Μια δομική αναντιστοιχία της εγχώριας οικονομίας αποκαλύπτει το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027 που κατατέθηκε στη Βουλή. Παρά την ανοδική τροχιά των ονομαστικών αμοιβών, οι πραγματικές αυξήσεις των μισθών παραμένουν αναιμικές, ενώ υπολείπονται ακόμη και αυτής της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας.
Έτσι, ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας διατηρεί θετικό βηματισμό, η πραγματική αγοραστική δύναμη των αμοιβών ενισχύεται με αισθητά βραδύτερο ρυθμό, συγκρατώντας το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος.
Στο προσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή, το οικονομικό επιτελείο αποκαλύπτει την αύξηση του κατώτατου μισθού για το 2027, που θα ισχύσει από την 1η Απριλίου του επόμενου έτους, στα 960 ευρώ, και προεξοφλεί την αύξηση του 2028, που τυπικά θα προσδιοριστεί μέσω ειδικού αλγόριθμου, ώστε να διαμορφωθεί στα 1.000 ευρώ (και έως τα 1.300 ευρώ με την προσμέτρηση των τριετιών).
Όπως εξειδικεύεται στις δημοσιονομικές παρεμβάσεις, η μετάβαση από τα σημερινά 920 ευρώ στο τελικό ορόσημο θα υλοποιηθεί μέσω δύο διαδοχικών σταθμών, τον Απρίλιο του 2027 και τον Ιανουάριο του 2028, εγκαινιάζοντας ουσιαστικά έναν νέο μηχανισμό και χρονοδιάγραμμα αναπροσαρμογής.
Όμως, και παρά την πρόοδο αυτή και την ονομαστική σύγκλιση του μέσου μισθού στον ιδιωτικό τομέα (που διαμορφώθηκε στα 1.363 ευρώ το 2025 σύμφωνα με το σύστημα ΕΡΓΑΝΗ), η ακτινογραφία του Προϋπολογισμού του 2027 καθιστά σαφές ότι η πραγματική ευημερία των εργαζομένων εξακολουθεί να συμπιέζεται ανάμεσα στην τσιμπίδα του πληθωρισμού και την υστέρηση των μισθών έναντι της παραγωγικότητας.
Για το 2027, οι ονομαστικές αμοιβές εξαρτημένης εργασίας ανά εργαζόμενο προβλέπεται να αυξηθούν κατά 3,9% (έναντι 3,7% το 2026), ενώ οι συνολικές αμοιβές κατά 4,6%. Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός, αν και αποκλιμακώνεται, εκτιμάται στο 2,6%.
Η πραγματική αύξηση των αμοιβών ανά εργαζόμενο περιορίζεται έτσι, μόλις στη 1,4 ποσοστιαία μονάδα - δηλαδή στο ένα τρίτο της ονομαστικής αύξησης. Παρά τη μερική στήριξη του διαθέσιμου εισοδήματος από τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα και τη θέσπιση του επιδόματος εορτών στο Δημόσιο, η αγοραστική δύναμη των μισθωτών ενισχύεται με εξαιρετικά βραδείς ρυθμούς.
Η αποδοτικότητα
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα, όμως, έρχεται από τη σύγκριση της αύξησης των αμοιβών με τους δείκτες αποδοτικότητας. Το προσχέδιο προβλέπει ότι η παραγωγικότητα της εργασίας θα ενισχυθεί κατά 2,0% το 2027 (από 1,5% το 2026). Συνεπώς, η πραγματική αύξηση των αποδοχών (1,4 ποσοστιαία μονάδα) θα υπολείπεται αισθητά της αύξησης της παραγωγικότητας.
Η διαπίστωση αυτή ανατρέπει το κεντρικό επιχείρημα των εργοδοτικών φορέων, οι οποίοι συστηματικά υποστηρίζουν στο δημόσιο διάλογο ότι οι μισθολογικές αυξήσεις πρέπει να συνδέονται αυστηρά με την άνοδο της παραγωγικότητας. Κι αυτό, γιατί ενώ η αύξηση της παραγωγικότητας αποτελεί το μόνιμο ζητούμενο – το οποίο μάλιστα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την προσπάθεια των εργαζομένων αλλά από τις επενδύσεις, την τεχνολογία και τις υποδομές – τα στοιχεία του Προϋπολογισμού δείχνουν ότι ακόμη κι όταν αυτή επιτυγχάνεται, δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων.
Η εργασία παράγει περισσότερη προστιθέμενη αξία, αλλά αμείβεται με ρυθμό χαμηλότερο από την απόδοσή της, συγκρατώντας την αύξηση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο 1,9%.
Στο ευρύτερο μακροοικονομικό πεδίο, η απασχόληση αναμένεται να συνεχίσει την αύξησή της με ήπιους ρυθμούς (+0,4% στο σύνολο και +0,7% στους μισθωτούς), προσεγγίζοντας τα 4 εκατομμύρια μισθωτούς και συνολικά, τα 5,3 εκατομμύρια απασχολούμενους, με την ανεργία να υποχωρεί στο 7,9%. Η ιδιωτική κατανάλωση εκτιμάται ότι θα τρέξει με 1,5%.