη σε οικονομικό κόστος.
Μια παρατεταμένη γαλλική αναταραχή θα επηρέαζε ολόκληρη την ευρωζώνη. Η αύξηση του κόστους δανεισμού περιορίζει τους πόρους για επενδύσεις και κοινωνικές υπηρεσίες, ενώ μπορεί να επιβαρύνει τράπεζες και επιχειρήσεις. Παράλληλα, ένα ασθενέστερο ευρώ ακριβαίνει εισαγωγές ενέργειας και πρώτων υλών που τιμολογούνται σε δολάρια. Έτσι, η δημοσιονομική δυσκολία μπορεί να ενισχύσει την ακρίβεια και η ακρίβεια να οξύνει την κοινωνική αντίδραση, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο τις πολιτικές αποφάσεις.
Αν στη Γαλλία η πίεση εκδηλώνεται κυρίως στα δημόσια οικονομικά και στις αγορές, στη Γερμανία το κεντρικό πρόβλημα είναι η δυσκολία ανάκτησης του ρόλου της ως ισχυρής κινητήριας δύναμης της ευρωπαϊκής οικονομίας. Μετά από δύο χρόνια ύφεσης, η ανάπτυξη του 2025 περιορίστηκε στο 0,2%. Το Reuters ανέφερε στις 2 Οκτωβρίου 2026 ότι η γερμανική κυβέρνηση επρόκειτο να αυξήσει την πρόβλεψη ανάπτυξης από 0,5% σε 1,3% για το 2026 και από 0,9% σε 1,1% για το 2027. Η προοπτική αυτής της αναθεώρησης προσφέρει κάποια ελπίδα, αλλά δεν εξαλείφει τις παραγωγικές και πολιτικές δυσκολίες. Η άνοδος της AfD στις περιφερειακές εκλογές του Σεπτεμβρίου δείχνει το βάθος της δυσαρέσκειας. Όσο αποδυναμώνεται η εμπιστοσύνη στο εσωτερικό της Γερμανίας, δυσκολεύεται και η διαμόρφωση σταθερής ευρωπαϊκής κατεύθυνσης.
Στην Ιταλία, η πίεση συνδυάζει δημόσιο χρέος 138,9% του ΑΕΠ το πρώτο τρίμηνο του 2026 με μακροχρόνιες αδυναμίες παραγωγικότητας. Η δημογραφική γήρανση αυξάνει τις ανάγκες για συντάξεις και υγεία, ενώ το γεγονός της σταδιακής μείωσης του ενεργού πληθυσμού περιορίζει περιορίζει τις δυνατότητες αύξησης της παραγωγής. Η κυβερνητική σταθερότητα προσφέρει περιθώρια δράσης, αλλά το υψηλό χρέος, σε συνδυασμό με την υποχώρηση της βιομηχανικής παραγωγής και τον πληθωρισμό στο 4,2%, περιορίζει την αντοχή σε νέους κραδασμούς.
Η Ισπανία φωτίζει μια διαφορετική πλευρά του ευρωπαϊκού προβλήματος: την απόσταση ανάμεσα στη θετική οικονομική επίδοση και στην καθημερινή εμπειρία των πολιτών. Η Επιτροπή προέβλεπε τον Μάιο ανάπτυξη 2,4% για το 2026, αλλά η καλύτερη οικονομική επίδοση δεν εξασφάλισε πολιτική ηρεμία. Η στεγαστική κρίση και η αδυναμία εξασφάλισης κοινοβουλευτικής στήριξης για την αντιμετώπισή της οδήγησαν τον Πέδρο Σάντσεθ στην ανακοίνωση πρόωρων εκλογών. Το μήνυμα υπερβαίνει την Ισπανία. Η αύξηση του ΑΕΠ χάνει την πολιτική της σημασία όταν οι πολίτες δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν κατοικία και αξιοπρεπή καθημερινότητα.
Οι διαφορετικές πιέσεις στις τέσσερις οικονομίες συγκλίνουν σε ένα δυσμενές ευρωπαϊκό περιβάλλον. Η εαρινή πρόβλεψη της Επιτροπής προέβλεπε για την ευρωζώνη ανάπτυξη μόλις 0,9% και πληθωρισμό 3% το 2026. Ο συνδυασμός χαμηλής ανάπτυξης και επίμονης ακρίβειας συμπιέζει τα πραγματικά εισοδήματα, δυσκολεύει τις επενδύσεις και αυξάνει τις απαιτήσεις από τους κρατικούς προϋπολογισμούς. Τα περιθώρια για εύκολες λύσεις στενεύουν.
Η κοινωνική αντοχή έχει ήδη δοκιμαστεί. Σύμφωνα με τη Eurostat, 92,7 εκατομμύρια άνθρωποι στην ΕΕ βρίσκονταν το 2025 σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Όταν η εργασία δεν εξασφαλίζει προοπτική βελτίωσης και η μεσαία τάξη αισθάνεται ότι υποχωρεί, η οικονομική ανασφάλεια μετατρέπεται σε αμφισβήτηση των θεσμών. Μια νέα κρίση θα έβρισκε σημαντικό μέρος της κοινωνίας ήδη κουρασμένο και δύσπιστο.
Σε αυτές τις συνθήκες, η στρατιωτική διάσταση αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Ο πόλεμος στην Ουκρανία διατηρεί τον κίνδυνο κλιμάκωσης, ενώ οι αυξημένες αμυντικές ανάγκες διεκδικούν πόρους από πιεσμένους προϋπολογισμούς. Η δέσμευση του ΝΑΤΟ για δαπάνες 5% του ΑΕΠ έως το 2035 περιλαμβάνει τουλάχιστον 3,5% για βασικές αμυντικές ανάγκες και έως 1,5% για δαπάνες ασφάλειας και ανθεκτικότητας. Η δέσμευση αυτή εντείνει την ανάγκη μακροχρόνιου σχεδιασμού. Η αποτροπή, όμως, απαιτεί παραγωγή πυρομαχικών, συντήρηση εξοπλισμού, ασφαλή ανεφοδιασμό και δυνατότητα κοινών αποφάσεων. Μια πολιτικά διχασμένη και οικονομικά εξασθενημένη Ευρώπη δυσκολεύεται να ανταποκριθεί. Ο κίνδυνος περιλαμβάνει επίσης κυβερνοεπιθέσεις και διακοπές ενεργειακών, τηλεπικοινωνιακών και μεταφορικών δικτύων, που μπορούν να πλήξουν την οικονομία χωρίς γενικευμένο πόλεμο.
Απαιτείται επομένως προετοιμασία σε κάθε επίπεδο. Πολιτικά, συνεννόηση και συνέχεια της κρατικής λειτουργίας. Κοινωνικά, προστασία βασικών υπηρεσιών και ευάλωτων εισοδημάτων. Στρατιωτικά, αξιόπιστη αποτροπή και λειτουργικά σχέδια πολιτικής προστασίας. Προπαντός οικονομικά, χρειάζεται να ενισχυθούν οι αντοχές πριν περιοριστούν οι επιλογές.
Για την Ελλάδα, δύο προτεραιότητες είναι κρίσιμες. Πρώτον, η διασφάλιση της χρηματοδοτικής συνέχειας κράτους και οικονομίας, με επαρκή διαθέσιμα, προγραμματισμό των δανειακών αναγκών και σχέδια διατήρησης της χρηματοδότησης βιώσιμων επιχειρήσεων. Δεύτερον, η ασφάλεια της παραγωγής και του εφοδιασμού, με εναλλακτικές ενεργειακές πηγές, προστασία κρίσιμων υποδομών και αποθέματα βασικών αγαθών.
Ας πάρουμε εγκαίρως τα μέτρα μας με την ευχή να μη χρειαστούν στην πράξη.
* Ο Μιχάλης Σάλλας είναι πρόεδρος του Lyktos Group, επίτιμος πρόεδρος της Tράπεζας Πειραιώς, πρώην καθηγητής Πανεπιστημίου. Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο Βήμα της Κυριακής.